Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Άνωθεν...





Τι ακριβώς υπεράσπιζε η κυβέρνηση με την επίδειξη πυγμής προχτές μπροστά στο άγαλμα του Τρούμαν;

Τα γκλομπς ανεβοκατέβαιναν στα κεφάλια των διαδηλωτών όχι μόνο επειδή η κυβέρνηση νιώθει υποχρεωμένη να τιμήσει τη μνήμη του ανθρώπου που έριξε τις ατομικές βόμβες σε Χιροσίμα - Ναγκασάκι, εγκαινίασε τη χρήση ναπάλμ στο Γράμμο και στο Βίτσι και ματοκύλισε το λαό της Κορέας.

Οταν τα ΜΑΤ αφιονισμένα ρίχνονται με μανία και απρόκλητα σε παιδιά που διαδηλώνουν, εκτοξεύοντας χημικά και ανείπωτες βρισιές, με τον επικεφαλής να διατάζει επίμονα «τη φυσούνα, τη φυσούνα», από την αγωνία του μη σωριαστεί το άγαλμα στο έδαφος...

Οταν τη μια στιγμή κυβερνητικά στελέχη βεβαιώνουν πως πρόκειται για απλές προσαγωγές και την επόμενη στιγμή «άνωθεν» ανακοινώνονται συλλήψεις...

Οταν ο εισαγγελέας «πείθεται» τελικά από τον εξωφρενικό ισχυρισμό ότι ένα άοπλο παιδί πλάκωσε στο ξύλο έναν πάνοπλο αστυνομικό και σε συνεννόηση με «άνωθεν», το παραπεμπτικό γράφει «επικίνδυνη σωματική βλάβη σε βάρος αστυνομικού»...

Οταν ενώ το αίμα τρέχει απ' το κεφάλι, ο ασφαλίτης παίρνει «άνωθεν εντολή» να αρπάξει από τα χέρια του γιατρού τον χτυπημένο... Ε, τότε έχουμε μπροστά στα μάτια μας μια άλλης ποιότητας καταστολή. Ετσι, βήμα βήμα, «άνωθεν» παρεμβάσεις διόρθωναν τυχόν «παραλείψεις» στην αμείλικτη στάση του κρατικού μηχανισμού απέναντι σε μια συμβολική πράξη καταδίκης του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Πόσο «άνωθεν» και από πού, δεν ξέρουμε. Μπορούμε όμως σίγουρα να υποθέσουμε ότι αφορά τις πολυποίκιλες και πολυπλόκαμες συνδέσεις των μηχανισμών καταστολής, της ΓΑΔΑ κ.ά. της ίδιας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, με επιτελεία των ΑμερικανοΝΑΤΟικών συμμάχων της. Τελικά, στον Τρούμαν η κυβέρνηση υπεράσπισε την επιλογή εμπλοκής της στην επέμβαση ΗΠΑ - ΝΑΤΟ στη Συρία.

Απάντηση του λαού είναι το δυνάμωμα της πάλης.

ριζοσπάστης

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ



του Ελισσαίου Βαγενά

Παρά το γεγονός ότι η σοβιετική ψυχολογία έχει να παρουσιάσει ένα πολυσήμαντο και αξιόλογο έργο μελέτης του ανθρώπου και ειδικότερα του παιδιού, αυτό, σε αντίθεση με τις εργασίες άλλων, δυτικών ψυχολογικών κατευθύνσεων, παραμένει άγνωστο στη χώρα μας.

Το γεγονός πως πλέον δεν υπάρχει η Σοβιετική Ενωση, δεν ανατρέπει την αναγκαιότητα γνωριμίας με τη δουλιά και τις απόψεις των Σοβιετικών ψυχολόγων. Κι αυτό γιατί η σοβιετική ψυχολογία αποτέλεσε μια σημαντική προσπάθεια ανάπτυξης της ψυχολογίας πάνω στις φιλοσοφικές βάσεις του διαλεκτικού υλισμού, προέκυψε, δηλαδή, ως μια μαρξιστική ψυχολογία. Συμπερασματικά, λοιπόν, το έργο της αφορά άμεσα κάθε επιστήμονα που θέλει η ψυχολογία να οικοδομηθεί και ν’ αναπτυχθεί σε μια τέτια βάση.

Η συγκεκριμένη προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά πέντε, μικρών σχετικά αλλά θα λέγαμε θεμελιακών, έργων κορυφαίων Σοβιετικών ψυχολόγων στη σφαίρα της παιδικής και εξελικτικής ψυχολογίας, μπορεί να ενδιαφέρει κι άλλους ανθρώπους που ασχολούνται ή έχουν σκοπό ν’ ασχοληθούν με την εκπαίδευση των παιδιών.

Κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή, πρέπει να αναφέρουμε πως οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι, αρχίζοντας από τον Λ. Σ. Βιγκότσκι, επηρεάστηκαν σημαντικά στον προσανατολισμό τους από το σημαντικότερο γεγονός του 19ου αιώνα, από την πραγματοποίηση της Μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης και την προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλιστικού κράτους στην ΕΣΣΔ.

Ηταν για την ψυχολογία μια εποχή στην οποία μεσουρανούσαν στην Ευρώπη τα ρεύματα του φροϊδισμού, της μορφολογικής (γκεστάλ) - ψυχολογίας, της σχολής του Βιούρτσμπουργκ κλπ., ενώ στις ΗΠΑ έκανε την εμφάνισή του ένα ριζοσπαστικό για την εποχή του ρεύμα, ο μπιχεβιορισμός. Την ίδια ώρα στη Ρωσία η ψυχολογία περιοριζόταν στους στενά ακαδημαϊκούς κύκλους, κυρίως πάνω σε υποκειμενικές βάσεις του φιλοσοφικού ιδεαλισμού.

Η Επανάσταση έφερε σημαντικές αλλαγές σ’ όλη τη ζωή και βέβαια σ’ όλες τις κατευθύνσεις της επιστήμης. Η αλλαγή αυτή έγινε ιδιαίτερα αισθητή σε τομείς όπως η ψυχολογία. Ετσι, στη θέση της «παλιάς» ψυχολογίας, δημιουργήθηκε η αναγκαιότητα της εμφάνισης της νέας ψυχολογίας, που να στηρίζεται στο διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό. Δεν καταλάβαιναν όλοι οι ψυχολόγοι της εποχής αυτή την αναγκαιότητα. Ομως, ήδη αυτό το ζήτημα άρχισε από το 1920 να το θέτει ο Π.Π. Μπλόνσκι, ενώ σημαντική στροφή πραγματοποιήθηκε με την εισήγηση του Κ.Ν. Κορνίλοφ με τον τίτλο «Η ψυχολογία κι ο Μαρξισμός», στο πρώτο συνέδριο ψυχονευρολογίας στη Μόσχα το 1923.

Η εμφάνιση της μαρξιστικής ψυχολογίας στην ΕΣΣΔ έγινε μέσα από μια σκληρή αντιπαράθεση με τους ιδεαλιστές ψυχολόγους, μ’ επικεφαλής τον Γκ.Ι. Τσελπάνοφ, που ολοκληρώθηκε με την απομάκρυνση του τελευταίου (το Νοέμβρη του 1923) από τη θέση του Διευθυντή του Ψυχολογικού Ινστιτούτου και την τοποθέτηση σ’ αυτή τη θέση του Κ.Ν. Κορνίλοφ.

Παρά το γεγονός πως ο στόχος είχε τεθεί και ήταν η οικοδόμηση μιας μαρξιστικής ψυχολογίας, υπήρξαν σοβαρά προβλήματα προς την υλοποίησή του. Από ποιους δρόμους θα εμφανιζόταν αυτή η ψυχολογία; Ποια η σχέση της με τα υπάρχοντα ψυχολογικά ρεύματα και σχολές;

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι ψυχολόγοι της εποχής που προσπαθούσαν να ενοποιήσουν θέσεις, απόψεις διαφορετικών σχολών με θέσεις του μαρξισμού. Ή κι άλλοι που προσπαθούσαν να μεταφέρουν, να «κολλήσουν» στην υπάρχουσα ψυχολογία κάποιες θεμελιακές θέσεις της μαρξιστικής φιλοσοφίας απλώς αντιγράφοντάς τες. Ετσι, η μάχη για την οικοδόμηση της μαρξιστικής ψυχολογίας έπρεπε ταυτόχρονα να δοθεί σε δύο μέτωπα: ενάντια στον ιδεαλισμό, αλλά κι ενάντια στο χυδαίο υλισμό, κυρίως ενάντια στη μηχανιστική και βιολογικοποιημένη προσέγγιση της ψυχολογίας.

Το 1924 στην ψυχολογία «ήρθε» ο Βιγκότσκι (1896-1934), που καταλάβαινε την αναγκαιότητα αυτής της ακριβώς διμέτωπης διαπάλης. Πολλές θέσεις, που στη συνέχεια εξέθεσε ο Βιγκότσκι, αποτέλεσαν τη βάση της σοβιετικής ψυχολογίας. Ιδιαίτερη σημασία για τη δημιουργία της μεθοδολογικής βάσης της μαρξιστικής ψυχολογίας αποτέλεσε η εργασία του Λ.Σ. Βιγκότσκι: Το ιστορικό νόημα της κρίσης της Ψυχολογίας, στην οποία ο ίδιος έγραψε πως η ψυχολογία είναι μια συγκεκριμένη επιστήμη. Κάθε ψυχολογική θεωρία -υποστήριξε- έχει τη φιλοσοφική της βάση, φανερή ή καλυμμένη. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η θεωρία προκαθορίζεται από το φιλοσοφικό της θεμέλιο. Γι’ αυτό, εάν δεν μπουν τα θεμέλια της ψυχολογίας, δεν έχει κανένα νόημα να παίρνονται κάποια αποτελέσματα της ψυχολογίας και στη συνέχεια να ενώνονται με κάποιες θέσεις του διαλεκτικού υλισμού.

Για την κατάσταση που επικρατεί στην ψυχολογία στις μέρες του, ο Λ.Σ. Βιγκότσκι σημειώνει: «Δεν υπάρχουν πολλές ψυχολογίες, υπάρχουν μόνο δύο: η φυσικο-επιστημονική, υλιστική και η υποκειμενική-σπιριτουαλιστική»[1]... «κι απαιτείται η «χειρουργική παρέμβαση» για το διαχωρισμό τους»[2]. Η μαρξιστική ψυχολογία, σύμφωνα με τον Βιγκότσκι, έπρεπε ακριβώς να οικοδομηθεί.

Δεν μπορούμε οπωσδήποτε, ούτε είναι σκοπός μας, να αναφερθούμε εδώ σ’ όλο το δρόμο που ακολούθησε ο Βιγκότσκι για να δημιουργήσει την πολιτιστικο-ιστορική κατεύθυνση (ή σχολή) της ψυχολογίας. Είναι, όμως, απαραίτητο να πούμε λίγα λόγια γι’ αυτή, που θα βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση κι εμβάθυνση στις 5 εργασίες των εκπροσώπων αυτής της σχολής που παρουσιάζουμε παρακάτω.


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Λ.Σ. ΒΙΓΚΟΤΣΚΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ-ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Ο Λ.Σ. Βιγκότσκι γράφει: «Βασικός και καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη της ψυχολογίας στη χώρα μας πρέπει να θεωρηθεί πως ήταν η θεωρία για τα εξαρτημένα αντανακλαστικά του ακαδημαϊκού Ι.Π. Παβλόφ... Είναι αλήθεια πως αυτή όχι μόνο γεννήθηκε, αλλά πρόλαβε να κάνει και τα βασικά της βήματα και να κατακτήσει την παγκόσμια αναγνώριση πριν ακόμη την Επανάσταση. Οσο, όμως, παράξενο κι αν φαίνεται αυτό, από μια πρώτη ματιά, αυτή η θεωρία ήταν ελάχιστα γνωστή στους ευρύτερους επιστημονικούς κύκλους της Ρωσίας και δεν είχε καμία επιρροή στην ανάπτυξη της ρωσικής ψυχολογίας... Μόνο στην εποχή της Επανάστασης η θεωρία για τα εξαρτημένα αντανακλαστικά έγινε παράγοντας ανάπτυξης της ψυχολογικής επιστήμης... Κύρια αιτία αυτού, ήταν η βαθιά συγγένεια που υπάρχει ανάμεσα στις ιδέες της Επανάστασης και τη νέα θεωρία. Η Επανάσταση αμέσως υιοθέτησε τη νέα ψυχολογία»[3].

Σ’ αυτή την αναγνώριση του θεμελιακού ρόλου του Παβλόφ, ορισμένοι είδαν καθαρά πολιτικά κίνητρα. Ετσι, ένας από τους θεμελιωτές του μπιχεβιορισμού, ο Σκίνερ, το 1969 έγραφε σχετικά: «Το 1917, οι Ρώσοι είχαν ανάγκη από την αρχή του εξαρτημένου αντανακλαστικού για την ισχυροποίηση της ιδελογίας τους κι έκαναν τον Παβλόφ εθνικό ήρωα. Με τη βοήθεια των αρχών του Παβλόφ, η ρωσική κυβέρνηση υπέθετε πως θα άλλαζε τον κόσμο κι έτσι θ’ άλλαζε και τον άνθρωπο»[4].

