Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Οι νόμοι της μαρξιστικής διαλεκτικής








Η μαρξιστική διαλεκτική είναι η μόνη επιστημονική μέθοδος γνώσης, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του διαλεκτικού και του ιστορικού υλισμού και είναι η επιστήμη των πιο γενικών νόμων της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Εχει δε τους δικούς της νόμους, τους οποίους σήμερα παρουσιάζουμε.
1. Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ

Πηγή και εσωτερικό περιεχόμενο του προτσές της εξέλιξης είναι η πάλη των αντιθέτων. Ο Β. Λένιν θεωρούσε την παραδοχή των εσωτερικών αντιθέσεων μέσα στα αντικείμενα της φύσης πυρήνα όλης της μαρξιστικής διαλεκτικής ως επιστήμης. «Στην κυριολεξία η διαλεκτική - έγραφε - είναι η μελέτη της αντίφασης που υπάρχει στην ουσία των αντικειμένων». Η πάλη των αντιθέτων αποτελεί ιδιαίτερο είδος αλληλουχίας και αλληλοκαθορισμού των φαινομένων και η αιτία της βρίσκεται στην αντιφατικότητα των φαινομένων και στην αλληλεπίδρασή τους. Τα αντίθετα είναι οι αντιτιθέμενες η μία στην άλλη πλευρές, δυνάμεις, τάσεις των φαινομένων. Αυτά αποκλείουν και συνάμα καθορίζουν το ένα το άλλο. Παράλληλα, τα αντίθετα είναι πλευρές, στοιχεία της αντίφασης που αποτελεί την αμοιβαία σχέση των αντιθέτων. Η διαλεκτική, δηλαδή, εξετάζει το κάθε πράγμα ως άθροισμα και ενότητα των αντιθέτων, αντίθετα προς τη μεταφυσική που απορρίπτει τις εσωτερικές αντιθέσεις της εξέλιξης της φύσης και της κοινωνίας.

Η πάλη των αντιθέτων, που ενυπάρχει στα αντικείμενα και στα φαινόμενα, είναι αντικειμενική νομοτέλεια όλου του υλικού κόσμου, είναι η κινητήρια δύναμη του προτσές της εξέλιξης. Στη φύση, δηλαδή, και στην κοινωνία υπάρχουν εσωτερικές αντιθέσεις, που προσιδιάζουν στα αντικείμενα και στα φαινόμενα. Στην αλληλεπίδραση αυτών των αντιθέτων καθοριστικός είναι ο ρόλος των εσωτερικών αντιθέσεων.
.....
Τι λογής, όμως, είναι αυτή η πάλη των αντιθέτων μέσα στο φαινόμενο; Στο ερώτημα αυτό η σύγχρονη φυσική δίνει απάντηση διαπιστώνοντας, π.χ., ότι στον πυρήνα του ατόμου δρουν αντίθετες δυνάμεις - οι δυνάμεις της έλξης και της απώθησης. Ετσι ο πυρήνας και το περίβλημα του ατόμου βρίσκονται σε σχέση αντίφασης, διότι ο πυρήνας είναι φορτισμένος θετικά, ενώ το περίβλημα, που αποτελείται από ηλεκτρόνια, είναι φορτισμένο αρνητικά. Στον ενόργανο κόσμο οποιοσδήποτε ζωντανός οργανισμός σε κάθε στιγμή του χρόνου παραμένει ο ίδιος, διατηρεί την ποιοτική του προσδιοριστία, ταυτόχρονα όμως είναι και αλλιώτικος επειδή λόγω της ακατάπαυστης εναλλαγής με τις λειτουργίες της αφομοίωσης και της ανομοίωσης των ουσιών ανανεώνεται όλη την ώρα. Στην κοινωνία οι αντίθετες τάξεις με τα αντίθετα συμφέροντα απαρτίζουν ταυτόχρονα την κοινωνική ζωή της. Ενότητα, όμως, των αντιθέτων σημαίνει ότι αυτά αποτελούν τις αναπόσπαστες πλευρές ενός φαινομένου και ότι αλληλοκαθορίζονται. Τα αντίθετα, δηλαδή δεν μπορούν να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο ούτε είναι δυνατόν, λ.χ., να νοηθεί το αντικείμενο ή το φαινόμενο έξω από την ενότητά του. Δεν είναι δυνατό, δηλαδή, να χωριστεί ο βόρειος πόλος του μαγνήτη από το νότιο ή να υπάρχει αφομοίωση χωρίς την ανομοίωση. Ακόμη η ενότητα των αντιθέτων εκδηλώνεται και με το ότι κάτω από ορισμένες συνθήκες οι αντίθετες πλευρές ισορροπούν. Η ισορροπία είναι σχετική, προσωρινή, στην πορεία της ανάπτυξης διαταράσσεται, πράγμα που οδηγεί στην εξαφάνιση ενός πράγματος και στην εμφάνιση ενός άλλου με μία καινούρια ενότητα των αντιθέτων. Για παράδειγμα, στο νεαρό ζωικό οργανισμό επικρατεί το προτσές της αφομοίωσης, στην ώριμη ηλικία η αφομοίωση και η ανομοίωση ισορροπούν, ενώ στη γεροντική ηλικία επικρατεί το προτσές της ανομοίωσης. Αν η ενότητα είναι σχετική, τόνιζε ο Λένιν, η πάλη τους είναι απόλυτη, όπως απόλυτη είναι η ανάπτυξη και η κίνηση.

