Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Ο Μάης του '68 κι κόσμος που δεν άλλαξε


dioti
Μισό αιώνα μετά την εξέγερση του Μάη του '68 στη Γαλλία βομβαρδιζόμαστε από έναν ορυμαγδό τηλεοπτικών, ηλεκτρονικών και τυπογραφικών αναλύσεων και μηνυμάτων. Άλλοι θρηνούν για την τελευταία πραγματική επανάσταση καιτο σοσιαλισμό που χάθηκε, άλλοι συμπεραίνουν με απαισιοδοξία πως αφού στις τότε ευοίωνες συνθήκες δεν άλλαξε ο κόσμος, απλά δεν θα αλλάξει.


Σε άλλους φταίει η μαρξιστική θεωρία, σε άλλους οι πολιτικοί φορείς της και σε άλλους η ανικανότητα της κομμουνιστικής ηγεσίας. Όχι μόνο οι νέοι που δεν έζησαν τα γεγονότα εκείνης της εποχής αλλά και κι αυτοί που τα έζησαν τα έχουν όλα ψιλομπερδεμένα στο μυαλό τους. Ανάμεσα σ' αυτούς βρίσκονται και αρκετοί που θεωρούν ότι έχουν ξεκαθαρισμένη άποψη, ενώ το έδαφος πάνω στο οποίο πατάνε είναι σαθρό.


Γιατί όμως όλα αυτά; Μήπως αυτά που συνέβησαν ήταν πράγματι μπερδεμένα, οι πολιτικές εξελίξεις αναπάντεχες ή μήπως η πληροφόρηση είναι ελλειμματική; Ύστερα από 50 χρόνια γεγονότων που πραγματικά συγκλόνισαν τον κόσμο και αναλογιζόμενοι τα προβλήματα που βιώνουμε καθημερινά στο πετσί μας θεωρούμε ότι μπορούμε να βγάλουμε άκρη. Ας αφήσουμε πριν από όλα τους αναμφισβήτητους αριθμούς να μιλήσουν για την τότε πραγματικότητα.

Ποιοι εξεγέρθηκαν το Μάη του '68;


Οι φοιτητές που πήραν μέρος στην εξέγερση ήταν 20 - 30 χιλιάδες. Τα γεγονότα δεν θα είχαν την ίδια έκταση και εμβέλεια αν δεν υπήρχαν τα 2,5 εκατομμύρια των εργαζομένων στις διαδηλώσεις και τα 10 εκατομμύρια απεργών που νέκρωσαν όλη τη Γαλλία. Οι φοιτητές που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις δεν θα μπορούσαν να δώσουν από μόνες τους στα γεγονότα τη δυναμική που απόχτησαν. Αυτοί που χαρακτηρίζουν την εξέγερση σαν φοιτητική ή νεολαιίστικη απλά διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα. Οι αριθμοί δεν επιτρέπουν “ήξεις αφήξεις”. Στις 13 του Μάη έγινε η μεγάλη διαδήλωση που είχε πάνω από 2,5 εκατομμύρια λαό και νεολαία. Στις 15 Μάη γίνεται κατάληψη στο εργοστάσιο της «Ρενό». Μέσα σε τρεις μέρες έγιναν καταλήψεις σχεδόν όλων των εργοστασίων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Στις 25 Μάη, η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Γαλλιας, CGT (ΣΕ-ΖΕ-ΤΕ) κινητοποιεί την εργατική τάξη που με διαδηλώσεις, απεργίες και καταλήψεις ξεκινά γενικευμένους ταξικούς αγώνες, που νεκρώνουν το Παρίσι. Επικεφαλής των κινητοποιήσεων ήταν ο τότε Γ.Γ. του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας Βαλντέκ Ροσέ και ο Ζορζ Σιγκί, πρόεδρος της CGT.


Τα γεγονότα του '68 ξεκίνησαν από το Πανεπιστήμιο και είχαν επικεφαλής «ηγέτες» αναρχικούς και τροτσκιστές (Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, Αλέν Γκριβίν, Ζαν Λουί Πενινού κ.ά.), χωρίς κανένα σχέδιο, χωρίς οργάνωση, χωρίς στόχους, που να δρομολογούν ουσιαστικές εξελίξεις. Αυτοί οι ηγέτες των φοιτητών αποστρέφονταν το οργανωμένο εργατικό κίνημα και κάποιοι αργότερα πήραν πολιτικούς θώκους πλήρως ενταγμένοι στο καπιταλιστικό σύστημα που αντιμάχονταν σαν νέοι. Η μετέπειτα μάλιστα πολιτική εξέλιξη των πρωτεργατών της φοιτητικής νεολαίας έδωσε την ευκαιρία σε αστούς αναλυτές να περάσουν την αντίληψη ότι τελικά όλοι οι ηγέτες είναι ίδιοι, διότι την κρίσιμη στιγμή “στρίβουν αλά Γαλλικά”.

Ποιος ηγήθηκε της εξέγερσης;

Σε αναρίθμητα δημοσιεύματα προβάλλεται η αντίληψη ότι η εξέγερση του Μάη στο Παρίσι ήταν γενικά μια “αντιαυταρχική” και “αντικαταπιεστική” εξέγερση που αφορούσε την εκπαίδευση και είχε περιορισμένες απαιτήσεις. Αυτό αποτελεί προσπάθεια να συγκαλυφθεί το ταξικό περιεχόμενο των αιτιών που οδήγησαν στα γεγονότα του Μάη του '68. Αποκρύπτει το γεγονός ότι το γαλλικό κεφάλαιο μετά το Β' παγκόσμιο Πόλεμο προσπαθούσε να ανακτήσει το χαμένο έδαφος σε μια περίοδο που τα μονοπώλια επεκτείνονταν σε περισσότερους κλάδους της παραγωγής και ανταγωνίζονταν τόσο τα μονοπώλια άλλων ευρωπαϊκών καπιταλιστικών χωρών, όσο και αυτά των ΗΠΑ. Εργατικοί αγώνες βρίσκονται στην αρένα της ταξικής πάλης. Την άνοιξη του 1963 πραγματοποιήθηκε μεγάλη γενική απεργία των ανθρακωρύχων στη Γαλλία και το Δεκέμβρη του 1964 μεγάλη γενική απεργία στις κρατικές επιχειρήσεις. Η εσωτερική πολιτική του Ντε Γκολ δημιουργούσε συνθήκες ενίσχυσης του κεφαλαίου, συσσώρευσης πλούτου, ενώ για την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα η φτώχεια μεγάλωνε και η λαϊκή αγανάκτηση συσσωρευόταν.


Είναι τελείως εξωπραγματικό να μιλά κανείς για την “τάξη των φοιτητών” που ηγήθηκε της εξέγερσης. Οι φοιτητές και η νεολαία δεν αποτελούν μια ξεχωριστή τάξη. Εμφανίζουν μια ενότητα με κοινά ηλικιακά χαρακτηριστικά, αντικείμενο σπουδών, ενδιαφέροντα, αλλά όλα τα τμήματά της προέρχονται από την τάξη που ανήκει η οικογένειά τους. Αργότερα, εντάσσονται σε μία κοινωνική τάξη ανάλογα με τη θέση που θα αποκτήσουν στην κοινωνική παραγωγή. Τους χαρακτηρίζει μια νεανική επαναστατικότητα αλλά αν θέλουμε να μιλήσουμε για την ουσία θα πρέπει να αναφέρουμε ότι επανάσταση σημαίνει πέρασμα από το κατώτερο κοινωνικό σύστημα παραγωγής στο ανώτερο, σημαίνει ανατροπή της εξουσίας μιας τάξης και κατάληψή της από μιαν άλλη.