Η πραγματικότητα ήταν βέβαια διαφορετική, αφού οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι έβλεπαν σ’ αυτή τη θεωρία, όχι τα τάχατες κρατικά σχέδια χειραγώγησης των ανθρώπων, αλλά το θεμέλιο πάνω στο οποίο είναι δυνατό να οικοδομηθεί ένα επιστημονικό σύστημα αντιλήψεων για τις ανώτατες, τις ψυχικές, δηλαδή, μορφές της δραστηριότητας του ανθρώπου. Ετσι, οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι προχώρησαν πέρα από τον Παβλόφ.

Ο Βιγκότσκι έδειξε πως στον άνθρωπο εμφανίζεται ένα ιδιαίτερο είδος ψυχικών λειτουργιών που δεν υπάρχουν στα ζώα και τις οποίες ονόμασε «ανώτατες ψυχικές λειτουργίες». Οι ψυχικές λειτουργίες, που δίνονται από τη φύση («φυσικές»), μεταμορφώνονται σε λειτουργίες ανώτατου επιπέδου ανάπτυξης («πολιτιστικές»): η μηχανική μνήμη γίνεται λογική, οι αυθόρμητες παραστάσεις γίνονται στοχο-προσηλωμένη σκέψη ή δημιουργική φαντασία, η παρορμητική κίνηση γίνεται παραγωγική κλπ. (Αυτό, όπως βλέπουμε, είναι ένα πρώτο βήμα πέρα από τη θεωρία του εξαρτημένου αντανακλαστικού του Παβλόφ). Αυτές, λοιπόν, οι λειτουργίες αποτελούν το ανώτατο επίπεδο του ψυχισμού του ανθρώπου, που γενικευμένα ονομάζεται συνείδηση. Αυτή διαμορφώνεται μέσα από τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και χάρη σ’ αυτές. Μ’ άλλα λόγια, οι ανώτατες ψυχικές λειτουργίες έχουν κοινωνική φύση.

Πώς, όμως, γίνεται αυτό στην πράξη; Οπως ο άνθρωπος κατέκτησε τη φύση με τη βοήθεια των εργαλείων, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με την «κατάκτηση» των δικών του ψυχικών λειτουργιών. Μόνο που εδώ χρησιμοποιεί ιδιαίτερα εργαλεία, μέσα, που είναι ψυχολογικά.

Ετσι, ο Βιγκότσκι, προσανατολιζόμενος στο μαρξισμό, εισάγει στην ψυχολογία ένα ακόμη νέο στοιχείο, αυτό του εργαλείου, του μέσου, το οποίο έχει κοινωνικο-ιστορική φύση, κι όχι ατομικο-ψυχολογική ή βιολογική. Επρόκειτο οπωσδήποτε για την πραγματοποίηση ενός κοινωνικά ντετερμινιστικού (αιτιοκρατικού) βήματος, το οποίο βοήθησε την ψυχολογία να δημιουργήσει μια νέα προσέγγιση προς το ζήτημα του καθορισμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ως συνειδητά ελεγχόμενης, [σ’ αντίθεση από άλλες προσεγγίσεις, τόσο τις ενστικτώδεις (των φροϊδιστών) όσο και της «ενίσχυσης» (των μπιχεβιοριστών)].

Σε αναλογία με το εργαλείο της εργασίας, ο Βιγκότσκι, προσάπτει μια εργαλειακή λειτουργία στη λέξη, στο λόγο.Την ομοιότητα ανάμεσα στο εργαλείο και τη λέξη (ή σύμβολο) την προσέγγιζε έτσι που οι άμεσες σχέσεις του ψυχικού «οικοδομήματος» του οργανισμού με τον κόσμο του, μετατρέπονται σε έμμεσες. Διαχωρίζονται επίσης το εργαλείο από το σύμβολο από την κατεύθυνσή τους: το εργαλείο αλλάζει το εξωτερικό αντικείμενο, ενώ το σύμβολο την εσωτερική (ψυχική) δομή της συμπεριφοράς, προς την οποία και είναι προσανατολισμένο.

Ετσι, λοιπόν, ο Βιγκότσκι και μαζί του η σοβιετική ψυχολογία κάνουν ένα ακόμη βήμα παραπέρα από το απλοϊκό σχήμα κίνητρο (S) - αντίδραση (R), αφού σ’ αυτό παρεμβάλλεται το μέσο (Χ).

Πρωταρχικά αυτά τα ψυχολογικά μέσα εμφανίζονται σε εξωτερική, υλική μορφή και χρησιμοποιούνται στην επικοινωνία ως μέσα επίδρασης στον άλλο άνθρωπο. Με τον καιρό όμως, ο άνθρωπος αρχίζει να τα χρησιμοποιεί και προς τον εαυτό του. «... Κάθε λειτουργία στην πολιτιστική ανάπτυξη του παιδιού εμφανίζεται στη σκηνή δύο φορές, σε δυο πλάνα, πρώτα στο κοινωνικό, έπειτα στο ψυχολογικό, πρώτα ανάμεσα στους ανθρώπους, ως κατηγορία δια-ψυχική, κι έπειτα στο παιδί, ως κατηγορία εσω-ψυχική»[5] -γράφει ο Βιγκότσκι. Αυτή είναι η διαδικασία της εσωτερίκευσης.

Συμπερασματικά, λοιπόν, η πολιτιστικο-ιστορική σχολή διατύπωσε τη θεωρία για την ανάπτυξη των ψυχικών λειτουργιών κατά τη διάρκεια του προτσές (της διαδικασίας) έμμεσης αφομοίωσης από το άτομο των αξιών του πολιτισμού. Μιας αφομοίωσης (εσωτερίκευσης) που γίνεται μέσω της επικοινωνίας, από τις άμεσες κοινωνικές επαφές του παιδιού με τους ενηλίκους και στη συνέχεια «αφομοιώνονται» στη συνείδησή του.

Η σημασία αυτής της θέσης είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον τομέα της παιδικής ψυχολογίας, όσο και την παιδαγωγική. Κι αυτό γιατί, χάρη σ’ αυτή η ψυχική ανάπτυξη του παιδιού συνδέεται με την οργανωμένη επίδραση των ενηλίκων.

Στο κέντρο των ενδιαφερόντων του Λ.Σ. Βιγκότσκι και της σχολής του βρέθηκε η πολιτιστική ανάπτυξη του παιδιού. Η αφομοίωση του πολιτισμού από τους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της συλλογικής τους δραστηριότητας, γίνεται σε τέτιες μορφές όπως είναι η εκπαίδευση κι η διαπαιδαγώγηση. Για τον Βιγκότσκι, η εκπαίδευση κι η διαπαιδαγώγηση αποτελούν τις βασικές μορφές της ψυχικής ανάπτυξης του ανθρώπου. Εφόσον το περιεχόμενο του πολιτισμού, της εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης από ιστορική εποχή σε εποχή αλλάζει, τότε και η ψυχική ανάπτυξη του παιδιού έχει συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτήρα.

Η ιδέα του κυρίαρχου ρόλου που παίζει ο ενήλικας στην ανάπτυξη του παιδιού οδήγησε τον Βιγκότσκι στην έννοια της «ζώνης της πλησιέστερης ανάπτυξης». Πρόκειται για εκείνα τα καθήκοντα, στόχους τους οποίους το παιδί δεν μπορεί να τους επιλύσει τη δεδομένη στιγμή, παρά μόνο με τη βοήθεια του ενήλικου. Και μόνο στη συνέχεια το παιδί μπορεί αυτούς τους στόχους να τους επιτύχει μόνο του, με τη θέλησή του. Μ’ αυτή τη θέση, ο Βιγκότσκι απαντά στο ερώτημα «Τι προηγείται: η εκπαίδευση ή η ανάπτυξη;» υπέρ του πρώτου, υπέρ, δηλαδή, της μάθησης, η οποία θα πρέπει να προηγείται και να «τραβά» την ανάπτυξη του παιδιού.

Ο Βιγκότσκι εισάγει επίσης έναν ακόμη νέο όρο, αυτόν της κοινωνικής κατάστασης ανάπτυξης» του παιδιού, με τον οποίο εννοούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του, ο τρόπος με τον οποίο βιώνει την επίδραση αυτής της κοινωνικής κατάστασης, με τον οποίο γίνεται προσπάθεια να ξεπεραστούν απόψεις που ερμήνευαν τη συμπεριφορά του παιδιού σε άμεση σχέση με τις εξωτερικές συνθήκες, όπως έγραφε χαρακτηριστικά: «Οπως με τον αλκοολισμό του παππού συχνά με ευθύ τρόπο ερμηνεύουν τη συμπεριφορά του εγγονού, έτσι κι εκείνα ή τα άλλα οικογενειακά σημεία διαβίωσης (στενότητα χώρου, κακές σχέσεις ανάμεσα στους γονείς, ύπαρξη κακών παραδειγμάτων κλπ.) τα συνδέουν σε άμεση εξάρτηση με τα παραπάνω για τη συμπεριφορά του παιδιού...»[6]. Ομως αυτή η σχέση δεν είναι τόσο ευθεία, υπογράμμιζε ο Βιγκότσκι, καλώντας να μεταφερθεί η προσοχή μας, το κέντρο των ερευνών μας προς την πλευρά της μελέτης της ίδιας της δραστηριότητας, της ενεργητικότητας του παιδιού, των βιωμάτων του, που συνδέονται με την αλλαγή του κοινωνικού του περιβάλλοντος.

Στη συγκεκριμένη έκδοση φιλοξενούνται δύο εργασίες του μεγάλου Σοβιετικού ψυχολόγου, που αφορούν την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού. Πρόκειται για τον Πρόλογο του Λ.Σ. Βιγκότσκι στη ρωσική μετάφραση του βιβλίου του Κ. Μπιούλερ «Δοκίμιο για την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού» και το άρθρο του «Για το ζήτημα της δυναμικής του παδικού χαρακτήρα».

Σημαντικό ήταν και το έργο κι οι απόψεις που παρουσίασαν δύο ακόμη πολύ γνωστοί εκπρόσωποι της σοβιετικής ψυχολογίας, οι Α. Λεόντιεφ και Ντ. Ελκόνιν. Η παρέμβασή τους έχει επίσης άμεση σχέση με την ψυχική ανάπτυξη των παιδιών.


ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ Α. Ν. ΛΕΟΝΤΙΕΦ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ
ΟΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΝΤ. ΜΠ. ΕΛΚΟΝΙΝ

Ο Α.Ν. Λεόντιεφ (1903-1979) ξεχώρισε στη θεωρία του Λ. Βιγκότσκι μια θεμελιακή ιδέα, την ιδέα της δραστηριότητας, και προσπάθησε να την αναπτύξει και να τη συγκεκριμενοποιήσει. Απ’ αυτή την άποψη, η θεωρία της δραστηριότητας αποτελεί συνέχεια της πολιτιστικο-ιστορικής σχολής, που θεμελίωσε ο Βιγκοτσκι.

Η προσέγγιση του αντικειμένου αποτελεί, σύμφωνα με το γνωστό Σοβιετικό ψυχολόγο Β.Β. Νταβίντοφ, τον πυρήνα της θεωρίας της δραστηριότητας. Ακριβώς αυτή η αρχή μάς επιτρέπει να χαράξουμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην προσέγγιση της θεωρίας της δραστηριότητας από τις διάφορες φυσιοδιφικές και μπιχεβιοριστικές αντιλήψεις του σχήματος «κίνητρο-αντίδραση», «οργανισμός-περιβάλλον» κλπ., κι αυτό γιατί ο Α.Ν. Λεόντιεφ καταλαβαίνει το αντικείμενο όχι ως «πράγμα», το οποίο είναι ένα υπαρκτό αντικείμενο της φύσης, αλλά σαν αυτό στο οποίο είναι προσανατολισμένη η ενέργεια... δηλαδή σαν κάτι που έχει σχέση με τη ζωντανή ύπαρξη, σαν αντικείμενο της δραστηριότητάς του, άσχετα αν πρόκειται για δραστηριότητα εξωτερική ή εσωτερική[7].

Οπως σημειώνει ο ίδιος: «...το αντικείμενο παρουσιάζεται διπλά: αρχικά, ως ανεξάρτητη ύπαρξη, που υποτάσσεται στον εαυτό της, που αναμορφώνει τη δραστηριότητα του υποκειμένου, ως μορφή του αντικειμένου, σαν προϊόν της ψυχικής αντανάκλασης των στοιχείων του, που πραγματοποιείται ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας του υποκειμένου και διαφορετικά δε θα μπορούσε να είναι»[8].

Στο αντικείμενο, μέσω της παραγωγικής δραστηριότητας του ανθρώπου, της εργασίας, έχουμε την πραγμάτωση των ανθρώπινων ικανοτήτων, την αποκρυστάλλωση των κατακτήσεων της κοινωνικο-ιστορικής ανάπτυξης του ανθρώπινου είδους.

Ετσι, το αντικείμενο δεν παρουσιάζεται σαν «σημείο ύλης στο διάστημα», ούτε σαν κίνητρο που προκαλεί αντίδραση, αλλά ως αντικείμενο-μεταφορέας της κοινωνικο-ιστορικής εμπειρίας, που καθορίζει την ιδιαιτερότητα της πράξης με το αντικείμενο.

Σ’ αντίθεση με τις θέσεις των μπιχεβιοριστών, η θεωρία της δραστηριότητας υποστηρίζει τις αρχές της ενεργητικότητας της ψυχικής αντανάκλασης, καθώς και της ενότητας της συμπεριφοράς με τη συνείδηση. Αυτή η ενεργητικότητα και συνειδητοποίηση είναι που καθορίζει τη δραστηριότητα του υποκειμένου.

