Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Η θέση του ΚΚΕ για την «ταυτότητα φύλου» και οι ανορθολογικές θεωρίες της κυβέρνησης

ριζοσπάστης


Με αφορμή τη συζήτηση στη Βουλή για το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης




Το νομοσχέδιο για την αλλαγή της ταυτότητας φύλου δεν αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό, δεν αφορά τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων. Αφορά τη δυνατότητα αλλαγής φύλου στα νομικά έγγραφα ενός ατόμου με βάση τη βούλησή του, τον αυτοπροσδιορισμό του φύλου.


Επιστημονικά τεκμηριωμένη αντίληψη


Το ΚΚΕ αναγνωρίζει το δικαίωμα στην αλλαγή του φύλου στα νομικά έγγραφα, στις περιπτώσεις που το άτομο βιώνει έντονη σύγκρουση ανάμεσα σε ορισμένα χαρακτηριστικά του φύλου του και στο φύλο που νιώθει ότι ανήκει, για βιολογικούς, κοινωνικούς και άλλους λόγους. Ομως, η νομική αναγνώριση του ατομικού δικαιώματος χρειάζεται να βασίζεται σε ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια και σε μέτρα κοινωνικής προστασίας του ατόμου (χωρίς να προϋποθέτει τη χειρουργική επέμβαση).

Δηλαδή, η ατομική του απόφαση χρειάζεται να στηρίζεται σε μια διακριτική, τεκμηριωμένη επιστημονικά και κοινωνικά θεσμοθετημένη γνωμοδότηση, ώστε να βοηθηθεί το άτομο ουσιαστικά να επιλύσει αυτή την ασυμβατότητα και να έχει την αντίστοιχη υποστήριξη του οικογενειακού, φιλικού, συγγενικού, ευρύτερα του κοινωνικού περιβάλλοντος.

Ενδεχομένως αυτό να αφορά και περιπτώσεις μεσοφυλικών παιδιών (παιδιά που τα χρωμοσώματα ή τα γεννητικά τους όργανα παρουσιάζουν απόκλιση από τον τυπικό ορισμό του αρσενικού ή θηλυκού σώματος), αλλά με την επιστημονική, κοινωνική στήριξη, όχι μόνο με την απόφαση της οικογένειας. Γιατί η οικογένεια μπορεί να μην είναι σε θέση να γνωρίζει το σύνολο των επιστημονικών κριτηρίων για να αντιμετωπίσει το ζήτημα.

Για να μπορέσει να ασκηθεί το ατομικό δικαίωμα με ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, προϋποτίθενται ορισμένοι κοινωνικά καθορισμένοι παράγοντες. Για να είναι αποτέλεσμα ώριμης σκέψης και ουσιαστική η ατομική επιλογή στην αλλαγή της ταυτότητας φύλου, χρειάζεται να βασίζεται στη γνώση μιας σειράς παραγόντων και συνεπειών από αυτήν την επιλογή. Αυτή η γνώση μπορεί να μεταφερθεί μέσα από την επιστημονική, κοινωνική στήριξη του ατόμου. Δεν αρκεί η υποκειμενική εμπειρία.

Αυτό δεν αποτελεί «ιατρικοποίηση», «ψυχιατρικοποίηση», όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, αλλά προϋπόθεση για την ουσιαστική ανάπτυξη της προσωπικότητας, βασιζόμενη στην ψυχοκοινωνική στήριξη του ατόμου. Ομως, το νομοσχέδιο δεν προσεγγίζει ούτε τις ελάχιστες κοινωνικές προϋποθέσεις για να στηριχθεί το ατομικό δικαίωμα. Αντίθετα, τις αρνείται στο όνομα του ατομικού δικαιώματος.

Τι προβλέπει το νομοσχέδιο

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, η αίτηση του ατόμου στη δικαστική αρχή δεν απαιτεί ως προϋπόθεση καμιά επιστημονική γνωμάτευση. Αγνοείται η ανάγκη το άτομο να διαθέτει ολόπλευρη, επιστημονική και κοινωνική στήριξη, ως προϋπόθεση για να προχωρήσει στην αλλαγή του φύλου. Οι μοναδικές προϋποθέσεις που θέτει, είναι το άτομο να μην είναι έγγαμο όταν κάνει την αίτηση και να έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, δηλαδή να είναι άνω των 18 ετών.