Επομένως η νεολαία και οι φοιτητές δεν είναι δυνατόν να κάνουν-και πολύ περισσότερο να ηγηθούν- μιας επανάστασης. Είναι όλως διόλου λοιπόν ανιστόρητη και λαθεμένη η άποψη πως η εξέγερση στη Γαλλία ήταν φοιτητική ή νεολαιίστικη ή πως εκείνο το επαναστατικό κίνημα πέρασε από τα χέρια των εργατών στα χέρια των φοιτητών. Τα γεγονότα του Μάη του '68 επιβεβαίωσαν πως μόνο όταν η εργατική τάξη μπαίνει στη μάχη μπορεί να δημιουργηθούν τριγμοί στον καπιταλισμό διότι αυτή είναι η τάξη που διεκδικεί εξουσία. Εργάτες ήταν αυτοί που έριξαν τότε το σύνθημα για ανατροπή του κοινωνικού συστήματος και για σοσιαλισμό. Επομένως, ο Μάης του '68 δεν ήταν απλά μια φοιτητική εξέγερση. Ήταν μια αναμέτρηση σε ταξική βάση με τις δικές της ιδιαιτερότητες. Τέλη Απρίλη και αρχές του Μάη του '68. είχαμε κυνηγητά και αψιμαχίες φοιτητών με την αστυνομία στο Καρτιέ Λατέν και νυχτερινές οδομαχίες μέχρι τις 10 του Μάη που δεν ανησυχούσαν την αστική τάξη. Ο αναρχικός ηγέτης Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, ο “Κόκκινος Ντάνι”, όπως θέλουν να τον ονομάζουν ούτε κόκκινος ήταν ούτε οι σημαίες στους ιστούς του πανεπιστημίου της Σορβόνης ήταν κόκκινες. Μαύρες ήταν.

Όλα τα επαναστατικά προβλήματα στο προσκήνιο
Το καζάνι την εποχή εκείνη έβραζε σε διεθνές επίπεδο. Η Γαλλία είχε χάσει τον πλήρη έλεγχο σε πάνω από 15 αποικίες της, είχε εναντιωθεί στην είσοδο της Μ. Βρετανίας στην ΕΟΚ και το 1966 είχε αποχωρήσει από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Αντίθετα τα επιτεύγματα του κράτους των εργατών και αγροτών στη Σοβιετική Ένωση ενέπνεαν όλους τους λαούς και το κεφάλαιο αναγκαζόταν να κάνει πολιτικούς ελιγμούς και να προβαίνει μέσα στα όριά του σε υποχωρήσεις για τη διάσωσή του. Αυτό ήταν το σκηνικό μέσα στο οποίο η εργατική τάξη έδωσε τη μάχη της.


Το ΓΚΚ περιοριζόταν σε συνδικαλιστικά - οικονομικά αιτήματα, ενώ σε πολιτικό επίπεδο ζητούσε την παραίτηση του Ντε Γκολ, την προκήρυξη εκλογών και τη διαμόρφωση μιας κυβέρνησης με τη συμμετοχή του ΚΚ. Ακολουθούσε επομένως μια πολιτική γραμμή πάλη, που κινούνταν στην κατεύθυνση της επιδιόρθωσης του συστήματος, πράγμα που αντικειμενικά διευκόλυνε την εκτόνωση και όχι την κλιμάκωση της δυναμικής των κινητοποιήσεων. Τα αιτήματα του οργανωμένου κινήματος ήταν για αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις, μείωση του ορίου ηλικίας για τα βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα, συνδικαλιστικές ελευθερίες στα εργοστάσια και σύσταση εργοστασιακών επιτροπών των συνδικάτων. Αυτά το Μάη του '68 κατακτήθηκαν αλλά ήταν πολύ πιο πίσω όχι μόνο από τις διαθέσεις των μαζών, αλλά και από τις αντικειμενικές συνθήκες.


Ο Πρόεδρος Ντε Γκολ στις 28 Μάη φεύγει από τη Γαλλία για το Μπάντεν Μπάντεν της Γερμανίας, επιστρέφει στο Παρίσι , στις 30 Μάη διαλύει τη Βουλή και στις 31 Μάη διοργανώνει τη δική του διαδήλωση “των νομιμοφρόνων”, στα Ηλύσια Πεδία. Αρχές Ιούνη τα συνδικάτα σταματούν τις κινητοποιήσεις και τέλος Ιούνη γίνονται εκλογές, που κερδίζει πανηγυρικά ο Ντε Γκολ.

50 χρόνια μετά.

Και να το αποτέλεσμα: Η εργατική τάξη, που είχε το σθένος να προχωρήσει στην κατάληψη όλων των εργοστασίων, των δημόσιων επιχειρήσεων, των τραπεζών με αποτέλεσμα στις 14 Μάη να μη λειτουργεί τίποτα στη Γαλλία, πέτυχε την ικανοποίηση των οικονομικών και συνδικαλιστικών αιτημάτων της αλλά δεν προχώρησε στην κατάληψη της εξουσίας, στην ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Κι αυτό γιατί η πρωτοπορία της, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα βρέθηκε ανέτοιμο να ανταποκριθεί στο βασικό στόχο της ανατροπής του καπιταλισμού και της κατάκτησης της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας για λογαριασμό της εργατικής τάξης και του γαλλικού λαού.


50 χρόνια μετά, οι μισθοί και οι συντάξεις μειώνονται δραματικά, τα κοινωνικά δικαιώματα και οι συνδικαλιστικές ελευθερίες που είχαν κατακτηθεί ανατρέπονται η μία μετά την άλλη και από οργανωτική και ιδεολογική άποψη η εργατική τάξη βρίσκεται σε πολύ χειρότερη κατάσταση από το Μάη του '68. Στη Γαλλία, τηρουμένων των αναλογιών συμβαίνουν σήμερα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και σε άλλες καπιταλιστικές χώρες.


Η σημερινή επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων, η εξαθλίωση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων, οι πόλεμοι, οι προσφυγιές δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών για τα γεγονότα του Μάη του '68. Δεν φτάνει η οργή, δεν φτάνει η επαναστατική διάθεση για καμμιά κοινωνική αλλαγή. Η πρωτοποριακή δράση του Κομμουνιστικού Κόμματος κρίνεται πριν από όλα από τη στρατηγική και ταχτική του με στόχο να αναλάβει την εξουσία η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της. Η έλλειψη του ξεκαθαρισμένου στόχου για ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος και η έλλειψη σωστής οργάνωσης και σχεδιασμού του αγώνα της οδηγούν αργά ή γρήγορα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ήττα και στη διαιώνιση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Δ.Κουτσούμπας : Βαθιά συμφωνία



Με απλά λόγια μιά σπουδαία πολιτική ομιλία

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Οι απεσταλμένοι

"Η πιο διαδεδομένη μορφή εξαπάτησης του λαού από την αστική τάξη σε τούτο τον πόλεμο είναι η απόκρυψη των ληστρικών σκοπών του, με τη χρησιμοποίηση της "εθνικοαπελευθερωτικής" ιδεολογίας... Στην πραγματικότητα, πρόκειται για πόλεμο που διεξάγουν οι καταπιεστές της πλειοψηφίας των εθνών του κόσμου για τη στερέωση και την επέκταση αυτής της καταπίεσης... Ιμπεριαλισμός είναι η εποχή της προοδευτικής αύξησης της καταπίεσης των εθνών όλου του κόσμου από μια χούφτα "μεγάλες" δυνάμεις".
"Προηγούμενα, στην προπολεμική εποχή, υπήρχε όχι σπάνια η γνώμη ότι ο οπορτουνισμός, αν και αποτελεί "παρέκκλιση", "ακρότητα", είναι ωστόσο συστατικό μέρος του σοσιαλδημοκρατικού (σημ. κομμουνιστικού - εργατικού κινήματος) κόμματος. Ο πόλεμος έδειξε ότι αυτό δεν μπορεί να ισχύει και στο μέλλον. Ο οπορτουνισμός "ωρίμασε", εκπλήρωσε ως το τέλος το ρόλο του απεσταλμένου της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα... Η ενότητα με τους οπορτουνιστές σημαίνει σήμερα στην πράξη υποταγή της εργατικής τάξης στην εθνική "της" αστική τάξη, σημαίνει συμμαχία μαζί της για την υποδούλωση ξένων εθνών και για τον αγώνα για τα προνόμια του κυρίαρχου έθνους και είναι διάσπαση του επαναστατικού προλεταριάτου όλων των χωρών".
Β.Ι.Λένιν

Ως πότε παλικάρια; - Eίναι ο αθλητισμός φασισμός;