Σύμφωνα μ’ αυτά, υπάρχει εξάρτηση των γνωστικών διαδικασιών από διαφόρων ειδών αξίες, στόχους, θέσεις, ανάγκες, αισθήματα και την προηγούμενη πείρα, που καθορίζουν τη δυνατότητα επιλογής και την κατεύθυνση της δραστηριότητας. Σε κάθε δραστηριότητα του ανθρώπου (υποκειμένου) υπάρχουν πράξεις. Για να προκύψουν αυτές, απαιτείται να υπάρχει αυτό που στη σοβιετική ψυχολογία συνηθίζεται να ονομάζεται προσανατολισμένη βάση της πράξης, και στην οποία εντάσσονται οι γνώσεις του υποκειμένου για την ίδια την πράξη, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή γίνεται. Μ’ άλλα λόγια, θα λέγαμε ότι πρόκειται για τη μορφή (την ιδέα) για το περιβάλλον και για την πράξη που έχει το υποκείμενο. Τέλος, οποιαδήποτε πράξη περικλείει ένα σύνολο εγχειρημάτων (προσπαθειών).

Στις εργασίες του Λεόντιεφ διατυπώθηκαν και περιγράφτηκαν η γενική δομή της δραστηριότητας, οι ψυχολογικοί μηχανισμοί της και οι βασικές μορφές της. Σύμφωνα μ’ αυτά, υπάρχουν δύο σημαντικοί κρίκοι της δραστηριότητας, ο προσανατολιστικός και ο εκτελεστικός. Ο πρώτος κρίκος περικλείει τις ανάγκες, τα μοτίβα και τους στόχους. Ο δεύτερος κρίκος αποτελείται από τις πράξεις και τα εγχειρήματα.

Ανοίγοντας εδώ μια παρένθεση, αξίζει ν’ αναφέρουμε πως, σύμφωνα με τον Λεόντιεφ, πράξη είναι η βασική μονάδα ανάλυσης της δραστηριότητας. Είναι το προτσές που κατευθύνεται προς την υλοποίηση του στόχου (σκοπού). Στόχος (ή σκοπός) είναι η μορφή του επιθυμητού αποτελέσματος που πρέπει να επιτευχθεί κατά τη διάρκεια της πράξης, ενώ τέλος, ενέργεια, ονομάζεται ο τρόπος υλοποίησης της πράξης.

Οι ανάγκες, τα κίνητρα (μοτίβα) και οι στόχοι είναι που προσανατολίζουν τον άνθρωπο στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Κατά τον Λεόντιεφ, ακριβώς αυτή η προσανατολιστική πλευρά είναι και η καθοριστική στη διαμόρφωση της πράξης. Αυτή η θέση του Α. Λεόντιεφ είναι ιδιαίτερα σημαντική για την παιδαγωγική ψυχολογία, αφού:

1. Υπογραμμίζει τον αποφασιστικό ρόλο του προσωπικού νοήματος που έχουν για ένα παιδί σχολικής ηλικίας οι γνώσεις που καλείται ν’ αφομοιώσει. Με βάση αυτή την προσέγγιση μπορεί κανείς να δει καλύτερα το ρόλο της συνειδητοποίησης στην εκπαίδευση. Κατά την άποψη του Λεόντιεφ, εκείνο που χαρακτηρίζει τη συνειδητοποίηση στην εκπαίδευση, δεν είναι κάποιες απαιτήσεις προς κάποιες ξέχωρες ψυχολογικές λειτουργίες: τη νόηση, τη μνήμη κλπ. Μ’ άλλα λόγια δεν είναι η γνώση ούτε η κατανόηση του μελετούμενου υλικού αυτό που χαρακτηρίζει τη συνειδητοποίηση, αλλά το νόημα το οποίο παίρνει αυτό το υλικό για το μαθητή. Αυτό το νόημα καθορίζεται με τη σειρά του από τα μοτίβα της εκπαιδευτικής (μαθησιακής) δραστηριότητας.

Αν, λοιπόν, το κίνητρο της μαθησιακής δραστηριότητας είναι απλώς η αποστήθιση της ύλης για την εισαγωγή στην επόμενη βαθμίδα της εκπαίδευσης, όπως γινόταν και εντείνεται στις μέρες μας, τότε είναι φανερό πως το προσωπικό νόημα της μάθησης είναι αρκετά επιφανειακό και επισφαλές στο πέρασμα του χρόνου. Ετσι που οι όποιες γνώσεις που απαιτούνται από το παιδί να έχουν μια σύντομη «ημερομηνία λήξης».

Ο Λεόντιεφ δείχνει επίσης πως η εμφάνιση νέων μοτίβων, που δημιουργούν νέα νοήματα, «ανοίγει» και νέες δυνατότητες στη σφαίρα της νόησης. Ετσι, η γνωστή παιδαγωγική αρχή της ενότητας της διαπαιδαγώγησης και της μάθησης, προσεγγίζεται από τον Λεόντιεφ μέσα από τη διαμόρφωση της ενότητας του νοήματος και της σημασίας.

2. Αυτή η προσέγγιση του ζητήματος οδηγεί τον Λεόντιεφ να απαντά πως στο δίδυμο «διαπαιδαγώγησης-μάθησης», προηγείται η διαπαιδαγώγηση και έπεται η μάθηση. Η θέση αυτή του Λεόντιεφ έχει τεράστια σημασία στις μέρες μας, όπου υλοποιείται η κυρίαρχη αντίληψη του «εκπαιδεύσιμου» (κατά το «απασχολήσιμου»). Δηλαδή ενός αστικού εκπαιδευτικού συστήματος που προβάλλει ένα μοντέλο εκπαίδευσης που περιορίζεται στην παροχή μιας «στενής» ειδίκευσης στους νέους. Μιας εκπαίδευσης με στόχο να δημιουργήσει υψηλά καταρτισμένο επιστημονικό-τεχνολογικό δυναμικό, αλλά που θα στερεί και θα υποτιμά όλα εκείνα που μορφώνουν και διαπαιδαγωγούν τον άνθρωπο.

Στην περίπτωση ενός τέτιου εκπαιδευτικού συστήματος, η διαπαιδαγώγηση δεν μπορεί παρά να διαμορφώνεται κυρίως από εξω-σχολικούς παράγοντες. Ο ρόλος του σχολείου και του εκπαιδευτικού φτωχαίνει αντικειμενικά.

Σε έρευνες που ακολούθησαν από άλλους Σοβιετικούς ψυχολόγους (Π. Γκαλπέριν, Ντ. Ελκόνιν, Α. Ζαπορόζετς, Π. Ζιντσένκο κλπ.), στη βάση της προσέγγισης που επεξεργάστηκε ο Λεόντιεφ, αποκαλύφθηκε πως ο προσανατολισμός των παιδιών παίζει τεράστιο ρόλο στην επίλυση διάφορων ασκήσεων που αφορούν τη νόηση, τη μνημόνευση, τη διαίσθηση διαφόρων αντικειμένων, την απόκτηση ικανοτήτων κλπ. Η προσέγγιση και οι έρευνες που ξεκίνησε ο Λεόντιεφ, και συνέχισαν άλλοι Σοβιετικοί ψυχολόγοι, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παιδική ψυχολογία, αφού ασκεί κριτική σ’ εκείνες τις απόψεις που θεωρούν πως το προτσές της αντίληψης περιορίζεται στην παθητική αφομοίωση από το υποκείμενο των εξωτερικών επιδράσεων. Ο Λεόντιεφ έδειξε πως μια τέτια ερμηνεία είναι λαθεμένη και μάλιστα οδηγεί σε ιδεαλιστικά συμπεράσματα.

Βάση της οντογενετικής ανάπτυξης της συνείδησης, του ψυχισμού του ανθρώπου είναι η ανάπτυξη της δραστηριότητάς του. Με την εμφάνιση κάποιας νέας δραστηριότητας του ανθρώπου, εμφανίζονται εκείνες ή άλλες νέες λειτουργίες της συνείδησης (έτσι, για παράδειγμα, στο παιδί της προσχολικής ηλικίας, μέσω της δραστηριότητας, εμφανίζονται τέτιες ψυχικές λειτουργίες, όπως η φαντασία, και ο συμβολισμός). Σε κάθε ηλικιακή περίοδο στη ζωή του ανθρώπου υπάρχει κάποια βασική (κυρίαρχη) δραστηριότητα.

Στις διαφορετικές παιδικές ηλικίες, οι αντίστοιχες κυρίαρχες δραστηριότητες κινούνται στην κατεύθυνση να βοηθήσουν το παιδί στην αφομοίωση εκείνου ή του άλλου περιεχομένου της κοινωνικής εμπειρίας. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής της αφομοίωσης, το παιδί αναπαράγει στη δραστηριότητά του τις ιστορικά διαμορφωμένες ανθρώπινες ικανότητες.

Στη συγκεκριμένη έκδοση φιλοξενούνται δύο εργασίες του Α.Ν. Λεόντιεφ «Για τη θεωρία της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού» και το άρθρο του «Αρχές της ψυχικής ανάπτυξης και το πρόβλημα της διανοητικής ανεπάρκειας».

Ο Ντ. Μπ. Ελκόνιν (1904-1984) ασχολήθηκε, μαζί με τους συνεργάτες του, με πειραματικές και θεωρητικές μελέτες που αφορούσαν ζητήματα της παιδικής και παιδαγωγικής ψυχολογίας, στηριζόμενος στις απόψεις του Λ. Βιγκότσκι. Στις εργασίες του εξετάστηκαν τα ζητήματα της φύσης της παιδικής ηλικίας και του διαχωρισμού της σε περιόδους. Θέματα προς τα οποία στράφηκε η προσοχή του Ντ. Μπ. Ελκόνιν ήταν οι ψυχολογικές ιδιαιτερότητες διάφορων περιόδων της παιδικής ηλικίας, η ανάπτυξη του προφορικού και γραπτού λόγου, η ψυχολογία του παιχνιδιού, η σύνδεση της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού με τη μάθηση.

Ο Ντ. Μπ. Ελκόνιν θεμελίωσε τη θέση πως η παιδική ηλικία έχει συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτήρα και οι γενικές ψυχολογικές ιδιαιτερότητες διάφορων περιόδων της ζωής επίσης αλλάζουν από μια ιστορική εποχή σε κάποια άλλη.

Ο ίδιος πρότεινε ένα διαχωρισμό σε περιόδους ανάπτυξης (για τις συνθήκες της σοσιαλιστικής κοινωνίας), που ήταν δομημένος στην έννοια της κυρίαρχης δραστηριότητας. Στη συγκεκριμένη έκδοση, φιλοξενείται μια εργασία του Ντ. Μπ. Ελκόνιν με τίτλο: «Για το ζήτημα της ψυχικής ανάπτυξης στην παιδική ηλικία».

Οπωσδήποτε δεν αποτελεί στόχο αυτής της εισαγωγής να εκθέσουμε σε όλη την πληρότητά της την αντίληψη που διαμόρφωσαν σε ένα διάστημα πολλών δεκαετιών οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι. Ούτε σε μια μικρή συλλογή εργασιών τους μπορούμε να χωρέσουμε τον πλούτο των ερευνών, συμπερασμάτων και της προσέγγισης που αυτοί διαμόρφωσαν. Εκείνο που θέλαμε να πετύχουμε, κι αυτό θα το κρίνει στη συνέχει ο αναγνώστης, είναι να τον προϊδεάσουμε, να του δώσουμε ορισμένα «εργαλεία», που θα κάνουν πιο εύκολη τη γνωριμία του με πέντε σημαντικές εργασίες Σοβιετικών ψυχολόγων. Επίσης θέλαμε να θίξουμε ορισμένες επίκαιρες, και για το σήμερα, πλευρές των συγκεκριμένων έργων.

Το γεγονός πως αυτές οι εργασίες αφορούν την παιδική ψυχολογία, την παιδική ηλικία, δεν ήταν μια τυχαία επιλογή. Κατ’ αρχάς στην ίδια τη σοβιετική ψυχολογία, από τα πρώτα της κιόλας βήματα, δόθηκε ιδιαίτερο βάρος και προσοχή στον τομέα αυτό. Ο ίδιος ο θεμελιωτής της πολιτιστικο-ιστορικής αντίληψης, ο Λεφ Βιγκότσκι, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος των ερευνών κι εργασιών του ακριβώς στην παιδική ηλικία. Από την ίδια, λοιπόν, την πραγματικότητα έχει συσσωρευτεί ένα τεράστιο έργο που είναι κρίμα να παραμένει άγνωστο για τον Ελληνα ψυχολόγο, εκπαιδευτικό, γονιό, ιδιαίτερα για όσους ενδιαφέρονται για μια μαρξιστική προσέγγιση του ψυχισμού.

Ταυτόχρονα, μέσα από αυτό το έργο που αφορά την παιδική ηλικία μπορεί κανείς να διαγνώσει πολλές σημαντικές μεθοδολογικές θέσεις που κάνουν τη συνεισφορά της σοβιετικής ψυχολογίας να διαφέρει από τις άλλες ψυχολογικές σχολές κι αντιλήψεις.

Από την εποχή που γράφτηκαν αυτές οι εργασίες «πολύ νερό κύλησε στ’ αυλάκι», όμως πιστεύουμε πως αυτές, όπως και πολλές άλλες, διατηρούν μια διαχρονική αξία, γι’ αυτό άλλωστε και τις παρουσιάζουμε. Οπωσδήποτε μπορεί κανείς στο μέλλον να ανατρέξει σε μια γνωριμία και με πιο πρόσφατες εργασίες, πιο σύγχρονων για τις μέρες μας επιστημόνων, όμως και πάλι τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη γνωριμία με το έργο των «κλασικών», θα λέγαμε, της σοβιετικής ψυχολογίας.