Η πάλη αυτή, λοιπόν, των αντιθέτων προωθεί την κίνηση και την εξέλιξη των φαινομένων, αποτελώντας και την κύρια πλευρά της αντίφασης. Ετσι, π.χ., η κίνηση των πλανητών γύρω από τον ήλιο και η σταθερότητα του ηλιακού συστήματος είναι αποτέλεσμα της ελκτικής δύναμης, που απομακρύνει τους πλανήτες από τον ήλιο. Αν δεν υπήρχε η πρώτη οι πλανήτες θα χάνονταν στο άπειρο διάστημα και αν δεν υπήρχε η δεύτερη οι πλανήτες θα 'πεφταν πάνω στον ήλιο. Προϋπόθεση, λοιπόν, για την ύπαρξή τους είναι η αντιφατική αλληλεπίδραση των αντιθέτων δυνάμεων. Πηγή, δε, ανάπτυξης στη ζωντανή φύση είναι η αλληλεπίδραση της κληρονομικότητας και της μεταβλητότητας των αντιθέτων τάσεων και ιδιοτήτων στην ανάπτυξη του οργανισμού. Χάρη, δηλαδή, στην κληρονομικότητα ο οργανισμός διατηρεί τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα, χάρη όμως στη μεταβλητότητα την ικανότητά του για ανανέωση και προσαρμογή. Ακόμη, κινητήρια δύναμη ανάπτυξης των εκμεταλλευτικών κοινωνιών είναι η πάλη των τάξεων, γιατί μόνο μ' αυτή πραγματοποιείται το πέρασμα σε ανώτερο κοινωνικό σύστημα, αλλά και στη γνώση, η αντίφαση, π.χ., μεταξύ αντικειμενικού και υποκειμενικού, σχετικού και απολύτου κλπ. είναι μορφές της πάλης των αντιθέτων. Εξάλλου, οι αντιθέσεις δεν είναι αμετάβλητες και αποστεωμένες, αλλά αναπτύσσονται και περνούν από στάδια, όπως είναι το αρχικό στάδιο της απλής διαφοράς, το στάδιο του αντιθέτου που είναι στάδιο της αναπτυγμένης αντίφασης, και το στάδιο της σύγκρουσης, όπου η αντίφαση φτάνει στο έπακρο.

2. Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΠΟΣΟΤΙΚΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ ΣΕ ΠΟΙΟΤΙΚΕΣ

Το πέρασμα των ποσοτικών αλλαγών σε ριζικές ποιοτικές αλλαγές είναι ένας από τους πιο γενικούς νόμους της εξέλιξης της φύσης και της κοινωνίας. Η μαρξιστική διαλεκτική δείχνει ότι το προτσές της εξέλιξης είναι το πέρασμα από ασήμαντες ποσοτικές αλλαγές σε ποιοτικές αλλαγές, σε ριζικές δηλαδή αλλαγές, που επέρχονται με μορφή αλματικού περάσματος από τη μία ποιοτική κατάσταση στην καινούρια. Η διαλεκτική διδάσκει ακόμη ότι το προτσές της εξέλιξης, παρά τις παλινδρομήσεις, πρέπει να το βλέπουμε με κατεύθυνση πάντοτε προς την ανοδική πορεία της εξέλιξης και το πέρασμα κατά το άλμα ότι συνίσταται στη διακοπή του βαθμιαίου και δεν απέρχεται τυχαία αλλά νομοτελειακά, ως αποτέλεσμα συσσώρευσης ποσοτικών αλλαγών. Στη φύση συντελείται με άλματα το πέρασμα από τη μία στην άλλη κατάσταση, όπως, π.χ., στην περίπτωση της θέρμανσης ή της ψύξης του νερού., ή στην κοινωνία συντελείται με τα άλματα των επαναστάσεων, που είναι η ατμομηχανή της ιστορίας, οι κινητήριες δηλαδή δυνάμεις της.

3. Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ

Ο νόμος της διαλεκτικής άρνησης συνίσταται στο ότι το καινούριο παίρνει τη θέση του παλιού, δηλαδή το ένα στάδιο αντικαθιστά το άλλο. Αρνηση, δηλαδή, ονομάζεται η διαδικασία του περάσματος από το παλιό στο καινούριο. Η άρνηση έχει καθολικό χαρακτήρα, προσιδιάζει δηλαδή σ' οποιαδήποτε ανάπτυξη στη φύση και στην κοινωνία. Πέφτοντας, π.χ., στη γη ο σπόρος φυτρώνει με την επίδραση της θερμότητας και της υγρασίας και από αυτόν αναπτύσσεται το φυτό που αποτελεί άρνηση του σπόρου. Οπως ο σοσιαλισμός στην κοινωνία αποτελεί άρνηση του καπιταλισμού. Η άρνηση έχει την αιτία της στην ενότητα και την πάλη των αντιθέτων που ενυπάρχουν στα φαινόμενα, αλλά η ίδια η άρνηση αποτελεί τη λύση της εσωτερικής αντίφασης με την υπερνίκηση της παλιάς, συντηρητικής πλευράς και την επικράτηση της καινούριας προοδευτικής πλευράς. Ετσι η ανάπτυξη αποτελεί τη διαδικασία όπου το παλιό υποβάλλεται συνεχώς σε άρνηση και αντικατάσταση από το καινούριο. Δίχως αυτό δεν υπάρχει ανάπτυξη. Δεν υπάρχει όμως χάσμα μεταξύ του παλιού και καινούριου γιατί η διαλεκτική άρνηση διατηρεί ό,τι καλύτερο υπήρξε στο παλιό, αν και το προτσές δε συντελείται με απόλυτα καθαρή μορφή. Μπορεί δηλαδή να διατηρηθούν και επιβιώσεις ή αρνητικά υπολείμματα του παλιού, που βαθμιαία όμως ξεπερνιούνται (επιβιώσεις, π.χ., του καπιταλισμού στη συνείδηση μερικών ανθρώπων που ζουν στη σοσιαλιστική κοινωνία). Το κάθε καινούριο, αναπτυσσόμενο, θα γίνει παλιό αργά ή γρήγορα. Ετσι, νόμος της ανάπτυξης είναι η άρνηση της άρνησης, που στο σοσιαλισμό δε γίνεται με επανάσταση, αλλά με πέρασμα σε νέο στάδιο ανάπτυξης της κοινωνίας.

Μάκης ΠΑΡΕΝΤΗΣ

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ: Ο ΛΕΝΙΝ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ



του Ανατόλι Βασίλιεβιτς Λουνατσάρσκι

Ο Λένιν είχε σ’ όλη του τη ζωή πολύ λίγο καιρό διαθέσιμο για να ασχοληθεί κάπως σοβαρά με την τέχνη, και μια που η προχειρότητα του ήταν πάντα ξένη και μισητή, δεν αγαπούσε να μιλά για την τέχνη. Παρ’ όλα αυτά, τα γούστα ήταν πολύ καθορισμένα. Αγαπούσε τους Ρώσους κλασσικούς, αγαπούσε το ρεαλισμό στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική κλπ.