Πηγή: Eurokinissi


Του Νίκου Γελαδά*

Πρόσφατα ο μεγαλομέτοχος και πρόεδρος της Καλαθοσφαιριστικής Ανώνυμης Εταιρείας «Πανιώνιος» προσέλαβε για προπονητή τέως επώνυμο καλαθοσφαιριστή, τον οποίο ευθύς αμέσως απέλυσε, ύστερα από την μήνιν και απαίτηση των φιλάθλων. Του πρόσαψαν ότι είναι φασιστικής ιδεολογίας και πρακτικής. Ο προπονητής της μιας νυκτός, επιβεβαιώνοντας την ορθότητα της στάσης των φιλάθλων, μεταξύ άλλων, δήλωσε την επαύριον:

«Τι σημαίνει "δεν δεχόμαστε φασίστες στον Πανιώνιο"; Τι είναι αυτό; Είπαν ότι υποστηρίζω την Χρυσή Αυγή... Φυσικά και είμαι φασίστας! Ο αθλητισμός είναι φασισμός. Κάθε αθλητικός χώρος έχει φασισμό. Οι προπονητές δηλαδή τι είναι; Δημοκράτες; Υπάρχει κανένας αθλητής που ψηφίζει για να παίξει βασικός ή όχι; Κάθε προπονητής και κυρίως οι μεγάλοι, …δεν έχουν δημοκρατικές αρχές. Έτσι είναι, τι να κάνουμε;».

Ο αθλητισμός, κύριε Γιατζόγλου, είναι μια διαδικασία οργανωμένης και επαναλαμβανόμενης σωματικής δραστηριότητας η οποία λαμβάνει ποικίλες κινητικές μορφές και σχήματα. Είναι ένα εργαλείο, είναι μια μέθοδος για να πετύχει το άτομο και η κοινωνία τον εκάστοτε σκοπό που έχει θέσει. Για μια πανεπιστημιακή σχολή Φυσικής Αγωγής ο αθλητισμός ταυτίζεται με την υγεία, την απόδοση και την αγωγή. Για το διεθνές κίνημα Ολυμπισμού ο αθλητισμός ταυτίζεται με την αμοιβαία κατανόηση, το «ευ αγωνίζεσθαι», την ανάπτυξη της φιλίας των ατόμων και της ειρήνης των λαών. Αυτός είναι ο δικός μας Αθλητισμός και δεν έχει να κάνει με το ρόλο και τη συμπεριφορά που έχει κάθε άτομο αναλάβει στο αθλητικό γίγνεσθαι. Φυσικά, ο ψηλός παίκτης παίζει μπάσκετ κοντά στο καλάθι και ο κοντός παίκτης παίζει στην περιφέρεια. Αυτά είναι αξιώματα και δεν γίνεται ψηφοφορία για να τα αποφασίσουμε. Ο προπονητής εφαρμόζει τις τεχνικές του γνώσεις που ενδείκνυνται για την περίπτωση, τις οποίες αποδέχονται οι άλλοι και κατά τεκμήριο είναι σωστές.

Ο φασισμός, κύριε Γιατζόγλου, είναι μια συμπεριφορά που κατέχει θέση, δυστυχώς, πολιτικής ιδεολογίας η οποία αποδέχεται το ατομικιστικό, καπιταλιστικό σύστημα οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας. Ο φασισμός προσπαθεί να επιβάλει τις απόψεις του με αυταρχικό και βίαιο τρόπο προπαγανδίζοντας τον εθνικισμό και κάθε είδος διακρίσεων της κοινωνίας ενάντια σε μειονότητες. Ο δικός σου αθλητισμός, φίλε Στηβ, είναι φασισμός, όπως ισχυρίζεσαι. Γιατί ταυτίζεται με την επικράτηση του ισχυρότερου, την καταπίεση του ασθενέστερου, τη διάκριση του φτωχότερου. Γιατί επιτρέπονται θεμιτά και αθέμιτα μέσα για τη νίκη η οποία αποτελεί αυτοσκοπό. Γιατί αποδέχεται την άκρατη εμπορευματοποίηση του αθλητικού ιδεώδους. Γιατί εσύ, οι ιδεολογικοί σου φίλοι και ο πρόεδρος που σε προσέλαβε έχουν κάνει τα γήπεδα ρωμαϊκή αρένα.

Όλα αυτά γίνονται με την ανοχή της κυβέρνησης, η οποία τρία χρόνια μετά την εκλογή της αφήνει άθικτη την ηγεμονία της αστικής κυρίαρχης ιδεολογίας στον αθλητικό χώρο. Το περιβόητο νομοσχέδιο για τον Αθλητισμό μουλιάζει στα συρτάρια του νεο-συντηρητισμού. Μέχρι πότε, κύριοι κυβερνώντες, τα παιδιά μας θα τα διαπαιδαγωγούν προπονητές της πιάτσας και του εμπορίου και όχι προπονητές πανεπιστημιακής μόρφωσης; Ως πότε ο εκδημοκρατισμός των αθλητικών σωματείων θα αναβάλλεται; Ως πότε θα αναλαμβάνουν πρόεδροι επαγγελματικών σωματείων κάποιοι νεόκοποι με μοναδικό κριτήριο την οικονομική επιφάνεια; Τελικά, οι πρόεδροι κάνουν μόνο κακό. Και μετά αποχωρούν.

*Ο Νίκος Γελαδάς είναι καθηγητής, κοσμήτορας της Σχολής Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Άνωθεν...





Τι ακριβώς υπεράσπιζε η κυβέρνηση με την επίδειξη πυγμής προχτές μπροστά στο άγαλμα του Τρούμαν;

Τα γκλομπς ανεβοκατέβαιναν στα κεφάλια των διαδηλωτών όχι μόνο επειδή η κυβέρνηση νιώθει υποχρεωμένη να τιμήσει τη μνήμη του ανθρώπου που έριξε τις ατομικές βόμβες σε Χιροσίμα - Ναγκασάκι, εγκαινίασε τη χρήση ναπάλμ στο Γράμμο και στο Βίτσι και ματοκύλισε το λαό της Κορέας.

Οταν τα ΜΑΤ αφιονισμένα ρίχνονται με μανία και απρόκλητα σε παιδιά που διαδηλώνουν, εκτοξεύοντας χημικά και ανείπωτες βρισιές, με τον επικεφαλής να διατάζει επίμονα «τη φυσούνα, τη φυσούνα», από την αγωνία του μη σωριαστεί το άγαλμα στο έδαφος...

Οταν τη μια στιγμή κυβερνητικά στελέχη βεβαιώνουν πως πρόκειται για απλές προσαγωγές και την επόμενη στιγμή «άνωθεν» ανακοινώνονται συλλήψεις...

Οταν ο εισαγγελέας «πείθεται» τελικά από τον εξωφρενικό ισχυρισμό ότι ένα άοπλο παιδί πλάκωσε στο ξύλο έναν πάνοπλο αστυνομικό και σε συνεννόηση με «άνωθεν», το παραπεμπτικό γράφει «επικίνδυνη σωματική βλάβη σε βάρος αστυνομικού»...

Οταν ενώ το αίμα τρέχει απ' το κεφάλι, ο ασφαλίτης παίρνει «άνωθεν εντολή» να αρπάξει από τα χέρια του γιατρού τον χτυπημένο... Ε, τότε έχουμε μπροστά στα μάτια μας μια άλλης ποιότητας καταστολή. Ετσι, βήμα βήμα, «άνωθεν» παρεμβάσεις διόρθωναν τυχόν «παραλείψεις» στην αμείλικτη στάση του κρατικού μηχανισμού απέναντι σε μια συμβολική πράξη καταδίκης του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Πόσο «άνωθεν» και από πού, δεν ξέρουμε. Μπορούμε όμως σίγουρα να υποθέσουμε ότι αφορά τις πολυποίκιλες και πολυπλόκαμες συνδέσεις των μηχανισμών καταστολής, της ΓΑΔΑ κ.ά. της ίδιας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, με επιτελεία των ΑμερικανοΝΑΤΟικών συμμάχων της. Τελικά, στον Τρούμαν η κυβέρνηση υπεράσπισε την επιλογή εμπλοκής της στην επέμβαση ΗΠΑ - ΝΑΤΟ στη Συρία.