Αλλωστε, σε κάθε υπόθεση από κάπου θα πρέπει να γίνει μια αρχή. Ελπίζουμε πως η συλλογή αυτή θ’ αποτελέσει μια καλή αρχή.





Το κείμενο είναι η εισαγωγή του Ελισσαίου Βαγενά στην ομότιτλη συλλογή άρθρων των: Λ.Σ. Βιγκότσκι, Α.Ν. Λεόντιεφ, Ντ. Μπ. Ελκόνιν, εισαγωγή και μετάφραση: Ελισσαίος Βαγενάς, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2003.
Ο Ελισσαίος Βαγενάς είναι μέλος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ.


[1] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Το ιστορικό νόημα της κρίσης της Ψυχολογίας», Απαντα, τόμ. 1, σελ. 381.
2] Στο ίδιο, σελ. 411.
[3] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Η ψυχολογική επιστήμη στην ΕΣΣΔ. Κοινωνικές επιστήμες στην ΕΣΣΔ». Μόσχα, 1928, σελ. 204.
[4] B. Skinner: «Contingencies of Reinforcement». N.Y., 1969, pp. 35.
[5] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Η ιστορία της ανάπτυξης των ανώτατων ψυχικών λειτουργιών». Απαντα, τόμ. 3, σελ. 145.
[6] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Το ιστορικό νόημα της κρίσης της Ψυχολογίας». Απαντα, τόμ. 1, σελ. 308.
[7] Α.Ν. Λεόντιεφ: «Ζητήματα ανάπτυξης της προσωπικότητας». Μόσχα, 1972, 3η έκδοση, σελ. 39.
[8] Α.Ν. Λεόντιεφ: «Δραστηριότητα. Συνείδηση. Προσωπικότητα». Μόσχα, 1975, σελ. 84.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Όταν ο Αινστάιν τα είπε στον Βενιζέλο

Στις 23 Μαρτίου 1929 δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» τηλεγράφημα του Αλμπερτ Αϊνστάιν προς την κυβέρνηση Βενιζέλου. 

Ο μεγάλος επιστήμονας, που ήταν και μέλος της Επιτροπής Αμύνης των Θυμάτων της Λευκής (αστικής) Τρομοκρατίας στα Βαλκάνια, διαμαρτυρόταν για την αποβολή φοιτητών από το Πανεπιστήμιο για πολιτικούς λόγους, απαιτώντας την ελευθερία της σκέψης των φοιτητών.

Για τον ρόλο της Εκκλησίας -Σαν σήμερα ο αφορισμός της επανάστασης του '21


Όσο βαθαίνει η κρίση του συστήματος στην Ελλάδα και αλλού, μιλάμε για την οικονομία(δηλαδή αυτό που ονομάζουμε βάση), τόσο γίνεται φανερό ότι ζούμε σε εποχή οπισθοδρόμησης σε όλα τα επίπεδα και επομένως και σε όλο το φάσμα αυτού που ονομάζουμε εποικοδομημα.

Ο θεσμός της θρησκείας που σε διάφορες εποχές στο παρελθόν έχει αμφισβητηθεί πολύ σκληρά, τώρα επανέρχεται με ολοφάνερες επιθετικές διαθέσεις, απαιτώντας πλέον -και όχι απλά διεκδικώντας- το δικαίωμα της αποφασιστικής συμμετοχής της σε κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν όλους τους τομεις, από την Παιδεία   μέχρι και την εξωτερική πολιτική. 

Καλό είναι όμως να μην ξεχνάμε τον ρόλο που έχει παίξει ο θεσμός και η κορυφή της εκκλησίας, σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές. 

Είναι ιστορικό δεδομένο βέβαια ότι η εκκλησία ξέκοψε εδώ και περισσότερο από 17 αιώνες από το λαό, από τη στιγμή που έγινε επίσημη θρησκεία της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας και έχασε το κοινωνικό  περιεχόμενο που είχε ως ιδεολογία των καταπιεσμένων μαζών που αντιστεκόντουσαν στο δουλοκτητικό Ρωμαικό κράτος.


Το παρακάτω απόσπασμα είναι από τον Ριζοσπάστη και τη στήλη  "Σαν σήμερα":

Το Πατριαρχείο, επιφορτισμένο από το οθωμανικό καθεστώς με το καθήκον του τοποτηρητή της ευταξίας στους υπ’ ευθύνη της πληθυσμούς και εχθρικό προς τα φιλελεύθερα - αστικά ιδεώδη που έφερε η Επανάσταση του 1821, επιστρατεύει το όπλο του αφορισμού (όπως είχε πράξει και στο παρελθόν στα Ορλωφικά, στις εξεγέρσεις του 1807, του 1808, κλπ.).

Στον αφορισμό του ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄χαρακτήριζε την Επανάσταση ως «αχαριστία […] συνοδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον της κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας», που«εμφαίνει και τρόπον αντίθεον»! Τους δε «ασεβείς πρωταίτιους», Μ. Σούτσο και Α. Υψηλάντη, τους καταδίκαζε ως «συμπράκτορες φιλελεύθερους», οι οποίοι, «επιχείρησαν έργον μιαρόν, θεοστεγές και ασύνετον» και καλούσε τους πιστούς «να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε».

Το κείμενο διαβάστηκε από άμβωνος σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς, κάνοντας μεγάλη ζημιά στην υπόθεση του Αγώνα (ιδιαίτερα μεταξύ των αγροτικών πληθυσμών). Την ίδια στιγμή προκάλεσε την κατακραυγή σημαντικού μέρους των καταπιεζόμενων λαών, που μέσα τους έκαιγε η φλόγα της Επανάστασης.



Η στάση αυτή του Πατριαρχείου μόνο έκπληξη δεν αποτελεί, αφού και ως επίσημη θρησκεία του Βυζαντίου πάντα στεκόταν στο πλευρό της εξουσίας απέναντι σε οποιαδήποτε εξέγερση απειλούσε το Βυζαντινό κράτος (π.χ. η εξέγερση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη το 1342-1349 και η σφαγή που ακολούθησε).
Την ίδια στάση κράτησε και στη συνέχεια στη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, παίζοντας   ρόλο   τοποτηρητή. 

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Επικίνδυνες πρόβες





Πηγή: Eurokinissi


Μόνο ανησυχία πρέπει να προκαλούν στο λαό η προχτεσινή πολυεθνική άσκηση «Ηνίοχος 2018», αλλά και οι δηλώσεις που ακολούθησαν από τον υπουργό Αμυνας της Ελλάδας και τους πρέσβεις των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας.

Ολοένα και περισσότερο, η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο ΝΑΤΟικών ασκήσεων, είτε ως «βάση» είτε ως «κόμβος», όπως έγινε στην περίπτωση της «Noble Jump» στη Ρουμανία ή των ασκήσεων στην Ανατ. Μεσόγειο, όπου συμμετέχουν ναυτικές δυνάμεις προερχόμενες από τη Σούδα.

Στην περίπτωση του «Ηνίοχου» χρησιμοποιήθηκε το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ανδραβίδας, το οποίο συγκαταλέγεται σ' εκείνα που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ για αναβάθμιση της χρήσης τους στα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια.

Επομένως, πέρα απ' όλα τα άλλα, η άσκηση που ολοκληρώθηκε προχτές αποτέλεσε και μια δοκιμή για τις επιχειρησιακές δυνατότητες της συγκεκριμένης στρατιωτικής υποδομής, επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα αναβαθμίζει το ρόλο της ως ορμητηρίου επεμβάσεων και πολέμων, υλοποιώντας τη συμφωνία του περασμένου Οκτώβρη με τις ΗΠΑ.

Αλλωστε, η αναβάθμιση της αμερικανοΝΑΤΟικής παρουσίας στην Ελλάδα επιβεβαιώνεται και από άλλες εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος, όπως η επαλήθευση του ενδιαφέροντος για τη δημιουργία βάσης ελικοπτέρων στην Αλεξανδρούπολη, η αξιοποίηση του λιμανιού της Σύρου για τις ανάγκες του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού και η εγκατάσταση στη Λάρισα μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Θυμίζουμε επίσης ότι η Ελλάδα συμμετέχει με στρατιωτικές υποδομές και μέσα σε πολλές ακόμα ΝΑΤΟικές ασκήσεις το 2018, με χαρακτηριστικότερη την «TRIDENT JAGUAR II 18», στις 2 - 12 Ιούνη στη Βόρεια Ελλάδα. Βασικός φορέας υλοποίησης αυτής της άσκησης είναι το Γ' Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη.

Το Γ' Σώμα Στρατού ετοιμάζεται τους επόμενους μήνες να αναλάβει καθήκοντα Διακλαδικού Στρατηγείου Δυνάμεων του ΝΑΤΟ, με αποστολή το συντονισμό αποστολών και επιχειρήσεων, όπως οι προβλεπόμενες από το «άρθρο 5» του Συμφώνου της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας, περί «συλλογικής απάντησης» με στρατιωτικά μέσα σε επίθεση που δέχεται ένα κράτος - μέλος από μια τρίτη δύναμη.

Καθόλου τυχαία, η πιο πρόσφατη «υπενθύμιση» του «άρθρου 5» έγινε από τον ίδιο τον γγ του ΝΑΤΟ, με αφορμή τις καταγγελίες της Μ. Βρετανίας ότι η Ρωσία εκτέλεσε στο έδαφός της στρατιωτική επιχείρηση για την εξόντωση του διπλού πράκτορα, δείχνοντας σαφώς τον επιθετικό προσανατολισμό του ΝΑΤΟ ενάντια στη Ρωσία.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την προστασία των συνόρων και την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας; Καμιά απολύτως.

Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει. Τα σενάρια τέτοιων ασκήσεων, ο έλεγχος της επιχειρησιακής ετοιμότητας φονικών μηχανών και των επιχειρησιακών δυνατοτήτων κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών, η εξάσκηση στο συντονισμό στρατιωτικών δυνάμεων από διαφορετικά κράτη που συνεργάζονται στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, προδίδουν πολεμική προετοιμασία.

Απ' αυτήν τη σκοπιά, η βαθύτερη εμπλοκή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και ανταγωνισμούς, η συμμετοχή της σε αυτήν την προετοιμασία και μάλιστα με αναβαθμισμένο ρόλο, μόνο κινδύνους και περιπέτειες προμηνύουν για το λαό. Μέρος αυτής της εμπλοκής είναι και οι ΝΑΤΟικές ασκήσεις, είτε γίνονται στην ελληνική επικράτεια είτε όχι.

Ο λαός δεν πρέπει να ξεγελαστεί από τα εύσημα των ΝΑΤΟικών στους Ελληνες πιλότους για τις ικανότητες που επέδειξαν στην άσκηση, ούτε από τα μεγάλα λόγια της κυβέρνησης και του πρέσβη των ΗΠΑ ότι η Ελλάδα, μέσα από τη ΝΑΤΟική συμμαχία, αποτελεί «πυλώνα ασφάλειας» στην περιοχή.

Οσο δυναμώνει η ΝΑΤΟική παρουσία στην περιοχή, όσο φυτρώνουν νέες βάσεις και ενισχύονται οι παλιές, όσο ελληνικά στρατεύματα εμπλέκονται σε βρώμικες αποστολές και σχεδιασμούς, όσο τα οράματα της αστικής τάξης προσδένουν την Ελλάδα πιο σφιχτά στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, τόσο θα πληθαίνουν οι παράγοντες ανασφάλειας για το λαό, που πρέπει σθεναρά να σταθεί απέναντι.

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ - ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ: Δυο προσεγγίσεις




Ομιλία του Μιχάλη Κουβελά, συνεργάτη του περιοδικού «Θέματα Παιδείας», σε πρόσφατη εκδήλωση των ΟΒ ΦΠΨ Αθήνας



Και μόνο από τον τίτλο της σημερινής παρουσίασης γεννιέται ένα ερώτημα:

Υπάρχουν πολλές ψυχολογίες;


Ολοι οι ψυχολόγοι ερευνούν τα ίδια φαινόμενα, όμως, ο τρόπος που τα προσεγγίζουν διαφέρει ανάλογα με τις φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις.

Ενας ιδεαλιστής βλέπει την ψυχή σαν υπερφυσική δύναμη.

Ενας υλιστής τη βλέπει ως λειτουργία του εγκεφάλου.

Στην εποχή μας οι συνεπείς ιδεαλιστές σπανίζουν. Η συντριπτική πλειονότητα των επιστημόνων κατανοεί την ψυχή ως δραστηριότητα του εγκεφάλου.

Ωστόσο, όλοι οι υλιστές ψυχολόγοι δεν αντιμετωπίζουν τα φαινόμενα με τον ίδιο τρόπο.

Από τη μια είναι εκείνοι που βασίζονται στις αρχές του Διαλεκτικού Υλισμού (ΔΥ). Γι' αυτό και η έρευνά τους και τα συμπεράσματά τους συγκροτούν αυτό που λέμε Διαλεκτική Υλιστική Ψυχολογία (ΔΥΨ).

Από την άλλη, είναι εκείνοι που βασίζονται σ' έναν υλισμό, που οι μαρξιστές αποκαλούν απλοϊκό ή μηχανιστικό.