Ακόμα το 1905, στη διάρκεια της πρώτης επανάστασης, του έτυχε να κοιμηθεί μια νύχτα στο σπίτι του Ν. Ι. Λεστσένκο, όπου ανάμεσα στα άλλα υπήρχε και μια ολόκληρη συλλογή εκδόσεων του Κνάτφους[1], αφιερωμένων στους μεγαλύτερους ζωγράφους του κόσμου. Την άλλη μέρα το πρωί ο Βλαντίμιρ Ιλίτς μου λέει: «Τι γοητευτικός τομέας που είναι η ιστορία της τέχνης. Πόση δουλειά υπάρχει εδώ για ένα μαρξιστή. Ως το πρωί δεν μπόρεσα να κοιμηθώ, ξεφύλλιζα πότε το ένα βιβλίο πότε το άλλο. Με λύπησε που και στο παρελθόν δεν είχα, και στο μέλλον δεν θα ’χω καιρό να ασχοληθώ με την τέχνη». Τα λόγια αυτά του Λένιν τα θυμάμαι πολύ καθαρά.

Μου έτυχε αρκετές φορές να συναντηθώ μαζί του, ύστερα πια από την επανάσταση, στις διάφορες καλλιτεχνικές εξεταστικές επιτροπές. Θυμάμαι λόγου χάρη, που με φώναξε και πήγαμε μαζί και μαζί με τον Κάμενεφ στην έκθεση σχεδίων μνημείων, για την αντικατάσταση π.χ. του μνημείου του Αλεξάνδρου του ΙΙΙ, που είχε ανατιναχτεί απ’ το πολυτελές βάθρο του, κοντά στην εκκλησιά του Σωτήρος Χριστού. Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς εξέταζε πολύ κριτικά όλα αυτά τα μνημεία. Κανένα δεν του άρεσε. Ιδιαίτερα τον παραξένεψε ένα μνημείο φουτουριστικής τέχνης. Μα όταν ρώτησαν τη γνώμη γι’ αυτό, είπε: «Δεν καταλαβαίνω τίποτα, ρωτήστε το Λουνατσάρσκι». Και όταν εγώ είπα πως δε βλέπω κανένα μνημείο άξιο λόγου, χάρηκε πολύ και μου είπε: «Και γω έλεγα πως θα βάζατε κανένα φουτουριστικό σκιάχτρο».

Μια άλλη φορά επρόκειτο για το μνημείο του Καρλ Μαρξ. Ο γνωστός γλύπτης Μ. έδειξε εξαιρετική επιμονή. Εξέθεσε μια μεγάλη μακέτα ενός μνημείου με τίτλο: «Ο Καρλ Μαρξ καθήμενος πάνω σε τέσσερις ελέφαντες». Μια τόσο απρόοπτη επεξήγηση φάνηκε παράξενη σε όλους μας, το ίδιο και στο Βλαντίμιρ Ιλίτς. Ο καλλιτέχνης τροποποίησε το μνημείο του και μάλιστα τρεις φορές, θέλοντας με κάθε θυσία να κερδίσει τη νίκη στο διαγωνισμό. Οταν η εξεταστική επιτροπή υπό την προεδρία μου απόρριψε οριστικά τη μακέτα του, και διάλεξαν το από κοινού επεξεργασμένο σχέδιο μιας ομάδας καλλιτεχνών υπό την καθοδήγηση του Αλιόσιν, ο γλύπτης Μ. πήγε και υπέβαλε τα παράπονά του στον Βλαντίμιρ Ιλίτς. Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς στενοχωρήθηκε για τα παράπονα και τηλεφώνησε σε μένα προσωπικά, να γίνει νέα εξεταστική επιτροπή. Είπε ότι θα έρθει να δει και ο ίδιος το σχέδιο του Αλιόσιν και το σχέδιο του γλύπτη Μ. Ηρθε. Εμεινε πολύ ικανοποιημένος απ’ το σχέδιο του Αλιόσιν και απόρριψε το σχέδιο του γλύπτη Μ.