Απάντηση του λαού είναι το δυνάμωμα της πάλης.

ριζοσπάστης

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ



του Ελισσαίου Βαγενά

Παρά το γεγονός ότι η σοβιετική ψυχολογία έχει να παρουσιάσει ένα πολυσήμαντο και αξιόλογο έργο μελέτης του ανθρώπου και ειδικότερα του παιδιού, αυτό, σε αντίθεση με τις εργασίες άλλων, δυτικών ψυχολογικών κατευθύνσεων, παραμένει άγνωστο στη χώρα μας.

Το γεγονός πως πλέον δεν υπάρχει η Σοβιετική Ενωση, δεν ανατρέπει την αναγκαιότητα γνωριμίας με τη δουλιά και τις απόψεις των Σοβιετικών ψυχολόγων. Κι αυτό γιατί η σοβιετική ψυχολογία αποτέλεσε μια σημαντική προσπάθεια ανάπτυξης της ψυχολογίας πάνω στις φιλοσοφικές βάσεις του διαλεκτικού υλισμού, προέκυψε, δηλαδή, ως μια μαρξιστική ψυχολογία. Συμπερασματικά, λοιπόν, το έργο της αφορά άμεσα κάθε επιστήμονα που θέλει η ψυχολογία να οικοδομηθεί και ν’ αναπτυχθεί σε μια τέτια βάση.

Η συγκεκριμένη προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά πέντε, μικρών σχετικά αλλά θα λέγαμε θεμελιακών, έργων κορυφαίων Σοβιετικών ψυχολόγων στη σφαίρα της παιδικής και εξελικτικής ψυχολογίας, μπορεί να ενδιαφέρει κι άλλους ανθρώπους που ασχολούνται ή έχουν σκοπό ν’ ασχοληθούν με την εκπαίδευση των παιδιών.

Κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή, πρέπει να αναφέρουμε πως οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι, αρχίζοντας από τον Λ. Σ. Βιγκότσκι, επηρεάστηκαν σημαντικά στον προσανατολισμό τους από το σημαντικότερο γεγονός του 19ου αιώνα, από την πραγματοποίηση της Μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης και την προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλιστικού κράτους στην ΕΣΣΔ.

Ηταν για την ψυχολογία μια εποχή στην οποία μεσουρανούσαν στην Ευρώπη τα ρεύματα του φροϊδισμού, της μορφολογικής (γκεστάλ) - ψυχολογίας, της σχολής του Βιούρτσμπουργκ κλπ., ενώ στις ΗΠΑ έκανε την εμφάνισή του ένα ριζοσπαστικό για την εποχή του ρεύμα, ο μπιχεβιορισμός. Την ίδια ώρα στη Ρωσία η ψυχολογία περιοριζόταν στους στενά ακαδημαϊκούς κύκλους, κυρίως πάνω σε υποκειμενικές βάσεις του φιλοσοφικού ιδεαλισμού.

Η Επανάσταση έφερε σημαντικές αλλαγές σ’ όλη τη ζωή και βέβαια σ’ όλες τις κατευθύνσεις της επιστήμης. Η αλλαγή αυτή έγινε ιδιαίτερα αισθητή σε τομείς όπως η ψυχολογία. Ετσι, στη θέση της «παλιάς» ψυχολογίας, δημιουργήθηκε η αναγκαιότητα της εμφάνισης της νέας ψυχολογίας, που να στηρίζεται στο διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό. Δεν καταλάβαιναν όλοι οι ψυχολόγοι της εποχής αυτή την αναγκαιότητα. Ομως, ήδη αυτό το ζήτημα άρχισε από το 1920 να το θέτει ο Π.Π. Μπλόνσκι, ενώ σημαντική στροφή πραγματοποιήθηκε με την εισήγηση του Κ.Ν. Κορνίλοφ με τον τίτλο «Η ψυχολογία κι ο Μαρξισμός», στο πρώτο συνέδριο ψυχονευρολογίας στη Μόσχα το 1923.

Η εμφάνιση της μαρξιστικής ψυχολογίας στην ΕΣΣΔ έγινε μέσα από μια σκληρή αντιπαράθεση με τους ιδεαλιστές ψυχολόγους, μ’ επικεφαλής τον Γκ.Ι. Τσελπάνοφ, που ολοκληρώθηκε με την απομάκρυνση του τελευταίου (το Νοέμβρη του 1923) από τη θέση του Διευθυντή του Ψυχολογικού Ινστιτούτου και την τοποθέτηση σ’ αυτή τη θέση του Κ.Ν. Κορνίλοφ.

Παρά το γεγονός πως ο στόχος είχε τεθεί και ήταν η οικοδόμηση μιας μαρξιστικής ψυχολογίας, υπήρξαν σοβαρά προβλήματα προς την υλοποίησή του. Από ποιους δρόμους θα εμφανιζόταν αυτή η ψυχολογία; Ποια η σχέση της με τα υπάρχοντα ψυχολογικά ρεύματα και σχολές;

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι ψυχολόγοι της εποχής που προσπαθούσαν να ενοποιήσουν θέσεις, απόψεις διαφορετικών σχολών με θέσεις του μαρξισμού. Ή κι άλλοι που προσπαθούσαν να μεταφέρουν, να «κολλήσουν» στην υπάρχουσα ψυχολογία κάποιες θεμελιακές θέσεις της μαρξιστικής φιλοσοφίας απλώς αντιγράφοντάς τες. Ετσι, η μάχη για την οικοδόμηση της μαρξιστικής ψυχολογίας έπρεπε ταυτόχρονα να δοθεί σε δύο μέτωπα: ενάντια στον ιδεαλισμό, αλλά κι ενάντια στο χυδαίο υλισμό, κυρίως ενάντια στη μηχανιστική και βιολογικοποιημένη προσέγγιση της ψυχολογίας.

Το 1924 στην ψυχολογία «ήρθε» ο Βιγκότσκι (1896-1934), που καταλάβαινε την αναγκαιότητα αυτής της ακριβώς διμέτωπης διαπάλης. Πολλές θέσεις, που στη συνέχεια εξέθεσε ο Βιγκότσκι, αποτέλεσαν τη βάση της σοβιετικής ψυχολογίας. Ιδιαίτερη σημασία για τη δημιουργία της μεθοδολογικής βάσης της μαρξιστικής ψυχολογίας αποτέλεσε η εργασία του Λ.Σ. Βιγκότσκι: Το ιστορικό νόημα της κρίσης της Ψυχολογίας, στην οποία ο ίδιος έγραψε πως η ψυχολογία είναι μια συγκεκριμένη επιστήμη. Κάθε ψυχολογική θεωρία -υποστήριξε- έχει τη φιλοσοφική της βάση, φανερή ή καλυμμένη. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η θεωρία προκαθορίζεται από το φιλοσοφικό της θεμέλιο. Γι’ αυτό, εάν δεν μπουν τα θεμέλια της ψυχολογίας, δεν έχει κανένα νόημα να παίρνονται κάποια αποτελέσματα της ψυχολογίας και στη συνέχεια να ενώνονται με κάποιες θέσεις του διαλεκτικού υλισμού.

Για την κατάσταση που επικρατεί στην ψυχολογία στις μέρες του, ο Λ.Σ. Βιγκότσκι σημειώνει: «Δεν υπάρχουν πολλές ψυχολογίες, υπάρχουν μόνο δύο: η φυσικο-επιστημονική, υλιστική και η υποκειμενική-σπιριτουαλιστική»[1]... «κι απαιτείται η «χειρουργική παρέμβαση» για το διαχωρισμό τους»[2]. Η μαρξιστική ψυχολογία, σύμφωνα με τον Βιγκότσκι, έπρεπε ακριβώς να οικοδομηθεί.

Δεν μπορούμε οπωσδήποτε, ούτε είναι σκοπός μας, να αναφερθούμε εδώ σ’ όλο το δρόμο που ακολούθησε ο Βιγκότσκι για να δημιουργήσει την πολιτιστικο-ιστορική κατεύθυνση (ή σχολή) της ψυχολογίας. Είναι, όμως, απαραίτητο να πούμε λίγα λόγια γι’ αυτή, που θα βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση κι εμβάθυνση στις 5 εργασίες των εκπροσώπων αυτής της σχολής που παρουσιάζουμε παρακάτω.