Οι απλοϊκοί υλιστές, παρά την κατ' αρχήν υλιστική τους τοποθέτηση, δεν κατανοούν την κοινωνική ουσία της ψυχικής δραστηριότητας. Τελικά, κάνουν υποχωρήσεις στον ιδεαλισμό.

Συνήθως, προσπαθούν να ερμηνεύσουν τη σκέψη ανάγοντάς την στη βιολογική κίνηση, τη βιολογική στη χημική, τη χημική στην κίνηση των στοιχειωδών σωματίων. Καταλήγουν σε συμπεράσματα του τύπου «όλα είναι στο DNA μας» ή «ο εγκέφαλος είναι ηλεκτρόνια και κουάρκ».

Ωστόσο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ο κόσμος δεν είναι μια σούπα από ηλεκτρόνια και κουάρκ.

Ορισμένοι ερευνητές, ενώ στην εργασία τους λειτουργούν σαν υλιστές, διατυπώνουν ιδεαλιστικές φιλοσοφικές απόψεις. Γι' αυτούς η αλήθεια δεν είναι η ίδια η ζωή αλλά η νοητική επεξεργασία της. Δέχονται ότι η αλήθεια μπορεί να προσδιορίζεται με διαφορετικούς τρόπους, ένα για την εξυπηρέτηση της πρακτικής και άλλο για την ικανοποίηση του νου.

Για παράδειγμα, ο νευρο-επιστήμονας Eccles (1903-1997) - βραβείο Nobel- έβλεπε το πνεύμα και την ύλη σαν δυο ξεχωριστά πράγματα, με καθοριστικό το πνεύμα. Εισήγαγε και μια μονάδα ψυχισμού, το ψυχόνιο [πώς λέμε ηλεκτρόνιο]. Μετά άρχισε να διερωτάται πώς αυτές οι μονάδες μπορούν να αλληλεπιδράσουν με τον εγκέφαλο και τελικά, απέδωσε την ψυχή σε μια υπερφυσική νοητική δημιουργία.

Στην εποχή μας διακρίνουμε δύο προσεγγίσεις στα ψυχικά φαινόμενα, την αστική και τη μαρξιστική.

Στην πρώτη εντάσσονται οι ιδεαλιστές και οι απλοϊκοί υλιστές. Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι αρνούνται την κοινωνική ουσία της ψυχικής δραστηριότητας.

Στη δεύτερη εντάσσονται οι διαλεκτικοί υλιστές.

Η αστική ψυχολογία προηγήθηκε ιστορικά. Αναπτύχθηκε μαζί με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, από την εποχή της Αναγέννησης και μετά.

Η μαρξιστική, δηλαδή η ΔΥΨ, γεννήθηκε σαν συνέχεια της αστικής ψυχολογίας και ταυτόχρονα σαν άρνησή της. Θα δούμε γιατί και πώς έγινε αυτό.
Αστική Ψυχολογία

Ξεκινάμε με την αστική ψυχολογία


Εδώ συναντάμε πολλά ψυχολογικά ρεύματα και σχολές. Διατυπώνονται απόψεις πολύ διαφορετικές, αντικρουόμενες. Υπάρχει ένας ανταγωνισμός.

Υπάρχουν και αρκετοί συγγραφείς, που προσπαθούν να συμβιβάσουν τους ανταγωνιστές, κάνοντας επιλεκτικούς συνδυασμούς απόψεων - ακόμα και ασυμβίβαστων. Φτιάχνουν κάτι σαν σούπα: Δυο κουταλιές συμπεριφορισμό, μια πρέζα ψυχανάλυση, κάτι από μορφολογική ψυχολογία και ανακατεύουμε. Τέλος πασπαλίζουμε με λίγο Βιγκότσκι - είναι της μόδας.

Βέβαια, ο Βιγκότσκι ήταν μαρξιστής, αλλά αυτό το αποσιωπούν.

Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι παρά εκδηλώσεις της κρίσης της αστικής ψυχολογίας.

Ο Βιγκότσκι πριν από 80 χρόνια περίπου έκανε μια διεξοδική ανάλυση της κρίσης.

Διαπίστωσε ότι ο πλουραλισμός των απόψεων οφείλεται στην αδυναμία της αστικής επιστήμης να διαμορφώσει μια Γενική Ψυχολογία.

Πριν προχωρήσουμε, ας δούμε περιληπτικά τι σημαίνει Γενική Ψυχολογία, ποιος είναι ο ρόλος της, όπως τον περιγράφει ο Βιγκότσκι:

Στα πλαίσια κάθε επιστήμης, διαμορφώνονται ειδικοί κλάδοι, που μελετούν φαινόμενα μιας συγκεκριμένης κατηγορίας. Π.χ. στη χημεία έχουμε ανόργανη χημεία, οργανική χημεία κλπ. Επίσης, διαμορφώνεται και μια γενική επιστήμη, η Γενική Χημεία.

Ο κάθε κλάδος συλλέγει στοιχεία, τα ομαδοποιεί, βγάζει γενικά συμπεράσματα, δημιουργεί μια θεωρία.

Οταν το υλικό γενικευθεί μέσα στον κλάδο, η παραπέρα γενίκευσή του είναι δυνατή μόνο σε σύγκριση με υλικό από άλλους κλάδους της ίδιας επιστήμης. Αυτό το κάνει η γενική επιστήμη που επεξεργάζεται το υλικό των κλάδων, γενικεύοντάς το σε ανώτερο επίπεδο.

Η γενική επιστήμη αναπτύσσεται από την ανάγκη να συνεχιστεί η γενίκευση.

Ετσι, η γενική ψυχολογία ολοκληρώνει τους ειδικούς κλάδους αναδείχνει τις πιο γενικές ψυχολογικές κανονικότητες, επεξεργάζεται τις θεωρητικές αρχές και μεθόδους της ψυχολογίας, επεξεργάζεται το σύστημα των εννοιών που χρησιμοποιεί.

Τα αποτελέσματα της έρευνας στη γενική ψυχολογία χρησιμεύουν ως βάση για την ανάπτυξη όλων των κλάδων της ψυχολογίας.

Επιστρέφουμε στην αστική ψυχολογία. Πώς αναπτύχθηκε ιστορικά.


Πάμε μερικούς αιώνες πίσω. Η ανερχόμενη αστική τάξη στην προσπάθειά της να ανατρέψει τη φεουδαρχία στράφηκε κατά της Καθολικής Εκκλησίας που τότε ήταν το ιδεολογικό όπλο των φεουδαρχών και κρατούσε σε ιδεολογική υποταγή τις αμόρφωτες λαϊκές μάζες.

Οι επιστήμονες απέρριψαν το θρησκευτικό δόγμα για την αθανασία της ψυχής και αναγνώρισαν την ψυχή ως δραστηριότητα του εγκεφάλου.

Μετά την ανατροπή της φεουδαρχίας και με την ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής επιστρατεύτηκε και η ψυχολογία για να καλύψει ανάγκες της οικονομικής ζωής: προβλήματα σχετικά με:
την επαγγελματική επιλογή,
την ατομική εξειδίκευση,
την ψυχολογική δικαίωση νομικών κανόνων,
τη διαμόρφωση συνθηκών για εντατικοποίηση της εργασίας κλπ. [= «οργάνωση εργασίας»]
Από την αντίθεση στην κρίση

Με την ανάπτυξη της εφαρμοσμένης ψυχολογίας δημιουργήθηκε μια αντίθεση:

Από τη μια είχαμε τις πειραματικές μεθόδους έρευνας που βασίζονταν στον αυθόρμητο υλισμό των ερευνητών.

Από την άλλη την ψυχολογική θεωρία που βασιζόταν στον υποκειμενισμό και στην ιδεαλιστική φιλοσοφία.

Οσο προόδευε η εφαρμοσμένη ψυχολογία τόσο οξυνόταν η αντίθεση, μέχρι που εξελίχθηκε σε κρίση.

Η κρίση εκδηλώθηκε:
με την απόρριψη της παλαιάς ψυχολογίας από την πλειονότητα των ψυχολόγων αλλά και
με την αδυναμία τους να δημιουργήσουν μια νέα ψυχολογία σε κοινά αποδεκτές βάσεις.

Στις αρχές του 20ούαιώνα, οι ψυχολόγοι χωρίστηκαν σε αντιμαχόμενες σχολές, που όμως ξεκινούσαν όλες από ιδεαλιστικές ή από απλοϊκές υλιστικές θέσεις.

Σας διαβάζω μια περίληψη των συμπερασμάτων του Βιγκότσκι:

Διεξαγόταν μια πάλη ανάμεσα σε διαφορετικές σχολές που καθεμιά τους προσπαθούσε να υποτάξει τις άλλες.

Στο ερώτημα ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων των ψυχικών φαινομένων, κάθε σχολή απαντούσε διαφορετικά:

Για την παραδοσιακή ενδοσκοπική ψυχολογία, ήταν η έλλειψη υλικότητας και το ότι μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά μόνο από το ίδιο το υποκείμενο.

Για την Αντανακλασιολογία, όλα τα φαινόμενα ήταν αντανακλαστικά.

Για την Ψυχανάλυση ήταν το ασυνείδητο κ.λπ.

Οι ιδεαλιστικές φιλοσοφικές βάσεις της παραδοσιακής ψυχολογίας δεν επέτρεπαν τη διαμόρφωση μιας συνεπούς θεωρίας και μεθοδολογίας, γιατί δεν αντιστοιχούσαν προς την πραγματικότητα.

Η έλλειψη μεθοδολογικής βάσης, δηλαδή η έλλειψη μιας γενικής ψυχολογίας έκανε τους ερευνητές στους ειδικούς κλάδους να μπουν σε γειτονικά πεδία της ψυχολογίας και να διεκδικήσουν το ρόλο της γενικής ψυχολογίας.

Ολα τα ψυχολογικά ρεύματα ακολούθησαν παρόμοια πορεία. Γράφει ο Βιγκότσκι: Στην αρχή κάθε ρεύμα ξεκινά από μια ανακάλυψη και διατυπώνει μια ιδέα για την ερμηνεία του συγκεκριμένου φαινομένου.

Μετά, η επίδραση της ιδέας εξαπλώνεται σε γειτονικές περιοχές και φτάνει να ελέγχει όλο τον κλάδο, ενώ αποσυνδέεται από τα γεγονότα που τη γέννησαν.

Κατόπιν μεταφέρεται σε γειτονικούς κλάδους της ψυχολογίας και τέλος συνδέει την ψυχολογία με άλλα πεδία γνώσης.

Η ιδέα απροκάλυπτα πλέον εντάσσεται σε κάποιο φιλοσοφικό σύστημα. Αποκαλύπτει τι επιδιώκει, από ποιες κοινωνικές τάσεις προέκυψε, ποια ταξικά συμφέροντα υπηρετεί. Ξεσκεπάζεται ως ιδεολογικός πράκτορας μεταμφιεσμένος σε επιστημονικό γεγονός.

Τελικά, υφίσταται κριτική από παντού και περιορίζεται στην περιοχή από την οποία ξεκίνησε. Εξαφανίζεται ως κοσμοαντίληψη και γίνεται μια σταγόνα στον ωκεανό των απόψεων, γιατί στο πεδίο των κοσμοαντιλήψεων δεν υπάρχει χώρος παρά μόνο για δυο: τον υλισμό και τον ιδεαλισμό.

Η έξοδος από την κρίση πραγματοποιήθηκε τελικά με την ανάπτυξη της ΔΥΨ στη Σοβιετική Ενωση στις δεκαετίες 1920-1930. Ο Βιγκότσκι ήταν ένας από τους πρωτεργάτες.

Η αστική τάξη δεν μπορούσε να δεχτεί μια ψυχολογία που βασίζεται στο ΔΥ. Γι' αυτό προσκολλήθηκε στον ιδεαλισμό και στον απλοϊκό υλισμό.

Η άρνηση της αστικής ψυχολογίας να αποδεχτεί πολλές υλιστικές επιστημονικές ανακαλύψεις οφείλεται στο γεγονός ότι η ψυχολογία στο σύγχρονο κόσμο εκπληρώνει μια ιδεολογική λειτουργία και υπηρετεί ταξικά συμφέροντα.

Οι πόρτες των πανεπιστημίων παραμένουν κλειστές για τη ΔΥΨ μέχρι σήμερα.

Οι θέσεις της διαστρεβλώνονται συστηματικά, όταν γίνεται κάποια αποσπασματική αναφορά σ' αυτές.

Η κρίση συνεχίζεται στην αστική ψυχολογία και εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Αναφέρω μερικούς:

Αδυναμία της αστικής ψυχολογίας να ορίσει με σαφήνεια και συνέπεια τις ψυχολογικές έννοιες που χρησιμοποιεί, όπως συνείδηση, προσωπικότητα, σκέψη κτλ. καθώς και το αντικείμενο της ίδιας της ψυχολογίας.

Διατηρούνται οι λαθεμένες θεωρητικές βάσεις πράγμα που συχνά οδηγεί τους επιστήμονες σε αβάσιμες γενικεύσει
ς.

Η αστική ψυχολογία, όπως και ολόκληρη η αστική κοινωνία, βασίζεται στον ατομικισμό. Απολυτοποιεί την αυτονομία του ατόμου που το θεωρεί σε αντιπαράθεση με την κοινωνία.

Εξετάζει τα ψυχικά φαινόμενα αποσπασμένα από την κοινωνική πρακτική δραστηριότητα των ανθρώπων.