Την ίδια χρονιά[2], για την Πρωτομαγιά, και στο μέρος όπου θα τοποθετούνταν το άγαλμα του Μαρξ, η ομάδα του Αλιόσιν έβαλε ένα μικρών διαστάσεων ομοίωμα του αγάλματος. Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς πήγε επίτηδες για να το δει. Εφερε μερικές βόλτες γύρω απ’ το άγαλμα, ρώτησε τι μεγέθους θα είναι και τέλος το ενέκρινε, αλλ’ όμως είπε: «Ανατόλιι Βασίλιεβιτς, πέστε στον καλλιτέχνη, να προσέξει να μοιάζουν κυρίως τα μαλλιά, που να δίνει την εντύπωση του Καρλ Μαρξ, όπως είναι στα καλά πορτραίτα, γιατί σαν πολύ λίγο να του μοιάζει».

Ακόμα το 1918 ο Βλαντίμιρ Ιλίτς με κάλεσε και μου είπε, ότι πρέπει να προωθήσουμε την τέχνη σαν διαφωτιστικό μέσο, και μου εξέθεσε δυο σχέδια: πρώτα-πρώτα, κατά τη γνώμη του, έπρεπε να διακοσμηθούν τα χτίρια, οι τοίχοι και λοιποί χώροι, όπου μπαίναν συνήθως αφίσες, με μεγάλες επαναστατικές επιγραφές. Μερικές μάλιστα απ’ αυτές τις πρότεινε αμέσως ο ίδιος.

Το δεύτερο σχέδιο αφορούσε την τοποθέτηση αγαλμάτων για τους μεγάλους επαναστάτες πολύ μεγάλων διαστάσεων, αγαλμάτων προσωρινά από γύψο, τόσο στην Πετρούπολη, όσο και στη Μόσχα. Και οι δυο πόλεις ζωηρά αποδέχτηκαν την πρόταση για την πραγματοποίηση της ιδέας του Λένιν, προβλεπόταν μάλιστα, ότι στο κάθε άγαλμα θα γινόταν επίσημα αποκαλυπτήρια, θα εκφωνούνταν λόγοι για τον εικονιζόμενο επαναστάτη και θα γραφόταν στο βάθρο του αγάλματος επεξηγηματική επιγραφή. Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς το ονόμασε αυτό «δια των μνημείων προπαγάνδα».

Στην Πετρούπολη η «δια των μνημείων προπαγάνδα» είχε αρκετή επιτυχία. Το πρώτο τέτοιο μνημείο ήταν το άγαλμα του Ραντίτσεφ, έργο του γλύπτη Σερβούντ. Αντίγραφό του στήσανε και στη Μόσχα. Δυστυχώς το άγαλμα στην Πετρούπολη έσπασε και δεν το ξαναφτιάξανε. Γενικά πολλά καλά αγάλματα δεν μπόρεσαν να διατηρηθούν στην Πετρούπολη, γιατί ήταν φτιαγμένα από το πιο εύθραυστο υλικό, και θυμάμαι πολλά καλά μνημεία, όπως λόγου χάρη τους μπούστους του Γαριβάλδι, του Σεβτσένκο, του Ντομπρολιούμποφ, του Γκέρτσεν και μερικών άλλων. Χειρότερα εξελίχτηκαν τα πράγματα με τα μνημεία εξτρεμιστικών τάσεων: έτσι, λόγου χάρη, όταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Περόφ, κυβιστικής τεχνοτροπίας, μερικοί έκαναν μερικά βήματα στα πίσω και η Λίλινα ζήτησε με πολύ έντονο ύφος να κατεβάσουν αμέσως το άγαλμα. Θυμάμαι επίσης πολύ καλά ότι το άγαλμα του Τσερνισέφσκι φάνηκε σε πολλούς πολύ εξεζητημένο. Καλύτερο απ’ όλα το άγαλμα του Λασσάλ[3]. Το άγαλμα αυτό, που τοποθετήθηκε έξω απ’ την πρώην Δούμα της πόλης διατηρείται μέχρι σήμερα[4]. Φαίνεται ότι το έχουν χύσει σε μπρούντζο. Εξαιρετικά επιτυχημένο ήταν επίσης το άγαλμα του Καρλ Μαρξ σε φυσικό μέγεθος, έργο του γλύπτη Ματβέεφ. Δυστυχώς χάλασε και αντικαταστάθηκε τώρα, στο ίδιο μέρος, δηλαδή κοντά στο Σμόλνι, με μια μπρούντζινη προτομή του Μαρξ, λίγο-πολύ συνηθισμένου τύπου, χωρίς την πρωτότυπη πλαστική παρουσίαση του Ματβέεφ.