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Λ.Σ. ΒΙΓΚΟΤΣΚΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ-ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Ο Λ.Σ. Βιγκότσκι γράφει: «Βασικός και καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη της ψυχολογίας στη χώρα μας πρέπει να θεωρηθεί πως ήταν η θεωρία για τα εξαρτημένα αντανακλαστικά του ακαδημαϊκού Ι.Π. Παβλόφ... Είναι αλήθεια πως αυτή όχι μόνο γεννήθηκε, αλλά πρόλαβε να κάνει και τα βασικά της βήματα και να κατακτήσει την παγκόσμια αναγνώριση πριν ακόμη την Επανάσταση. Οσο, όμως, παράξενο κι αν φαίνεται αυτό, από μια πρώτη ματιά, αυτή η θεωρία ήταν ελάχιστα γνωστή στους ευρύτερους επιστημονικούς κύκλους της Ρωσίας και δεν είχε καμία επιρροή στην ανάπτυξη της ρωσικής ψυχολογίας... Μόνο στην εποχή της Επανάστασης η θεωρία για τα εξαρτημένα αντανακλαστικά έγινε παράγοντας ανάπτυξης της ψυχολογικής επιστήμης... Κύρια αιτία αυτού, ήταν η βαθιά συγγένεια που υπάρχει ανάμεσα στις ιδέες της Επανάστασης και τη νέα θεωρία. Η Επανάσταση αμέσως υιοθέτησε τη νέα ψυχολογία»[3].

Σ’ αυτή την αναγνώριση του θεμελιακού ρόλου του Παβλόφ, ορισμένοι είδαν καθαρά πολιτικά κίνητρα. Ετσι, ένας από τους θεμελιωτές του μπιχεβιορισμού, ο Σκίνερ, το 1969 έγραφε σχετικά: «Το 1917, οι Ρώσοι είχαν ανάγκη από την αρχή του εξαρτημένου αντανακλαστικού για την ισχυροποίηση της ιδελογίας τους κι έκαναν τον Παβλόφ εθνικό ήρωα. Με τη βοήθεια των αρχών του Παβλόφ, η ρωσική κυβέρνηση υπέθετε πως θα άλλαζε τον κόσμο κι έτσι θ’ άλλαζε και τον άνθρωπο»[4].

Η πραγματικότητα ήταν βέβαια διαφορετική, αφού οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι έβλεπαν σ’ αυτή τη θεωρία, όχι τα τάχατες κρατικά σχέδια χειραγώγησης των ανθρώπων, αλλά το θεμέλιο πάνω στο οποίο είναι δυνατό να οικοδομηθεί ένα επιστημονικό σύστημα αντιλήψεων για τις ανώτατες, τις ψυχικές, δηλαδή, μορφές της δραστηριότητας του ανθρώπου. Ετσι, οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι προχώρησαν πέρα από τον Παβλόφ.

Ο Βιγκότσκι έδειξε πως στον άνθρωπο εμφανίζεται ένα ιδιαίτερο είδος ψυχικών λειτουργιών που δεν υπάρχουν στα ζώα και τις οποίες ονόμασε «ανώτατες ψυχικές λειτουργίες». Οι ψυχικές λειτουργίες, που δίνονται από τη φύση («φυσικές»), μεταμορφώνονται σε λειτουργίες ανώτατου επιπέδου ανάπτυξης («πολιτιστικές»): η μηχανική μνήμη γίνεται λογική, οι αυθόρμητες παραστάσεις γίνονται στοχο-προσηλωμένη σκέψη ή δημιουργική φαντασία, η παρορμητική κίνηση γίνεται παραγωγική κλπ. (Αυτό, όπως βλέπουμε, είναι ένα πρώτο βήμα πέρα από τη θεωρία του εξαρτημένου αντανακλαστικού του Παβλόφ). Αυτές, λοιπόν, οι λειτουργίες αποτελούν το ανώτατο επίπεδο του ψυχισμού του ανθρώπου, που γενικευμένα ονομάζεται συνείδηση. Αυτή διαμορφώνεται μέσα από τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και χάρη σ’ αυτές. Μ’ άλλα λόγια, οι ανώτατες ψυχικές λειτουργίες έχουν κοινωνική φύση.

Πώς, όμως, γίνεται αυτό στην πράξη; Οπως ο άνθρωπος κατέκτησε τη φύση με τη βοήθεια των εργαλείων, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με την «κατάκτηση» των δικών του ψυχικών λειτουργιών. Μόνο που εδώ χρησιμοποιεί ιδιαίτερα εργαλεία, μέσα, που είναι ψυχολογικά.

Ετσι, ο Βιγκότσκι, προσανατολιζόμενος στο μαρξισμό, εισάγει στην ψυχολογία ένα ακόμη νέο στοιχείο, αυτό του εργαλείου, του μέσου, το οποίο έχει κοινωνικο-ιστορική φύση, κι όχι ατομικο-ψυχολογική ή βιολογική. Επρόκειτο οπωσδήποτε για την πραγματοποίηση ενός κοινωνικά ντετερμινιστικού (αιτιοκρατικού) βήματος, το οποίο βοήθησε την ψυχολογία να δημιουργήσει μια νέα προσέγγιση προς το ζήτημα του καθορισμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ως συνειδητά ελεγχόμενης, [σ’ αντίθεση από άλλες προσεγγίσεις, τόσο τις ενστικτώδεις (των φροϊδιστών) όσο και της «ενίσχυσης» (των μπιχεβιοριστών)].

Σε αναλογία με το εργαλείο της εργασίας, ο Βιγκότσκι, προσάπτει μια εργαλειακή λειτουργία στη λέξη, στο λόγο.Την ομοιότητα ανάμεσα στο εργαλείο και τη λέξη (ή σύμβολο) την προσέγγιζε έτσι που οι άμεσες σχέσεις του ψυχικού «οικοδομήματος» του οργανισμού με τον κόσμο του, μετατρέπονται σε έμμεσες. Διαχωρίζονται επίσης το εργαλείο από το σύμβολο από την κατεύθυνσή τους: το εργαλείο αλλάζει το εξωτερικό αντικείμενο, ενώ το σύμβολο την εσωτερική (ψυχική) δομή της συμπεριφοράς, προς την οποία και είναι προσανατολισμένο.

Ετσι, λοιπόν, ο Βιγκότσκι και μαζί του η σοβιετική ψυχολογία κάνουν ένα ακόμη βήμα παραπέρα από το απλοϊκό σχήμα κίνητρο (S) - αντίδραση (R), αφού σ’ αυτό παρεμβάλλεται το μέσο (Χ).

Πρωταρχικά αυτά τα ψυχολογικά μέσα εμφανίζονται σε εξωτερική, υλική μορφή και χρησιμοποιούνται στην επικοινωνία ως μέσα επίδρασης στον άλλο άνθρωπο. Με τον καιρό όμως, ο άνθρωπος αρχίζει να τα χρησιμοποιεί και προς τον εαυτό του. «... Κάθε λειτουργία στην πολιτιστική ανάπτυξη του παιδιού εμφανίζεται στη σκηνή δύο φορές, σε δυο πλάνα, πρώτα στο κοινωνικό, έπειτα στο ψυχολογικό, πρώτα ανάμεσα στους ανθρώπους, ως κατηγορία δια-ψυχική, κι έπειτα στο παιδί, ως κατηγορία εσω-ψυχική»[5] -γράφει ο Βιγκότσκι. Αυτή είναι η διαδικασία της εσωτερίκευσης.

Συμπερασματικά, λοιπόν, η πολιτιστικο-ιστορική σχολή διατύπωσε τη θεωρία για την ανάπτυξη των ψυχικών λειτουργιών κατά τη διάρκεια του προτσές (της διαδικασίας) έμμεσης αφομοίωσης από το άτομο των αξιών του πολιτισμού. Μιας αφομοίωσης (εσωτερίκευσης) που γίνεται μέσω της επικοινωνίας, από τις άμεσες κοινωνικές επαφές του παιδιού με τους ενηλίκους και στη συνέχεια «αφομοιώνονται» στη συνείδησή του.