Απολυτοποιούνται ορισμένες πλευρές των ψυχικών φαινομένων, διογκώνεται το μερικό σε γενικό και υποκαθίσταται η θεωρητική έρευνα από αποσπασματικές πρακτικές εφαρμογές. Τα τεστ, για παράδειγμα, από μέσα έρευνας αναγορεύτηκαν σε μεθοδολογική αρχή και κατασκευάστηκε αντίστοιχος «κλάδος» της ψυχολογίας, η τεστολογία.

Σχολές που εμφανίστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα, αφού απέτυχαν να εκπληρώσουν τα βασικά προγράμματά τους, επιχείρησαν να προσαρμοστούν στα νέα επιστημονικά δεδομένα, αλλά με τρόπο που να μη θίγει τις φιλοσοφικές τους βάσεις. Ο Συμπεριφορισμός μετατράπηκε σε Νεο-συμπεριφορισμό, ο Φροϋδισμός σε Νεο-φροϋδισμό κ.τ.λ.

Τα πειραματικά αποτελέσματα συσσωρεύονται και οδηγούν σε μια ιδιότυπη «λατρεία των δεδομένων», αλλά δεν μπορούν να ερμηνευθούν επιστημονικά. Ο Vygotsky επεσήμανε στην εποχή του ότι οι ψυχολόγοι κάνουνμετρήσεις με μεγάλη προσοχή και ακρίβεια, απαντώντας σε ένα τελείως λαθεμένο ερώτημα.

Σημειώνουμε ότι οι σκοποί της ψυχολογικής έρευνας διαφοροποιούνται ανάλογα με την κοινωνία μέσα στην οποία αυτή πραγματοποιείται. Παρά τη σχετική ανεξαρτησία της επιστημονικής σκέψης η κατεύθυνσητης έρευνας προσδιορίζεται από το σκοπό της κοινωνικής παραγωγής. Από εδώ πηγάζουν και οι στόχοι της έρευνας και τα μέσα για την πραγματοποίησή της. Οι ψυχολογικές έρευνες εξαρτώνται από τις πρακτικές ανάγκες του κεφαλαίου.

Το σύστημα χρηματοδότησης υπαγορεύει τόσο το στόχο, όσο και την ιδεολογική απόχρωση της έρευνας. Χρηματοδοτούνται κυρίως έρευνες για πιο αποτελεσματικούς τρόπους επηρεασμού των ανθρώπων, ως εργαζόμενων, ως ψηφοφόρων, ως καταναλωτών.

Χαρακτηριστικό είναι το φαινόμενο της χορήγησης ψυχοφαρμάκων για το παραμικρό στην Αμερική. Αυτό οφείλεται:

Στο ότι η κυρίαρχη ερμηνεία των ψυχικών φαινομένων είναι βιολογική.

Στο ότι εξασφαλίζονται κέρδη για τις φαρμακευτικές εταιρίες.


Δεν λείπουν και οι έρευνες σε κατευθύνσεις που δεν οδηγούν πουθενά, γιατί βασίζονται σε λαθεμένες βασικές παραδοχές (προσπάθειες να κάνουν τους πιθήκους να μιλήσουν, τηλεκίνηση, τηλεπάθεια, κ.λπ.).

Υπάρχουν βέβαια και ερευνητές που, παρά τις αντίξοες συνθήκες, κατορθώνουν να προάγουν την επιστημονική έρευνα σε συγκεκριμένους τομείς.
Διαλεκτική Υλιστική Ψυχολογια

Ερχόμαστε τώρα στη ΔΥΨ

Ενώ ο διαλεκτικός υλισμός γεννήθηκε στα μέσα του 19ούαι., η επίδρασή του στην ανάπτυξη της ψυχολογίας εκδηλώθηκε μόνο τον επόμενο αιώνα, μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία.

Ο λόγος ήταν ότι η ΔΥΨ δεν μπορούσε να γεννηθεί και να αναπτυχθεί μέσα στα αστικά επιστημονικά ιδρύματα. Χρειαζόταν άλλες κοινωνικές συνθήκες.

Η γέννηση της ΔΥΨ σηματοδοτεί ένα ιστορικά νέο στάδιο στην ανάπτυξη της ψυχολογίας. Διαφέρει από τις σχολές της αστικής ψυχολογίας τόσο στην αντίληψη για τη φύση του ανθρώπου, όσο και στους σκοπούς της ψυχολογικής έρευνας.

Αντικείμενό της έχει τον άνθρωπο σαν κοινωνικό ον. Χωρίς κοινωνική ζωή τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να αναπτυχθούν.

Σκοπό της έχει να κατανοήσει τους αντικειμενικούς νόμους διαμόρφωσης της προσωπικότητας προκειμένου να βοηθήσει την ανάπτυξη στους ανθρώπους της κοινωνικής ευθύνης και της αλληλοβοήθειας. Οι στόχοι της εντάσσονται στο σκοπό του σοσιαλισμού για ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου.

Μεγάλο βάρος δίνεται στην παιδική ψυχολογία, ώστε να βρεθούν πιο αποτελεσματικοί τρόποι για την αφομοίωση από τις νέες γενιές της κοινωνικής πείρας (π.χ. ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα).

Για παράδειγμα, αναφέρω ότι δυο αμερικανικά πανεπιστήμια (Stanford + Chicago) εκδώσανε 15 τόμους με μεταφρασμένα άρθρα Σοβιετικών ψυχολόγων και θέμα: «Η ψυχολογία της μάθησης και της διδασκαλίας των μαθηματικών».

Τα κύρια ζητήματα στα οποία εκδηλώνεται η αντιπαράθεση της ΔΥΨ και της αστικής είναι:
η έννοια της «ψυχής»
η σχέση βιολογικού - ψυχικού,
η σχέση κοινωνικού - ατομικού,
η έννοια της προσωπικότητας,
οι αρχές και οι μέθοδοι της επιστημονικής έρευνας.

Πριν προχωρήσουμε, να ξεκαθαρίσουμε την έννοια της ύλης.

Για το ΔΥ ύλη είναι οτιδήποτε υπάρχει αντικειμενικά ανεξάρτητα από το αν οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ή όχι την ύπαρξή του. Από μια πέτρα μέχρι την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, το φως δηλαδή.

Η έννοια της ύλης είναι μια νοητική αφαίρεση από τις ποιοτικές διαφορές των αντικειμένων. Οι έννοιες «ύλη», «αντικειμενική πραγματικότητα», «σύμπαν», «κόσμος» έχουν το ίδιο περιεχόμενο.

Η ύλη αναπτύσσεται και οργανώνεται σε μια ατελείωτη ποικιλία υλικών ενοτήτων, που τις λέμε υλικά συστήματα. Τα υλικά συστήματα μπορεί να είναι διακριτές οντότητες (άτομα, μόρια, μακροσκοπικά σώματα), ή πεδία (βαρυτικό, ηλεκτρομαγνητικό κ.λπ.).

Τα υλικά συστήματα διαφέρουν ως προς την πολυπλοκότητά τους και ως προς τον τρόπο που αλληλεπιδρούν. Τα κατατάσσουμε σε διάφορα επίπεδα οργάνωσης της ύλης - από τα απλούστερα προς τα πιο πολύπλοκα. Μια πέτρα και ένα σκουλήκι δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Επίσης, ένας πίθηκος και ένας άνθρωπος βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα.

Ποιο είναι το κριτήριο με το οποίο διαχωρίζουμε τα επίπεδα; Είναι οι ποιοτικές διαφορές των υλικών συστημάτων ως προς τον τρόπο που αλληλεπιδρούν, ως προς τη μορφή αντανάκλασης του εξωτερικού κόσμου.

Η πέτρα αντανακλά παθητικά το περιβάλλον: φθείρεται κάτω από την επίδραση του ανέμου, της βροχής, των ανθρώπων που τη χρησιμοποιούν.

Τα φυτά αντανακλούν το περιβάλλον ενεργητικά, δηλαδή προσαρμόζονται για να επιβιώσουν: Στρέφονται προς το φως, οι ρίζες τους αναπτύσσονται προς τα κάτω κ.λπ.

Οσο ανεβαίνουμε στην κλίμακα εξέλιξης των ζωντανών οργανισμών περνάμε σε ανώτερες μορφές ενεργητικής αντανάκλασης: στα εξαρτημένα αντανακλαστικά των ζώων και τέλος στην ανθρώπινη συνείδηση.

Δεν έχει ο άνθρωπος εξαρτημένα αντανακλαστικά όπως τα ζώα; Εχει.

Δεν φθείρεται το σώμα του από τον άνεμο, τη βροχή, τα χτυπήματα; Φθείρεται.

Ομως όλες οι κατώτερες μορφές αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον υποτάσσονται στην ανώτερη μορφή, που είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα. Μια δραστηριότητα σκόπιμη που βασίζεται στην κατανόηση των αιτιωδών σχέσεων που προσδιορίζουν τα φαινόμενα.

Το ζώο βλέπει τη βροχή, αλλά δεν κατανοεί τι συμβαίνει. Ο άνθρωπος ανακαλύπτει τους νόμους κίνησης της ύλης και γνωρίζει ότι η βροχή είναι αποτέλεσμα της συμπύκνωσης των υδρατμών. Κι ακόμα χρησιμοποιεί τη γνώση του για να δημιουργήσει τεχνητή βροχή.

Για το ΔΥ η ύλη είναι το πρωταρχικό και η νόηση, ο ανθρώπινος ψυχισμός είναι προϊόν ανάπτυξης της ύλης, είναι λειτουργία ενός υλικού συστήματος που διαμορφώθηκε κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες: του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Είναι υλική η σκέψη, ο ψυχισμός; Οχι. Η λειτουργία πραγματοποιείται από ένα υλικό σύστημα, στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον ανθρώπινο εγκέφαλο, αλλά η ίδια δεν είναι κάτι υλικό. Το βάδισμα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τα πόδια, αλλά το ίδιο το βάδισμα δεν έχει υλική υπόσταση.

Ετσι, ο ανθρώπινος ψυχισμός αποτελεί μορφή ενεργητικής αντανάκλασης του κόσμου στον εγκέφαλο του ανθρώπου.
Η αντανάκλαση πραγματοποιείται μέσω της δραστηριότητας του ανθρώπου.

Ο εγκέφαλος αποτελεί το βιολογικό υπόστρωμα του ψυχισμού, αλλά ο ψυχισμός εκφράζει τις σχέσεις του ανθρώπου με τον κόσμο.

Πώς προέκυψε ο ανθρώπινος ψυχισμός; Δεν ήρθε από το πουθενά - αποτελεί συνέχεια και ταυτόχρονα άρνηση του ψυχισμού των ζώων. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά.

Κατά την εξέλιξη των ειδών, οι οργανισμοί αναπτύξανε αισθητήρια όργανα και αισθήσεις. Αυτά είναι η αρχική μορφή ψυχικής δραστηριότητας. Ψυχισμό έχει λοιπόν και η σαύρα και ο σκύλος, όχι η αμοιβάδα, ούτε τα φυτά.

Υλική βάση του ψυχισμού αποτέλεσε αρχικά το νευρικό σύστημα και κατόπιν το ανώτερο τμήμα του, ο εγκέφαλος.

Οσο τελειοποιείται το νευρικό σύστημα των ζώων, τόσο αναπτύσσονται οι λειτουργίες του και τα ψυχικά φαινόμενα, από τα πιο απλά προς τα πιο σύνθετα.

Ομως, ο ψυχισμός του ζώου δεν ξεπερνά ορισμένα όρια. Το ζώο δρα μέσα στα όρια μιας συγκεκριμένης άμεσα αντιληπτής κατάστασης.

Η υπέρβαση αυτών των ορίων γίνεται μόνο στο ανθρώπινο επίπεδο, όταν εμφανίζονται τα λεκτικά νοήματα. Η ομιλία οριοθετεί την περιοχή του ανθρώπου από αυτή των ζώων.

Πώς έγινε το πέρασμα από τη ζωώδη κατάσταση στην ανθρώπινη;


Οι πρόγονοί μας για να επιβιώσουν σε συνθήκες δύσκολες για την ανεύρεση τροφής αναγκάστηκαν να αναπτύξουν μια νέα δραστηριότητα, την εργασία, και συγκεκριμένα την κατασκευή και χρήση εργαλείων.

Εκατομμύρια χρόνια εργασιακής δραστηριότητας χρειάστηκαν για να διαμορφωθεί ο σημερινός ανθρώπινος τύπος, γνωστός ως Κρο-Μανιόν. Και κυρίως ο ανθρώπινος τύπος εγκεφάλου. Γιατί ο εγκέφαλος αναπτύσσεται με τη δραστηριότητα, με την αντιμετώπιση και λύση προβλημάτων.

Ετσι λύθηκε και το πρόβλημα του συντονισμού των ανθρώπινων ενεργειών κατά τη συλλογική παραγωγική δραστηριότητα: με την ανάπτυξη της ομιλίας. Ο άνθρωπος έγινε ικανός να βάζει στόχους, να σκέπτεται.

Ο ψυχισμός απέκτησε στον άνθρωπο κοινωνικο-ιστορικό χαρακτήρα.

Στην ανάπτυξη του ατόμου, ο ψυχισμός του διαμορφώνεται κατά τη διαδικασία της αφομοίωσης και κατάκτησης των μορφών δραστηριότητας που αναπτύχθηκαν ιστορικά από τις προηγούμενες γενεές. Ο κύριος παράγοντας στην ανάπτυξη του νου είναι η αφομοίωση της κοινωνικής πείρας από τον άνθρωπο.