Στη Μόσχα ακριβώς, όπου τα αγάλματα μπορούσε να τα δει ο Βλαντίμιρ Ιλίτς, δεν ήταν επιτυχημένα.

Γενικά, αγάλματα που να ικανοποιούν, υπήρχαν πολύ λίγα στη Μόσχα. Το καλύτερο ήταν, ίσως, το άγαλμα του ποιητή Νικίτιν. Δεν ξέρω αν τα είδε όλα ο Βλαντίμιρ Ιλίτς, όμως μια μέρα μου είπε με δυσφορία ότι δε βγήκε τίποτα απ’ την «δια των μνημείων προπαγάνδα». Του απάντησα αναφέροντας την πείρα της Πετρούπολης και τη γνώμη του Ζηνόβιεφ. Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς κούνησε με σκεπτικισμό το κεφάλι και είπε: «Δηλαδή στην Πετρούπολη μαζεύτηκαν όλα τα ταλέντα και στη Μόσχα οι ατζαμήδες;» Δεν μπόρεσα να του εξηγήσω ένα τόσο περίεργο φαινόμενο.

Με κάποια δυσπιστία έβλεπε και την αναμνηστική πλάκα του Κόνενκοφ. Δεν του φαινόταν τόσο πειστική. Εξ άλλου, ο ίδιος ο Κόνενκοφ, κάνοντας πνεύμα αποκαλούσε το έργο του: «φανταστικορεαλιστική πλάκα». Θυμάμαι επίσης που ο καλλιτέχνης Αλτμαν δώρησε στον Βλαντίμιρ Ιλίτς μια ανάγλυφη πλάκα που παρίστανε τον Χαλτούριν. Το ανάγλυφο άρεσε πολύ στον Βλαντίμιρ Ιλίτς, μα με ρώτησε μήπως είναι φουτουριστικό. Γενικά αρνητική ήταν η στάση απέναντι στο φουτουρισμό. Δεν ήμουνα παρών στη συζήτησή του με τον Βχούτεμας, που ο Λένιν τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του μαζί με τη Ναντιέζντα Κωνσταντίνοβνα. Αργότερα μου ανάφεραν τη μεγάλη συζήτηση που είχε με τους μαθητές του Βχούτεμας, φυσικά των «άκρων». Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς το έριξε στο αστείο, τους ειρωνεύθηκε λιγάκι, μα αμέσως δήλωσε ότι δεν μπορεί να μιλήσει σοβαρά για τέτοια πράγματα, γιατί δε θεωρεί τον εαυτό του αρκετά αρμόδιο. Τη νεολαία τη βρήκε πολύ καλή και χάρηκε για τις κομμουνιστικές της διαθέσεις.

Στην τελευταία περίοδο της ζωής του ο Βλαντίμιρ Ιλίτς πολύ σπάνια είχε την ευκαιρία να χαρεί την τέχνη. Πήγε μερικές φορές στο θέατρο, μου φαίνεται αποκλειστικά στο Καλλιτεχνικό, που το εχτιμούσε πάρα πολύ. Οι παραστάσεις σ’ αυτό το θέατρο του προκαλούσαν πάντα εξαιρετική εντύπωση.

Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς αγαπούσε πολύ τη μουσική. Εναν καιρό στο σπίτι μου δίνονταν καλά κοντσέρτα. Τραγουδούσε καμιά φορά ο Σαλιάπιν, έπαιζαν ο Μέιτσικ, ο Ρωμανόφσκι, το κουαρτέτο του Στρατνιβάριους, ο Κουσέβιτσκι κτλ. Πολλές φορές καλούσα τον Βλαντίμιρ Ιλίτς, μα πάντα ήταν απασχολημένος. Μια μέρα μου ανοίχτηκε: «Φυσικά, είναι πολύ ευχάριστο να ακούει κανείς μουσική, μα φαντασθείτε εμένα με αναστατώνει. Τη μουσική κάπως δύσκολα τη δέχομαι». Θυμάμαι που ο Α. Ν. Τσιουρούπα, που τα είχε καταφέρει να τραβήξει τον Βλαντίμιρ Ιλίτς σε κοντσέρτο μουσικής δωματίου, του πιανίστα μάλιστα Ρωμανόφσκι, μου έλεγε το ίδιο, ότι ο Βλαντίμιρ Ιλίτς καταγοητεύτηκε από τη μουσική, μα ήταν, φαινόταν, συγκλονισμένος. Κάμποσες φορές έτυχε να πω στον Βλαντίμιρ Ιλίτς ότι το θέατρο Μπαλσόι μας κοστίζει σχετικά φτηνά. Ωστόσο με δική του υπόδειξη ελαττώθηκε η επιχορήγηση. Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς ξεκινούσε από δυο συλλογισμούς. Τον πρώτο τον είπε αμέσως: «Δεν είναι σωστό, έλεγε, να συντηρούμε με τόσα λεφτά ένα τόσο πολυτελέστατο θέατρο, όταν μας λείπουν τα μέσα για τη συντήρηση των πιο στοιχειωδών σχολειών στα χωριά». Τον άλλο συλλογισμό τον είπε, όταν σε μια συνεδρίαση εναντιώθηκα στις επιθέσεις του ενάντια στο θέατρο Μπαλσόι. Εγώ τόνιζα την αναμφισβήτητη εκπολιτιστική του σημασία. Τότε ο Βλαντίμιρ Ιλίτς μισοκλείνοντας πονηρά τα μάτια: «Και όμως, είπε, ήταν μια γωνιά καθαρά τσιφλικάδικου πολιτισμού, και ως προς αυτό αμφισβήτηση δεν μπορεί να υπάρχει».

Απ’ αυτό δεν βγαίνει ότι ο Βλαντίμιρ Ιλίτς έβλεπε γενικά εχθρικά τον πολιτισμό του παρελθόντος. Ειδικά τσιφλικάδικος του φαινόταν εκείνος ο πομπώδικος τόνος της όπερας. Γενικά ο Βλαντίμιρ Ιλίτς εχτιμούσε πολύ τον πολιτισμό του παρελθόντος και ειδικά το ρούσικο ρεαλισμό (και τους περιοδεύοντες[5] λόγου χάρη).

Να, τα λιγοστά ουσιαστικά στοιχεία που μπορώ να αναφέρω απ’ τις αναμνήσεις μου για τον Βλαντίμιρ Ιλίτς. Επαναλαμβάνω ότι ο Βλαντίμιρ Ιλίτς για τις αισθητικές του συμπάθειες και αντιπάθειες ποτέ δεν έδινε γνώμες ειδήμονος.

Οι σύντροφοι που ενδιαφέρονταν για την τέχνη, θυμούνται την έκκληση της ΚΕ για τα ζητήματα της τέχνης, που στρεφόταν με αρκετή δριμύτητα ενάντια στο φουτουρισμό[6]. Δεν τα ξέρω αυτά απ’ ευθείας, μα πιστεύω ότι εδώ έχει το δακτυλάκι του ο Βλαντίμιρ Ιλίτς. Εκείνο τον καιρό ο Βλαντίμιρ Ιλίτς με νόμιζε οπαδό του φουτουρισμού, ή σαν άνθρωπο που τον ανέχομαι, και γι’ αυτό ίσως δε με συμβουλεύτηκε πριν απ’ την έκδοση της απόφασης αυτής της ΚΕ, που θα έπρεπε, κατά τη γνώμη του, να διορθώσει τη γραμμή του.