Η σημασία αυτής της θέσης είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον τομέα της παιδικής ψυχολογίας, όσο και την παιδαγωγική. Κι αυτό γιατί, χάρη σ’ αυτή η ψυχική ανάπτυξη του παιδιού συνδέεται με την οργανωμένη επίδραση των ενηλίκων.

Στο κέντρο των ενδιαφερόντων του Λ.Σ. Βιγκότσκι και της σχολής του βρέθηκε η πολιτιστική ανάπτυξη του παιδιού. Η αφομοίωση του πολιτισμού από τους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της συλλογικής τους δραστηριότητας, γίνεται σε τέτιες μορφές όπως είναι η εκπαίδευση κι η διαπαιδαγώγηση. Για τον Βιγκότσκι, η εκπαίδευση κι η διαπαιδαγώγηση αποτελούν τις βασικές μορφές της ψυχικής ανάπτυξης του ανθρώπου. Εφόσον το περιεχόμενο του πολιτισμού, της εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης από ιστορική εποχή σε εποχή αλλάζει, τότε και η ψυχική ανάπτυξη του παιδιού έχει συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτήρα.

Η ιδέα του κυρίαρχου ρόλου που παίζει ο ενήλικας στην ανάπτυξη του παιδιού οδήγησε τον Βιγκότσκι στην έννοια της «ζώνης της πλησιέστερης ανάπτυξης». Πρόκειται για εκείνα τα καθήκοντα, στόχους τους οποίους το παιδί δεν μπορεί να τους επιλύσει τη δεδομένη στιγμή, παρά μόνο με τη βοήθεια του ενήλικου. Και μόνο στη συνέχεια το παιδί μπορεί αυτούς τους στόχους να τους επιτύχει μόνο του, με τη θέλησή του. Μ’ αυτή τη θέση, ο Βιγκότσκι απαντά στο ερώτημα «Τι προηγείται: η εκπαίδευση ή η ανάπτυξη;» υπέρ του πρώτου, υπέρ, δηλαδή, της μάθησης, η οποία θα πρέπει να προηγείται και να «τραβά» την ανάπτυξη του παιδιού.

Ο Βιγκότσκι εισάγει επίσης έναν ακόμη νέο όρο, αυτόν της κοινωνικής κατάστασης ανάπτυξης» του παιδιού, με τον οποίο εννοούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του, ο τρόπος με τον οποίο βιώνει την επίδραση αυτής της κοινωνικής κατάστασης, με τον οποίο γίνεται προσπάθεια να ξεπεραστούν απόψεις που ερμήνευαν τη συμπεριφορά του παιδιού σε άμεση σχέση με τις εξωτερικές συνθήκες, όπως έγραφε χαρακτηριστικά: «Οπως με τον αλκοολισμό του παππού συχνά με ευθύ τρόπο ερμηνεύουν τη συμπεριφορά του εγγονού, έτσι κι εκείνα ή τα άλλα οικογενειακά σημεία διαβίωσης (στενότητα χώρου, κακές σχέσεις ανάμεσα στους γονείς, ύπαρξη κακών παραδειγμάτων κλπ.) τα συνδέουν σε άμεση εξάρτηση με τα παραπάνω για τη συμπεριφορά του παιδιού...»[6]. Ομως αυτή η σχέση δεν είναι τόσο ευθεία, υπογράμμιζε ο Βιγκότσκι, καλώντας να μεταφερθεί η προσοχή μας, το κέντρο των ερευνών μας προς την πλευρά της μελέτης της ίδιας της δραστηριότητας, της ενεργητικότητας του παιδιού, των βιωμάτων του, που συνδέονται με την αλλαγή του κοινωνικού του περιβάλλοντος.

Στη συγκεκριμένη έκδοση φιλοξενούνται δύο εργασίες του μεγάλου Σοβιετικού ψυχολόγου, που αφορούν την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού. Πρόκειται για τον Πρόλογο του Λ.Σ. Βιγκότσκι στη ρωσική μετάφραση του βιβλίου του Κ. Μπιούλερ «Δοκίμιο για την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού» και το άρθρο του «Για το ζήτημα της δυναμικής του παδικού χαρακτήρα».

Σημαντικό ήταν και το έργο κι οι απόψεις που παρουσίασαν δύο ακόμη πολύ γνωστοί εκπρόσωποι της σοβιετικής ψυχολογίας, οι Α. Λεόντιεφ και Ντ. Ελκόνιν. Η παρέμβασή τους έχει επίσης άμεση σχέση με την ψυχική ανάπτυξη των παιδιών.


ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ Α. Ν. ΛΕΟΝΤΙΕΦ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ
ΟΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΝΤ. ΜΠ. ΕΛΚΟΝΙΝ

Ο Α.Ν. Λεόντιεφ (1903-1979) ξεχώρισε στη θεωρία του Λ. Βιγκότσκι μια θεμελιακή ιδέα, την ιδέα της δραστηριότητας, και προσπάθησε να την αναπτύξει και να τη συγκεκριμενοποιήσει. Απ’ αυτή την άποψη, η θεωρία της δραστηριότητας αποτελεί συνέχεια της πολιτιστικο-ιστορικής σχολής, που θεμελίωσε ο Βιγκοτσκι.

Η προσέγγιση του αντικειμένου αποτελεί, σύμφωνα με το γνωστό Σοβιετικό ψυχολόγο Β.Β. Νταβίντοφ, τον πυρήνα της θεωρίας της δραστηριότητας. Ακριβώς αυτή η αρχή μάς επιτρέπει να χαράξουμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην προσέγγιση της θεωρίας της δραστηριότητας από τις διάφορες φυσιοδιφικές και μπιχεβιοριστικές αντιλήψεις του σχήματος «κίνητρο-αντίδραση», «οργανισμός-περιβάλλον» κλπ., κι αυτό γιατί ο Α.Ν. Λεόντιεφ καταλαβαίνει το αντικείμενο όχι ως «πράγμα», το οποίο είναι ένα υπαρκτό αντικείμενο της φύσης, αλλά σαν αυτό στο οποίο είναι προσανατολισμένη η ενέργεια... δηλαδή σαν κάτι που έχει σχέση με τη ζωντανή ύπαρξη, σαν αντικείμενο της δραστηριότητάς του, άσχετα αν πρόκειται για δραστηριότητα εξωτερική ή εσωτερική[7].

Οπως σημειώνει ο ίδιος: «...το αντικείμενο παρουσιάζεται διπλά: αρχικά, ως ανεξάρτητη ύπαρξη, που υποτάσσεται στον εαυτό της, που αναμορφώνει τη δραστηριότητα του υποκειμένου, ως μορφή του αντικειμένου, σαν προϊόν της ψυχικής αντανάκλασης των στοιχείων του, που πραγματοποιείται ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας του υποκειμένου και διαφορετικά δε θα μπορούσε να είναι»[8].

Στο αντικείμενο, μέσω της παραγωγικής δραστηριότητας του ανθρώπου, της εργασίας, έχουμε την πραγμάτωση των ανθρώπινων ικανοτήτων, την αποκρυστάλλωση των κατακτήσεων της κοινωνικο-ιστορικής ανάπτυξης του ανθρώπινου είδους.

Ετσι, το αντικείμενο δεν παρουσιάζεται σαν «σημείο ύλης στο διάστημα», ούτε σαν κίνητρο που προκαλεί αντίδραση, αλλά ως αντικείμενο-μεταφορέας της κοινωνικο-ιστορικής εμπειρίας, που καθορίζει την ιδιαιτερότητα της πράξης με το αντικείμενο.

Σ’ αντίθεση με τις θέσεις των μπιχεβιοριστών, η θεωρία της δραστηριότητας υποστηρίζει τις αρχές της ενεργητικότητας της ψυχικής αντανάκλασης, καθώς και της ενότητας της συμπεριφοράς με τη συνείδηση. Αυτή η ενεργητικότητα και συνειδητοποίηση είναι που καθορίζει τη δραστηριότητα του υποκειμένου.