Πώς ερευνά η ΔΥΨ

Μελετά τα ψυχικά φαινόμενα με αντικειμενικές μεθόδους και αξιοποιεί την αυτοπαρατήρηση (ενδοσκόπηση) μόνο σαν βοηθητική πηγή πληροφοριών. Αντικειμενική λέμε μια μέθοδο που εξασφαλίζει τη δυνατότητα επανάληψης της παρατήρησης ή του πειράματος από άλλους ερευνητές, ώστε να αποκλειστούν οι υποκειμενικές ερμηνείες. Αντίθετα, η αυτοπαρατήρηση είναι υποκειμενική και οι ισχυρισμοί του υποκειμένου δεν μπορούν να ελεγχθούν.

Αναζητά τις αντιθέσεις που οδηγούν στη γέννηση και στην ανάπτυξη των φαινομένων. Π.χ. το πέρασμα του παιδιού από ένα στάδιο ανάπτυξης στο επόμενο.

Εξετάζει τις σχέσεις ανάμεσα στα ψυχικά φαινόμενα στην εξέλιξή τους (αλλάζουν, τόσο κατά την ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας, όσο και κατά την ανάπτυξη του ατόμου).

Εντάσσει κάθε ξεχωριστή έρευνα στη γενική ψυχολογική θεωρία. Δεν περιορίζεται στην περιγραφή των γεγονότων, ούτε διατυπώνει αυθαίρετα και προκατασκευασμένα συμπεράσματα (όπως π.χ. ο φροϋδισμός).

Η ψυχολογική έρευνα περιλαμβάνει όχι μόνο τη νοητική δραστηριότητα, αλλά και την πρακτικήδραστηριότητα, με την οποία οι άνθρωποι αλλάζουν τη φύση και αναδιοργανώνουν την κοινωνία. Σ' αυτή τη δραστηριότητα, η ψυχολογία ερευνά τα κίνητρα και τους τρόπους ρύθμισης των ενεργειών των ανθρώπων. Η δραστηριότητα θεωρείται η κινητήρια δύναμη της ψυχολογικής αντανάκλασης.

Η προσωπικότητα εξετάζεται ως μια ενότητα ψυχικών χαρακτηριστικών του ατόμου, που διαμορφώνεται ανάλογα με τις σχέσεις του με άλλους ανθρώπους στην κοινωνική του δραστηριότητα, και όχι σαν ένα απλό άθροισμα ιδιοτήτων.

Η ψυχολογική έρευνα συνδέεται στενά με την έρευνα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και ιδιαίτερα του εγκεφάλου. Οι φυσιολόγοι, οι ιατροί και οι ψυχολόγοι συνεργάζονται, έχοντας κοινή θεωρητική βάση που αντανακλά σωστά την πραγματικότητα. Η γνωστή σ' εμάς διαμάχη ιατρών και ψυχολόγων δεν υπάρχει. Η διάγνωση του ψυχολόγου καθοδηγεί το νυστέρι του χειρουργού.

Γιατί η διαμάχη υπάρχει εδώ; Γιατί οι ιατροί μιλούν απαξιωτικά για τους ψυχολόγους; Γιατί οι αστικές ψυχολογικές θεωρίες έχουν τόση μονομέρεια και αυθαιρεσία που δεν πείθουν τους ιατρούς.

Το βιολογικό, το ψυχικό και τα επίπεδα οργάνωσης της ύλης

Τα υλικά συστήματα αναπτύσσονται σε μια ανοδική πορεία από την απλή οργάνωση στη σύνθετη, από την ανόργανη ύλη στην οργανική, από τη μη-έμβια ύλη στα ζωντανά όντα, από τα κατώτερα ζώα στα ανώτερα και από αυτά στον άνθρωπο.

Η πορεία δεν είναι ομοιόμορφη. Δεν πρόκειται μόνο για ποσοτικές αλλαγές, αλλά και για ποιοτικές. Αντίστοιχα, διακρίνουμε επίπεδα οργάνωσης της ύλης που διαφέρουν ποιοτικά μεταξύ τους.

Σε κάθε επίπεδο οργάνωσης της ύλης αντιστοιχεί ορισμένη μορφή κίνησης της ύλης (π.χ. στο μοριακό επίπεδο έχουμε το σχηματισμό χημικών ενώσεων, στο βιολογικό επίπεδο έχουμε την ανάπτυξη των ζωντανών όντων, στο κοινωνικό επίπεδο έχουμε τη διαδοχή των τρόπων κοινωνικής οργάνωσης, των τρόπων παραγωγής). Η κάθε μορφή κίνησης συνίσταται στις ιδιαίτερες σχέσεις των υλικών συστημάτων για το δοσμένο επίπεδο.

Με άλλα λόγια, οι σχέσεις των υλικών συστημάτων διαφέρουν ποιοτικά, ανάλογα με το επίπεδο οργάνωσης. Οι άνθρωποι ανακαλύπτουν αυτές τις αντικειμενικές σχέσεις και τις διατυπώνουν με τη μορφή νόμων(π.χ. χημικών, βιολογικών, κοινωνικών, νόμων της νόησης).

Κάθε ανώτερη μορφή κίνησης της ύλης προϋποθέτει την ύπαρξη των κατώτερων μορφών (π.χ. η βιολογική τη χημική και τη φυσική) αλλά δεν ανάγεται σε αυτές, δηλαδή δεν μπορεί να εξηγηθεί στη βάση των κατώτερων μορφών σαν να ήταν ένας μηχανικός συνδυασμός τους.

Κάθε μορφή κίνησης της ύλης έχει τους δικούς της νόμους, που προσδιορίζουν την ιδιαιτερότητά της.

Οι κατώτεροι νόμοι περικλείονται στα ανώτερα επίπεδα και εξακολουθούν να δρουν, αλλά μόνο σαν υποδεέστερος παράγοντας που δεν προσδιορίζει τη συγκεκριμένη νέα ποιότητα.

Τα ψυχικά φαινόμενα προϋποθέτουν τα βιολογικά, αλλά δεν μπορούν να αναχθούν σε αυτά.

Ενώ η υλική βάση των ψυχικών φαινομένων στον άνθρωπο (όπως και στα ανώτερα ζώα) είναι ο εγκέφαλος, ο ανθρώπινος ψυχισμός έχει φύση κοινωνική.

Το βιολογικό και το κοινωνικό δεν ταυτίζονται αλλά ούτε μπορούν να διαχωριστούν.

Δεν υπάρχει αλληλεπίδραση σώματος και νου, γιατί είναι ένα και το αυτό: το σκεπτόμενο σώμα. Τα ψυχικά φαινόμενα προκύπτουν από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο.

Ας δούμε για παράδειγμα τη σκέψη.

Η ανατομική, φυσιολογική μελέτη του εγκεφάλου δεν μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα τι είναι σκέψη.

Η σκέψη είναι μια δραστηριότητα του ανθρώπινου σώματος.

Ανάμεσα στο σώμα και στη σκέψη υπάρχει μόνο η σχέση του οργάνου προς τον τρόπο δραστηριότητάς του.

Το σκεπτόμενο σώμα δεν μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στη σκέψη, να επιδράσει πάνω στη σκέψη, γιατί η ίδια του η ύπαρξη, η δραστηριότητά του, είναι η σκέψη.

Η σκέψη δεν είναι προϊόν της δραστηριότητας, αλλά η ίδια η δραστηριότητα τη στιγμή της πραγματοποίησής της, όπως το βάδισμα είναι δραστηριότητα των ποδιών. Η σκέψη δεν προκαλεί αλλαγές στον εγκέφαλο, αλλά υπάρχει μέσω αυτών των αλλαγών.

Οι συνδέσεις ανάμεσα στις ζώνες του εγκεφάλου διαμορφώνονται κατά τη διαδικασία της νοητικής ανάπτυξης, δεν είναι γενετικά δοσμένες από πριν.

Ο εγκέφαλος διαμορφώνεται αφενός στη βάση της κληρονομικότητας που προσδιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξής του, και αφετέρου από την επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος που καθορίζει αν οι δυνατότητες αυτές θα αναπτυχθούν, ή όχι.

Ο καθένας γεννιέται με μια ποιότητα νευρικού ιστού. Για να αναπτυχθεί όμως το υπάρχον δυναμικό, πρέπει να υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, να μεγαλώσει το άτομο σε περιβάλλον που θα του προσφέρει ικανά σε αριθμό και κατάλληλα σε ποιότητα ερεθίσματα. Χωρίς την επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος ο εγκέφαλος δεν μπορεί να αναπτυχθεί.

Οι ικανότητες δεν παρέχονται από τη φύση, αλλά διαμορφώνονται κατά την ανθρώπινη δραστηριότητα. Ο άνθρωπος γεννιέται χωρίς νοητικές ιδιότητες, μόνο με τη γενική βιολογική δυνατότητα της απόκτησής τους.

Μόνο με τη δραστηριότητα, την αλληλεπίδραση με τον κόσμο, ο ανθρώπινος εγκέφαλος αρχίζει να αντανακλά τα εξωτερικά αντικείμενα, διαμορφώνοντας ψυχολογικές ποιότητες και ικανότητες.

Δεν υπάρχουν «γεννημένοι ποιητές», «γεννημένοι συνθέτες», κ.λπ. Οι κοινωνικές συνθήκες επιταχύνουν, ή αντίθετα επιβραδύνουν ή και στρεβλώνουν την ανάπτυξη των ικανοτήτων.

Ο άνθρωπος από τη στιγμή της γέννησής του κάνει κτήμα του την κοινωνική πείρα.

Το παιδί, σε αντίθεση με το νεογέννητο ζώο, αφομοιώνει τρόπους δραστηριότητας που δεν έχουν σχέση με βιολογικές ανάγκες. Π.χ. τρώει με κουτάλι και όχι με τα χέρια.

Κάθε ενέργεια του ατόμου εντάσσεται στο σύστημα των σχέσεών του με άλλους ανθρώπους.

Στην κοινωνία ο άνθρωπος βρίσκει τα κίνητρα και τους στόχους της δραστηριότητάς του, τα μέσα και τις μεθόδους για την πραγματοποίησή της. Το άτομο δεν βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την κοινωνία.

Η άποψη ότι η κοινωνία είναι εχθρική απέναντι στο άτομο, μια άποψη που έγινε βασική θέση του φροϋδισμού, δεν οφείλεται μόνο σε άγνοια. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης εκλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά των εκμεταλλευτικών κοινωνιών σαν χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κοινωνίας γενικά.

Η συμπεριφορά και η σκέψη του ατόμου προσδιορίζεται κυρίως από τις κοινωνικές συνθήκες. Ηθικές και πολιτικές απόψεις, στόχοι, ενδιαφέροντα, πεποιθήσεις, έθιμα, γίνονται κίνητρα της κοινωνικής συμπεριφοράς των ανθρώπων.

Αυτά προσδιορίζονται με τη σειρά τους από τη δομή της κοινωνίας.

Ακόμη και οι πιο προσωπικές σχέσεις αντανακλούν το σύνολο των αλληλεπιδράσεων με τους άλλους ανθρώπους, τα χιλιάδες αόρατα νήματα των οικονομικών, νομικών, ηθικών, πολιτισμικών σχέσεων που συνδέουν τάξεις, κοινωνικά στρώματα, ομάδες, και άτομα.

Η συνείδηση και η προσωπικότητα είναι υποκειμενικό προϊόν των κοινωνικών σχέσεων.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα


dioti

Καθώς παίζουν οι ζουρνάδες και τα κλαρίνα κι ακούμε τα λόγια της χαράς και του πόνου, της αγάπης και του αγώνα, τότε ποίηση, ιστορία και πολιτισμός εναρμονίζονται στο μυαλό και στην ψυχή μας και γίνονται ένα. Τα δημοτικά μας τραγούδια δημιουργήματα απαράμιλλης τέχνης



καθώς οικονομούν το μέγιστο μες στο ελάχιστο μπορούνε και χωράνε μέσα σε λίγους δεκαπεντασύλλαβους τον κόσμο της καθημερινότητας και του ηρωισμού ενός ολόκληρου λαού με ατομικό και ομαδικό φρόνημα ελευθερίας, με την παλληκάρια και τη φιλοσοφία του για τη ζωή και τον θάνατο.


Ο χριστιανισμός καθώς και άλλες θρησκείες, δοξασίες και ιδεαλιστικές θεωρίες δίνουν στη ζωή αξία, στο βαθμό που αποβλέπει μέσα από τη θέωση του ανθρώπου, δηλαδή την επανένωσή του με το θείο, στη μακαριότητα και στην παντοτινή ευτυχία της μετά θάνατο ζωής. Ο θάνατος, δηλαδή, δεν είναι κάτι αφ' εαυτού αρνητικό ούτε η ζωή κάτι αφ' εαυτής αγαθό. Η ζωή είναι το τάλαντο που δίνει ο Θεός στον άνθρωπο, στο χέρι του οποίου είναι να το αξιοποιήσει με τρόπο που θα τον φέρει κοντά στο Θεό - δημιουργό του, ώστε να απολαύσει τη μετά θάνατο αιωνιότητα. Καθώς μάλιστα η πραγματική ζωή αρχίζει μετά την έξοδό του από το φθαρτό του σώμα, από τη ζωική - βιολογική του ύπαρξη, ο θάνατος τελικά γίνεται η σωτηρία και η λύτρωση απ' όλους τους φυσικούς, βιολογικούς, κοινωνικούς καταναγκασμούς της γήινης ζωής. Έτσι για το χριστιανικό ιδεολόγημα η ζωή αποτελεί μια μεταβατική επώδυνη κατάσταση, ένα συνεχές γύμνασμα και μια σταθερή άσκηση για το θάνατο.