Περιλαμβάνει ακόμα στις προϋποθέσεις τη δυνατότητα να αλλάξει η ταυτότητα φύλου ενός ανήλικου ατόμου 17 ετών, με τη συναίνεση των γονιών του, επικαλούμενο ότι, αφού έχει το δικαίωμα ψήφου και μια σειρά από άλλα «πολιτικά δικαιώματα», μπορεί να έχει την πνευματική ωριμότητα να αποφασίσει.

Σύμφωνα με την τοποθέτηση του υπουργού Δικαιοσύνης, η κυβέρνηση θα κατεβάσει το ηλικιακό όριο στα 15 έτη, με την προϋπόθεση ότι το 15χρονο ή 16χρονο άτομο θα καταθέσει στο δικαστήριο και επιστημονική γνωμάτευση από κρατικό φορέα. Βέβαια, είναι απορίας άξιο με ποια επιστημονικά κριτήρια τεκμηριώνεται ότι αυτή η ανάγκη ισχύει μόνο σε περιπτώσεις ανηλίκων 15 και 16 ετών, ενώ στα 17, 18 ή 20 έτη δεν υπάρχει.

Τελικά, γιατί η κυβέρνηση προωθεί το συγκεκριμένο νομοσχέδιο; Αυτό που έρχεται να υιοθετήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τη βούλα του νόμου, είναι ο πλήρης διαχωρισμός του «βιολογικού» και του «κοινωνικού» φύλου. Πρόκειται για τις θεωρίες, οι οποίες βασίζονται στην πλήρη απόσπαση των ανατομικών χαρακτηριστικών του φύλου, που προσδιορίζονται αντικειμενικά, από την αντίληψη που έχει το άτομο για το φύλο που ανήκει. Ομως, αυτή η αντίληψη διαμορφώνεται κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές συνθήκες.

Μάλιστα, στη συζήτηση στη Βουλή οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, υποστηρίζοντας αυτές τις ανορθολογικές θεωρίες, αμφισβήτησαν το φυλετικό διαχωρισμό άνδρας - γυναίκα ως αντικειμενικό γεγονός. Παρουσιάζουν ότι το φύλο είναι αποκλειστικά ένα «καλούπι» που προσδίδει η κοινωνία στο άτομο. Επομένως, είναι κάτι ρευστό και μεταβαλλόμενο. Και αυτή η χυδαία διαστρέβλωση της αντικειμενικής, κοινωνικής πραγματικότητας, αυτός ο ανορθολογισμός και ιδεαλισμός παρουσιάζονται ως «προοδευτισμός».

Η διαστρέβλωση εφαλτήριο της επίθεσης

Οι ΣΥΡΙΖΑίοι βουλευτές, επικαλούμενοι αυτές τις ιδεαλιστικές και ανορθολογικές θεωρίες, έκαναν επίθεση στις θέσεις του ΚΚΕ, παρουσιάζοντάς τες με το κεφάλι κάτω. Με χυδαίο τρόπο διαστρέβλωσαν τη θέση του ΚΚΕ, αναπαράγοντας ξεκομμένες «ατάκες» ή γενικότερες ιδεολογικές θέσεις από την τοποθέτησή του στην Επιτροπή της Βουλής.

Περιορίστηκαν στην αναφορά του ΚΚΕ ότι «το φύλο προσδιορίζεται αντικειμενικά», από την ανάλυση που κάνει σε σχέση με το ότι οι αντιλήψεις για την κοινωνική θέση του κάθε φύλου αναπαράγονται κοινωνικά, μέσα από το οικογενειακό, σχολικό, ευρύτερα μέσα από το κοινωνικό περιβάλλον.

Και βέβαια οι αντιδραστικές απόψεις περί βιολογικής κατωτερότητας της γυναίκας που επικρατούσαν το Μεσαίωνα, αναπαράχθηκαν κοινωνικά. Και βέβαια η θέση της γυναίκας στη δουλοκτητική, στη φεουδαρχική, ακόμα και στην καπιταλιστική κοινωνία για εκατοντάδες χρόνια δεν ήταν αποτέλεσμα των βιολογικών χαρακτηριστικών του γυναικείου φύλου, αλλά αποτέλεσμα αυτού που είχε ανάγκη η εκάστοτε κοινωνία (κυρίαρχες σχέσεις ιδιοκτησίας) από τη γυναίκα, ως άμεσου αναπαραγωγού του είδους (θέση στην τεκνογονία, μητρότητα).