Σύμφωνα μ’ αυτά, υπάρχει εξάρτηση των γνωστικών διαδικασιών από διαφόρων ειδών αξίες, στόχους, θέσεις, ανάγκες, αισθήματα και την προηγούμενη πείρα, που καθορίζουν τη δυνατότητα επιλογής και την κατεύθυνση της δραστηριότητας. Σε κάθε δραστηριότητα του ανθρώπου (υποκειμένου) υπάρχουν πράξεις. Για να προκύψουν αυτές, απαιτείται να υπάρχει αυτό που στη σοβιετική ψυχολογία συνηθίζεται να ονομάζεται προσανατολισμένη βάση της πράξης, και στην οποία εντάσσονται οι γνώσεις του υποκειμένου για την ίδια την πράξη, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή γίνεται. Μ’ άλλα λόγια, θα λέγαμε ότι πρόκειται για τη μορφή (την ιδέα) για το περιβάλλον και για την πράξη που έχει το υποκείμενο. Τέλος, οποιαδήποτε πράξη περικλείει ένα σύνολο εγχειρημάτων (προσπαθειών).

Στις εργασίες του Λεόντιεφ διατυπώθηκαν και περιγράφτηκαν η γενική δομή της δραστηριότητας, οι ψυχολογικοί μηχανισμοί της και οι βασικές μορφές της. Σύμφωνα μ’ αυτά, υπάρχουν δύο σημαντικοί κρίκοι της δραστηριότητας, ο προσανατολιστικός και ο εκτελεστικός. Ο πρώτος κρίκος περικλείει τις ανάγκες, τα μοτίβα και τους στόχους. Ο δεύτερος κρίκος αποτελείται από τις πράξεις και τα εγχειρήματα.

Ανοίγοντας εδώ μια παρένθεση, αξίζει ν’ αναφέρουμε πως, σύμφωνα με τον Λεόντιεφ, πράξη είναι η βασική μονάδα ανάλυσης της δραστηριότητας. Είναι το προτσές που κατευθύνεται προς την υλοποίηση του στόχου (σκοπού). Στόχος (ή σκοπός) είναι η μορφή του επιθυμητού αποτελέσματος που πρέπει να επιτευχθεί κατά τη διάρκεια της πράξης, ενώ τέλος, ενέργεια, ονομάζεται ο τρόπος υλοποίησης της πράξης.

Οι ανάγκες, τα κίνητρα (μοτίβα) και οι στόχοι είναι που προσανατολίζουν τον άνθρωπο στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Κατά τον Λεόντιεφ, ακριβώς αυτή η προσανατολιστική πλευρά είναι και η καθοριστική στη διαμόρφωση της πράξης. Αυτή η θέση του Α. Λεόντιεφ είναι ιδιαίτερα σημαντική για την παιδαγωγική ψυχολογία, αφού:

1. Υπογραμμίζει τον αποφασιστικό ρόλο του προσωπικού νοήματος που έχουν για ένα παιδί σχολικής ηλικίας οι γνώσεις που καλείται ν’ αφομοιώσει. Με βάση αυτή την προσέγγιση μπορεί κανείς να δει καλύτερα το ρόλο της συνειδητοποίησης στην εκπαίδευση. Κατά την άποψη του Λεόντιεφ, εκείνο που χαρακτηρίζει τη συνειδητοποίηση στην εκπαίδευση, δεν είναι κάποιες απαιτήσεις προς κάποιες ξέχωρες ψυχολογικές λειτουργίες: τη νόηση, τη μνήμη κλπ. Μ’ άλλα λόγια δεν είναι η γνώση ούτε η κατανόηση του μελετούμενου υλικού αυτό που χαρακτηρίζει τη συνειδητοποίηση, αλλά το νόημα το οποίο παίρνει αυτό το υλικό για το μαθητή. Αυτό το νόημα καθορίζεται με τη σειρά του από τα μοτίβα της εκπαιδευτικής (μαθησιακής) δραστηριότητας.

Αν, λοιπόν, το κίνητρο της μαθησιακής δραστηριότητας είναι απλώς η αποστήθιση της ύλης για την εισαγωγή στην επόμενη βαθμίδα της εκπαίδευσης, όπως γινόταν και εντείνεται στις μέρες μας, τότε είναι φανερό πως το προσωπικό νόημα της μάθησης είναι αρκετά επιφανειακό και επισφαλές στο πέρασμα του χρόνου. Ετσι που οι όποιες γνώσεις που απαιτούνται από το παιδί να έχουν μια σύντομη «ημερομηνία λήξης».

Ο Λεόντιεφ δείχνει επίσης πως η εμφάνιση νέων μοτίβων, που δημιουργούν νέα νοήματα, «ανοίγει» και νέες δυνατότητες στη σφαίρα της νόησης. Ετσι, η γνωστή παιδαγωγική αρχή της ενότητας της διαπαιδαγώγησης και της μάθησης, προσεγγίζεται από τον Λεόντιεφ μέσα από τη διαμόρφωση της ενότητας του νοήματος και της σημασίας.

2. Αυτή η προσέγγιση του ζητήματος οδηγεί τον Λεόντιεφ να απαντά πως στο δίδυμο «διαπαιδαγώγησης-μάθησης», προηγείται η διαπαιδαγώγηση και έπεται η μάθηση. Η θέση αυτή του Λεόντιεφ έχει τεράστια σημασία στις μέρες μας, όπου υλοποιείται η κυρίαρχη αντίληψη του «εκπαιδεύσιμου» (κατά το «απασχολήσιμου»). Δηλαδή ενός αστικού εκπαιδευτικού συστήματος που προβάλλει ένα μοντέλο εκπαίδευσης που περιορίζεται στην παροχή μιας «στενής» ειδίκευσης στους νέους. Μιας εκπαίδευσης με στόχο να δημιουργήσει υψηλά καταρτισμένο επιστημονικό-τεχνολογικό δυναμικό, αλλά που θα στερεί και θα υποτιμά όλα εκείνα που μορφώνουν και διαπαιδαγωγούν τον άνθρωπο.

Στην περίπτωση ενός τέτιου εκπαιδευτικού συστήματος, η διαπαιδαγώγηση δεν μπορεί παρά να διαμορφώνεται κυρίως από εξω-σχολικούς παράγοντες. Ο ρόλος του σχολείου και του εκπαιδευτικού φτωχαίνει αντικειμενικά.

Σε έρευνες που ακολούθησαν από άλλους Σοβιετικούς ψυχολόγους (Π. Γκαλπέριν, Ντ. Ελκόνιν, Α. Ζαπορόζετς, Π. Ζιντσένκο κλπ.), στη βάση της προσέγγισης που επεξεργάστηκε ο Λεόντιεφ, αποκαλύφθηκε πως ο προσανατολισμός των παιδιών παίζει τεράστιο ρόλο στην επίλυση διάφορων ασκήσεων που αφορούν τη νόηση, τη μνημόνευση, τη διαίσθηση διαφόρων αντικειμένων, την απόκτηση ικανοτήτων κλπ. Η προσέγγιση και οι έρευνες που ξεκίνησε ο Λεόντιεφ, και συνέχισαν άλλοι Σοβιετικοί ψυχολόγοι, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παιδική ψυχολογία, αφού ασκεί κριτική σ’ εκείνες τις απόψεις που θεωρούν πως το προτσές της αντίληψης περιορίζεται στην παθητική αφομοίωση από το υποκείμενο των εξωτερικών επιδράσεων. Ο Λεόντιεφ έδειξε πως μια τέτια ερμηνεία είναι λαθεμένη και μάλιστα οδηγεί σε ιδεαλιστικά συμπεράσματα.

Βάση της οντογενετικής ανάπτυξης της συνείδησης, του ψυχισμού του ανθρώπου είναι η ανάπτυξη της δραστηριότητάς του. Με την εμφάνιση κάποιας νέας δραστηριότητας του ανθρώπου, εμφανίζονται εκείνες ή άλλες νέες λειτουργίες της συνείδησης (έτσι, για παράδειγμα, στο παιδί της προσχολικής ηλικίας, μέσω της δραστηριότητας, εμφανίζονται τέτιες ψυχικές λειτουργίες, όπως η φαντασία, και ο συμβολισμός). Σε κάθε ηλικιακή περίοδο στη ζωή του ανθρώπου υπάρχει κάποια βασική (κυρίαρχη) δραστηριότητα.