Στο βασικό αυτό θεολογικό άξονα, ότι δηλαδή η ζωή από μόνη της δεν αξίζει τίποτε, ο λαός που έζησε σ αυτόν τον τόπο φύλαξε την αρχαία ελληνική αίσθηση τελείως ανεπηρέαστη από τη χριστιανική εσχατολογία.
Στην ποίηση και στα τραγούδια του δεν υπάρχει ανταμοιβή του ευτυχισμένου τέλους για τους καλούς. Δεν υπάρχει κόλαση και παράδεισος. Ούτε ευτυχισμένοι και δυστυχισμένοι νεκροί. Υπάρχει ο πάνω και ο κάτω κόσμος. Οι νεκροί, αφήνουν πίσω τους τον" απάνω κόσμο" με τις χαρές και τις ομορφιές του και χωρίς να ξεχωρίζονται σε καλούς και κακούς, σημαντικούς και άσημους, χωρίς καμμιά αξιολογική και ηθοπλαστική διάκριση πάνε στον "κάτω κόσμο", στον Άδη, που είναι μαύρος κι αραχνιασμένος, που αποτελεί την απόλυτη δυστυχία, το απόλυτο κακό. Κι από εκεί δε διαφαίνεται ούτε λυτρωμός ούτε διέξοδος για τις βασανισμένες ψυχές, που σα σκιές περιφέρονται αιώνια χωρίς ελπίδα, χωρίς σκοπό.


Πολλά από τα μοιρολόγια και τα τραγούδια του κάτω κόσμου καθώς θρηνούν το χαμό του νεκρού ψάλλουν συγχρόνως τις ομορφιές της Άνοιξης και της φύσης:


" Δε σόπρεπε, δε σόμοιαζε στη γη κρεβατοστρώση
μον σόπρεπε, μον σόμοιαζε
στου Μάη το περιβόλι,
ανάμεσα σε δυο μηλιές, σε
τρεις νερατζοπούλες,
να πέφτουν τ άνθη απάνω σου,
τα μήλα στην ποδιά σου,
τα κρεμεζογαρούφαλα
τριγύρω στο λαιμό σου."


Το ίδιο και στο συμπυκνωμένο δίστιχο, που λέγεται πως το τραγούδησε ο Αθανάσιος Διάκος, όταν τον οδηγούσαν στο μαρτύριο:


" Για δες καιρόν που διάλεξε ο
Χάρος να σε πάρει,
τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά
και βγάζει η γης χορτάρι."


Μοιρολόγια και τραγούδια του Χάρου μετασχηματίζονται από θρήνο για το θάνατο σε διθυραμβικό ύμνο για τη ζωή.


"Βλέπω το χάρο πούρχεται
καβάλα στ άλογό του
Με γέλασαν τα πουλιά,
της Άνοιξης τ αηδόνια.
Με γέλασαν και μου 'πανε
ποτές πως δεν πεθαίνω."


Στα δημοτικά μας τραγούδια ό,τι περισσότερο κυριαρχεί είναι η λαμπρή εικόνα της φύσης σε συνάρτηση με την ευδαιμονία των ζωντανών. Είναι εικόνες παλικαριών και κοριτσιών που λάμπουνε από ομορφιά και σφρίγος ζωής στο χορό, στο σεργιάνι, στο όργωμα και στον τρύγο.. Μια ολόκληρη βιοθεωρία, στην οποία ο θάνατος δεν έχει θέση. Ναι μεν αναπόφευκτος, όμως γεγονός άδικο, ακατανόητο και ασύλληπτο για τη λαϊκή ψυχή, που δεν μπόρεσε ποτέ να εξοικειωθεί με την αραχνιασμένη και αποκρουστική του ιδέα.


" Για πες μου τι του γύρεψες ευτού του κάτου κόσμου;
Ευτού βιολιά δεν παίζουνε, νταούλια δεν βαρούνε,
ευτού συν δυο δεν περπατούν, συν τρεις δε κουβεντιάζουν."


Οι ήρωες της λαϊκής μας μούσας, καθώς βρίσκονται πάντα στην ακμή της νιότης τους, δεν μπορούν να φανταστούν άλλο λόγο της ύπαρξής τους σ αυτόν τον κόσμο, παρά μόνο τη χαρά, τον έρωτα, τη δουλειά μέσα σε μια φύση γλυκειά και συνεργάσιμη, την ελευθερία, τελικά την ίδια τη ζωή στην ομορφιά του καθημερινού της αγώνα.


" Χαρείτε νιοι, χαρείτε νιες
και η μέρα ολοβραδιάζει.
Τράβα το χορό κι ας πάει
μαύρη γη θε να μας φάει!"


Όταν διαβάζουμε αυτούς τους στίχους δεν μπορούμε παρά να σκεφθούμε πόσο κοντά σ αυτή την αντίληψη ζωής και θανάτου βρισκόταν και ο ομηρικός άνθρωπος, που απερίφραστα με το στόμα του μέγιστου ήρωα των Αχαιών Αχιλλέα διακήρυσσε, πως χίλιες φορές καλύτερα να βλέπει το φως του ήλιου κι ας είναι δούλος σε φτωχό αφέντη παρά στον κάτω κόσμο και άρχοντας των νεκρών ψυχών.
Στα τραγούδια του χάρου αλλά και σ όλα τα είδη της δημοτικής μας ποίησης ο λόγος για το θάνατο γίνεται μόνο για τη δόξα της ζωής. Δεν υπάρχει ο θάνατος παρά μόνο ως το αντίθετο της ζωής με την έννοια που το σκοτάδι είναι το αντίθετο από το φως.


"Ο κάτω κόσμος είναι κακός
γιατί δεν ξημερώνει
γιατί δεν κράζει ο πετεινός
δεν κελαηδεί τ αηδόνι
Εκεί νερό δεν έχουσι
και ρούχα δε φορούσι
μόνο καπνό μαειρεύουσι
και σκοτεινά δειπνούσι
Είναι οι νιοι ξαρμάτωτοι
κι οι νιες ξεστολισμένες
και των μανάδων τα παιδιά
σα μήλα ραβδισμένα."


Ο λαικός καλλιτέχνης στην κάθε του έκφραση -τραγούδι, χορός, ζωγραφιά- αντιτάσσει την αισιόδοξη θέση του για μια ζωή που την κέρδισε και τη νέμεται ως αναφαίρετο δικαίωμα και που στο χέρι του είναι να την κάνει όσο μπορεί καλύτερη και ευτυχέστερη. Ο απλός άνθρωπος του δημοτικού μας τραγουδιού δε ζει με την αγωνία του θανάτου. Καταφάσκει τη ζωή γιατί τη νοηματοδοτεί ως υπέρτατη αξία, ως μέγα αγαθό και πρώτο. Και η μόνη του αγωνία, όταν έρθει η ώρα να την αποχωριστεί, είναι γιατί αφήνει αυτόν τον κόσμο, τον καλό.
Στους στίχους των δημοτικών μας τραγουδιών δεν υπάρχει μια μεταφυσική αντίληψη, που να δικαιώνει το θάνατο. Ούτε θεωρία θανάτου και επανένωσης των ψυχών. Πουθενά δε συναντάται λόγος ψεύτικης παρηγοριάς, λόγος παραμυθητικός, που να γλυκαίνει τον πόνο του θανάτου με αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, με την αισιοδοξία του αναστάσιμου λυτρωτικού μηνύματος και τη μυστικιστική αναφορά της μέλλουσας ζωής.
Ο θάνατος στη λαϊκή ποίηση και γενικά στη λαϊκή τέχνη προσωποποιείται, καθώς ο Χάρος παριστάνεται ως μαύρος καβαλάρης, κλέφτης, φοβερός και τρομερός στην εμφάνιση.


"Τον είδε που κατέβαινε στους κάμπους καβαλάρης.
Μαύρος ήταν μαύρα φορεί, μαύρο και τ' άλογό του.
Εγώ για το χατίρι σου τρεις βάρδιες είχα βάλει,
είχα το ήλιο στα βουνά και τον αϊτό στους κάμπους
και τον βοριά τον δροσερό τον είχα στα καράβια,
Μα ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αϊτός αποκοιμήθη
και τον βοριά τον δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε ο καιρός του χάρου και σε πήρε."


Σ όλα τα δημοτικά μας τραγούδια το βίωμα της επίγειας αθανασίας είναι τόσο δυνατό, που γεννάει τη διάθεση για μαχητική αντίδραση, παράγει πράξεις θάρρους και ηρωικής άρνησης της μοίρας του θανάτου σε μια προσπάθεια υπέρβασης του ανθρώπινου μέτρου και ανατροπής της κοσμικής τάξης, που επιβάλλει το θάνατο ως μία πραγματικότητα αναμφισβήτητη και αδιαπραγμάτευτη.


"Λεβέντης εροβόλαγε από τα κορφοβούνια
είχε το φέσι του στραβά και το μαλλί κλωσμένο
Κι έστριβε το μουστάκι του και ψιλοτραγουδούσε
Κι ο χάρος τον αγνάντεψε, από το σταυροδρόμι
-Καλή (ν) ημέρα, χάροντα
-Καλώς τον, τον λεβέντη.
Λεβέντη,πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;
-Από τη μάντρα έρχομαι στο σπίτι μου πηγαίνω.
Πάω να πάρω το ψωμί και πίσω να γυρίσω
-Λεβέντη μ’ έστειλε ο θεός να πάρω την ψυχή σου.
-Δίχως αιτία κι αρρωστιά ψυχή δεν παραδίνω.
Μόν’ έλα να παλέψουμε σε μαρμαρένια αλώνια
Κι αν με νικήσεις, χάροντα, να πάρεις την ψυχή μου...
Κι αν σε νικήσω πάλι εγώ, πήγαινε στο καλό σου
Πιάστηκαν και παλεύανε απ το πουρνό ως το βράδυ.."


Οι όροι της έντιμης αναμέτρησης που ο ήρωας προτείνει και βασίζονται στις φυσικές αξίες της ρώμης, του θάρρους, της αντρείας, συνήθως δε γίνονται σεβαστοί από το Χάρο, ο οποίος καταφέρνει τελικά και παίρνει τη νίκη χρησιμοποιώντας όμως δόλια μέσα.


"..Επήγαν και παλέψανε σε σιδερένιο αλώνι
Κι εννιά φορές τον έβαλε ο νιος
τον Χάρο κάτω
Κι απάνω στις εννιά φορές
του Χάρου κακοφάνει
Πιάνει το νιο απ τα μαλλιά
χάμω τον γονατίζει
- Άφησ με Χάρο απ τα μαλλιά
και πιάσε μ' απ' τα μπράτσα
και τότε σου δείχνω 'γω
πώς είν τα παλληκάρια.."


Η κοσμική τάξη που θέλει το θάνατο μοίρα κοινή του ανθρώπινου γένους, νίκησε. Όμως η ηθική δικαίωση, ο ουσιαστικός θρίαμβος ανήκει στον ήρωα και στις αξίες της ζωής που εκπροσωπεί. Μιας ζωής που θέλει τον άνθρωπο όρθιο, αγέρωχο, περήφανο να αντιστέκεται και να παλεύει στα μαρμαρένια αλώνια για όλα όσα κάνουν αυτή τη ζωή άξια για να τη ζει κανείς. Κι ας ξέρει ότι αθανασία δεν υπάρχει. Και ότι ο θάνατος ως φυσικό γεγονός είναι αναπότρεπτος. Και ίσως αυτή ακριβώς η γνώση να δίνει στη ζωή τη μέγιστη ομορφιά και ευλογία. Γι αυτό και τραγουδά:


" Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.
Χαρείτε, νιοι, τις όμορφες και νιες, τα παλικάρια
κι εσείς οι χαμογέροντες χαρείτε τα παιδιά σας.
Σαν όνειρο που είδα χτες κοντά να ξημερώσει,
έτσι είν' ετούτος ο ντουνιάς, ο ψεύτικος ο κόσμος.
Σ' αυτόν τον κόσμο πού 'μαστε, άλλοι τον είχαν πρώτα
Σε μας τον παραδώσανε κι άλλοι τον καρτεράνε,
Καλότυχα είναι τα βουνά, ποτέ τους δεν γερνάνε,
Το καλοκαίρι πράσινα και το χειμώνα χιόνι."


Ο λαϊκός μας πολιτισμός όπως εκφράστηκε στο στίχο, στο τραγούδι, στο χορό, στη ζωγραφιά, στο κέντημα, στην καθημερινότητα των ανθρώπων, στους καημούς και στο μεράκι τους είναι πολιτισμός χαράς και ζωής και όχι θλίψης και θανάτου. Η ιδεολογία του, ως άμεση αντανάκλαση της ζωής, είναι δημιούργημα ενός δουλωμένου λαού, που δεν έπαψε ποτέ να αντιστέκεται και να παλεύει για την ελευθερία του. Ο Σπινόζα έγραψε ότι" Ο ελεύθερος άνθρωπος σκέφτεται οτιδήποτε άλλο εκτός από το θάνατο και ότι η σοφία του είναι όχι μελέτη θανάτου, παρά μελέτη ζωής" Γι αυτό και η λαϊκή δημιουργία, ο πολιτισμός δηλαδή αυτού του λαού, αποτελεί μια συναρπαστική, μια συνταρακτική "μελέτη ζωής".