Διαφωνούσε αρκετά με μένα ο Βλαντίμιρ Ιλίτς και στο ζήτημα της Προλετκούλτ (προλεταριακή κουλτούρα). Μια μέρα μάλιστα με κατσάδιασε γερά. Πριν απ’ όλα θα πω, πως ο Βλαντίμιρ Ιλίτς δεν αρνιόταν καθόλου τη σημασία των εργατικών κύκλων για την ανάδειξη συγγραφέων και καλλιτεχνών απ’ το προλεταριακό περιβάλλον, μα τον φόβιζε πολύ η τάση της Προετκούλτ, να ασχολείται με την επεξεργασία «προλεταριακής επιστήμης», «προλεταριακού πολιτισμού» γενικά, εις όλη την έκταση. Αυτό πρώτα-πρώτα του φαινόταν ένα καθήκον εντελώς πρόωρο και που ξεπερνούσε τις δυνάμεις μας, δεύτερο είχε τη γνώμη ότι οι τέτοιες, φυσικά βιαστικές επινοήσεις, θα αποπροσανατολίσουν τους εργάτες από τη μόρφωση, από του να προσλάβουν τα στοιχεία της έτοιμης πια επιστήμης και του πολιτισμού, και τρίτο, όπως φαίνεται, φοβόταν ο Βλαντίμιρ Ιλίτς, και δικαιολογημένα, μη τυχόν στην Προλετκούλτ κρύβεται η φωλιά κάποιας πολιτικής απόκλισης. Εβλεπε λόγου χάρη με αρκετή δυσμένεια το μεγάλο ρόλο που έπαιζε εκείνο τον καιρό η Προλετκούλτ ο Α. Α. Μπογκντάνοφ.

Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς στη διάρκεια του συνεδρίου της Προλετκούλτ, τον Οχτώβρη του 1920, μου ανέθεσε να πάω στο συνέδριο και να τονίσω δίχως περιστροφές ότι η Προλετκούλτ πρέπει να βρίσκεται κάτω απ’ την καθοδήγηση του Επιτροπάτου του Λαού επί της Παιδείας και να λογαριάζει τον εαυτό της σαν μια από τις υπηρεσίες του κτλ. Με μια λέξη ο Βλαντίμιρ Ιλίτς ήθελε να τραβήξουμε την Προλετκούλτ στο κράτος. Ταυτόχρονα έπαιρνε μέτρα για να την τραβήξουν και στο κόμμα. Το λόγο που έβγαλα στο συνέδριο, τον έφτιαξα έτσι, που, να παρουσιάζει ευλυγισία, νάναι συνδιαλλακτικός. Στον Βλαντίμιρ Ιλίτς τον δώσανε σε ακόμα πιο ήπια διατύπωση. Με κάλεσε και με κατσάδιασε. Αργότερα η Προλετκούλτ ανασυγκροτήθηκε σύμφωνα με τις υποδείξεις του Βλαντίμιρ Ιλίτς.

Οι νέες καλλιτεχνικές και φιλολογικές μορφές, που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης, διέφευγαν κατά μέγα μέρος της προσοχής του Βλαντίμιρ Ιλίτς. Δεν είχε καιρό να ασχολείται μ’ αυτές. Ωστόσο θα πω ότι τα
Εκατόν πενήντα εκατομμύρια» του Μαγιακόφσκι δεν άρεσαν καθόλου στον Βλαντίμιρ Ιλίτς. Βρήκε το βιβλίο αυτό εξεζητημένο[7]. Δεν μπορώ να μη λυπηθώ, που δεν μπόρεσε να πει τη γνώμη για τις άλλες τις κατοπινότερες και πιο ώριμες σελίδες της λογοτεχνίας, τις εμπνευσμένες από την επανάσταση.

Είναι σε όλους γνωστό το τεράστιο ενδιαφέρον που εξεδήλωνε ο Βλαντίμιρ Ιλίτς για τον κινηματογράφο.