Στις διαφορετικές παιδικές ηλικίες, οι αντίστοιχες κυρίαρχες δραστηριότητες κινούνται στην κατεύθυνση να βοηθήσουν το παιδί στην αφομοίωση εκείνου ή του άλλου περιεχομένου της κοινωνικής εμπειρίας. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής της αφομοίωσης, το παιδί αναπαράγει στη δραστηριότητά του τις ιστορικά διαμορφωμένες ανθρώπινες ικανότητες.

Στη συγκεκριμένη έκδοση φιλοξενούνται δύο εργασίες του Α.Ν. Λεόντιεφ «Για τη θεωρία της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού» και το άρθρο του «Αρχές της ψυχικής ανάπτυξης και το πρόβλημα της διανοητικής ανεπάρκειας».

Ο Ντ. Μπ. Ελκόνιν (1904-1984) ασχολήθηκε, μαζί με τους συνεργάτες του, με πειραματικές και θεωρητικές μελέτες που αφορούσαν ζητήματα της παιδικής και παιδαγωγικής ψυχολογίας, στηριζόμενος στις απόψεις του Λ. Βιγκότσκι. Στις εργασίες του εξετάστηκαν τα ζητήματα της φύσης της παιδικής ηλικίας και του διαχωρισμού της σε περιόδους. Θέματα προς τα οποία στράφηκε η προσοχή του Ντ. Μπ. Ελκόνιν ήταν οι ψυχολογικές ιδιαιτερότητες διάφορων περιόδων της παιδικής ηλικίας, η ανάπτυξη του προφορικού και γραπτού λόγου, η ψυχολογία του παιχνιδιού, η σύνδεση της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού με τη μάθηση.

Ο Ντ. Μπ. Ελκόνιν θεμελίωσε τη θέση πως η παιδική ηλικία έχει συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτήρα και οι γενικές ψυχολογικές ιδιαιτερότητες διάφορων περιόδων της ζωής επίσης αλλάζουν από μια ιστορική εποχή σε κάποια άλλη.

Ο ίδιος πρότεινε ένα διαχωρισμό σε περιόδους ανάπτυξης (για τις συνθήκες της σοσιαλιστικής κοινωνίας), που ήταν δομημένος στην έννοια της κυρίαρχης δραστηριότητας. Στη συγκεκριμένη έκδοση, φιλοξενείται μια εργασία του Ντ. Μπ. Ελκόνιν με τίτλο: «Για το ζήτημα της ψυχικής ανάπτυξης στην παιδική ηλικία».

Οπωσδήποτε δεν αποτελεί στόχο αυτής της εισαγωγής να εκθέσουμε σε όλη την πληρότητά της την αντίληψη που διαμόρφωσαν σε ένα διάστημα πολλών δεκαετιών οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι. Ούτε σε μια μικρή συλλογή εργασιών τους μπορούμε να χωρέσουμε τον πλούτο των ερευνών, συμπερασμάτων και της προσέγγισης που αυτοί διαμόρφωσαν. Εκείνο που θέλαμε να πετύχουμε, κι αυτό θα το κρίνει στη συνέχει ο αναγνώστης, είναι να τον προϊδεάσουμε, να του δώσουμε ορισμένα «εργαλεία», που θα κάνουν πιο εύκολη τη γνωριμία του με πέντε σημαντικές εργασίες Σοβιετικών ψυχολόγων. Επίσης θέλαμε να θίξουμε ορισμένες επίκαιρες, και για το σήμερα, πλευρές των συγκεκριμένων έργων.

Το γεγονός πως αυτές οι εργασίες αφορούν την παιδική ψυχολογία, την παιδική ηλικία, δεν ήταν μια τυχαία επιλογή. Κατ’ αρχάς στην ίδια τη σοβιετική ψυχολογία, από τα πρώτα της κιόλας βήματα, δόθηκε ιδιαίτερο βάρος και προσοχή στον τομέα αυτό. Ο ίδιος ο θεμελιωτής της πολιτιστικο-ιστορικής αντίληψης, ο Λεφ Βιγκότσκι, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος των ερευνών κι εργασιών του ακριβώς στην παιδική ηλικία. Από την ίδια, λοιπόν, την πραγματικότητα έχει συσσωρευτεί ένα τεράστιο έργο που είναι κρίμα να παραμένει άγνωστο για τον Ελληνα ψυχολόγο, εκπαιδευτικό, γονιό, ιδιαίτερα για όσους ενδιαφέρονται για μια μαρξιστική προσέγγιση του ψυχισμού.

Ταυτόχρονα, μέσα από αυτό το έργο που αφορά την παιδική ηλικία μπορεί κανείς να διαγνώσει πολλές σημαντικές μεθοδολογικές θέσεις που κάνουν τη συνεισφορά της σοβιετικής ψυχολογίας να διαφέρει από τις άλλες ψυχολογικές σχολές κι αντιλήψεις.

Από την εποχή που γράφτηκαν αυτές οι εργασίες «πολύ νερό κύλησε στ’ αυλάκι», όμως πιστεύουμε πως αυτές, όπως και πολλές άλλες, διατηρούν μια διαχρονική αξία, γι’ αυτό άλλωστε και τις παρουσιάζουμε. Οπωσδήποτε μπορεί κανείς στο μέλλον να ανατρέξει σε μια γνωριμία και με πιο πρόσφατες εργασίες, πιο σύγχρονων για τις μέρες μας επιστημόνων, όμως και πάλι τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη γνωριμία με το έργο των «κλασικών», θα λέγαμε, της σοβιετικής ψυχολογίας.

Αλλωστε, σε κάθε υπόθεση από κάπου θα πρέπει να γίνει μια αρχή. Ελπίζουμε πως η συλλογή αυτή θ’ αποτελέσει μια καλή αρχή.





Το κείμενο είναι η εισαγωγή του Ελισσαίου Βαγενά στην ομότιτλη συλλογή άρθρων των: Λ.Σ. Βιγκότσκι, Α.Ν. Λεόντιεφ, Ντ. Μπ. Ελκόνιν, εισαγωγή και μετάφραση: Ελισσαίος Βαγενάς, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2003.
Ο Ελισσαίος Βαγενάς είναι μέλος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ.


[1] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Το ιστορικό νόημα της κρίσης της Ψυχολογίας», Απαντα, τόμ. 1, σελ. 381.
2] Στο ίδιο, σελ. 411.
[3] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Η ψυχολογική επιστήμη στην ΕΣΣΔ. Κοινωνικές επιστήμες στην ΕΣΣΔ». Μόσχα, 1928, σελ. 204.
[4] B. Skinner: «Contingencies of Reinforcement». N.Y., 1969, pp. 35.
[5] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Η ιστορία της ανάπτυξης των ανώτατων ψυχικών λειτουργιών». Απαντα, τόμ. 3, σελ. 145.
[6] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Το ιστορικό νόημα της κρίσης της Ψυχολογίας». Απαντα, τόμ. 1, σελ. 308.
[7] Α.Ν. Λεόντιεφ: «Ζητήματα ανάπτυξης της προσωπικότητας». Μόσχα, 1972, 3η έκδοση, σελ. 39.
[8] Α.Ν. Λεόντιεφ: «Δραστηριότητα. Συνείδηση. Προσωπικότητα». Μόσχα, 1975, σελ. 84.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Όταν ο Αινστάιν τα είπε στον Βενιζέλο

Στις 23 Μαρτίου 1929 δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» τηλεγράφημα του Αλμπερτ Αϊνστάιν προς την κυβέρνηση Βενιζέλου. 

Ο μεγάλος επιστήμονας, που ήταν και μέλος της Επιτροπής Αμύνης των Θυμάτων της Λευκής (αστικής) Τρομοκρατίας στα Βαλκάνια, διαμαρτυρόταν για την αποβολή φοιτητών από το Πανεπιστήμιο για πολιτικούς λόγους, απαιτώντας την ελευθερία της σκέψης των φοιτητών.