Γι' αυτό, το ΚΚΕ αναδεικνύει ότι οι αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των φύλων ακολουθούν, αν και με μεγάλη καθυστέρηση, τις αλλαγές στις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές συνθήκες που επικρατούν σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Για παράδειγμα, η πιο μαζική προσέλευση των γυναικών στη μισθωτή εργασία, τις τελευταίες δεκαετίες, περιόρισε εν μέρει τον οικονομικό και κοινωνικό καταναγκασμό της στα πλαίσια του γάμου. Συνεπώς, η αντίληψη του ΚΚΕ διαμορφώνεται στη βάση της αλληλεπίδρασης των φυλετικών χαρακτηριστικών, βιολογικά προσδιορισμένων, και των κοινωνικών σχέσεων των φύλων.

Επίσης, κατηγόρησαν το ΚΚΕ ότι συμπεριφέρεται με την αλαζονεία της επιστημονικής αποκλειστικότητας. Πρόκειται για συνειδητή συκοφαντία, καθώς επιστημονικές οργανώσεις, που πήραν μέρος στη συζήτηση της αρμόδιας Επιτροπής της Βουλής, επίσης πρότειναν τη θεσμική κατοχύρωση της επιστημονικής γνωμοδότησης ή ανέδειξαν προβλήματα κοινωνικών σχέσεων που μπορεί να επακολουθήσουν από μια μη μελετημένη «ευκολία» στο πεδίο εφαρμογής του νόμου.
Αφετηρία οι θεωρίες για το «κοινωνικό φύλο»

Η ουσία των απόψεων του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζεται στον τρόπο που αντιλαμβάνονται το φύλο. Βρίσκεται στην απολυτοποίηση της ατομικής εμπειρίας ως αφετηρίας και πηγής προέλευσης της γνώσης, σε βάρος της κοινωνικής εμπειρίας, σε βάρος τελικά της αντικειμενικής πραγματικότητας. Βάζει με τον τρόπο αυτό το λιθαράκι του να εμπεδώνεται στη συνείδηση και τον τρόπο ζωής η αναζήτηση «ατομικής λύσης» στα κοινωνικά προβλήματα, στα αδιέξοδα για τα οποία ευθύνεται η σημερινή κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, στην ατομική επιλογή επιδρά το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, το οποίο, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, την επηρεάζει. Από την επίδραση αυτή δεν εξαιρείται ούτε ο «εσωτερικός και προσωπικός τρόπος με τον οποίο το άτομο βιώνει το φύλο», στον οποίο αναφέρεται το νομοσχέδιο.

Ευ. Χ.

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Και στην Καταλονία απαιτούνται «ταξικά γυαλιά»

rizospastis


Οι εξελίξεις στην Καταλονία, μετά το λεγόμενο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της περασμένης Κυριακής, που απαγόρευσε η ισπανική κυβέρνηση και προσπάθησε να αποτρέψει με ένα μπαράζ βάρβαρης καταστολής, έφεραν στο φως μια αντιπαράθεση που έχει βασική της αιτία τις σφοδρές αντιθέσεις ανάμεσα σε τμήματα του κεφαλαίου. Βεβαίως, αξιοποιείται το λεγόμενο εθνοτικό ζήτημα, δηλαδή το γεγονός ότι από σύστασης του ισπανικού κράτους - βασιλείου στον 18ο αιώνα, κατά άλλους τον 19ο - υπήρξε μία συγκόλληση διαφορετικών βασιλείων, με διαφορετικές εθνότητες (με γλώσσα, παραδόσεις, πολιτισμό). Η Καταλονία αποτελεί μία από τις 19 λεγόμενες αυτόνομες κοινότητες στις οποίες χωρίζεται διοικητικά η σημερινή Ισπανία. Αντίστοιχες αυτονομιστικές κινήσεις υπάρχουν στη Χώρα των Βάσκων ή στη Γαλικία, μιλώντας για τις πιο έντονες. Η ιστορική διαδρομή της Καταλονίας έχει σημαδευτεί από συγκρούσεις της άρχουσας τάξης της Καστίλης (Μαδρίτης) και της αντίστοιχης καταλανικής, εξαιτίας της πολιτικής εθνικής καταπίεσης που ασκούνταν στους Καταλανούς. Η καπιταλιστική ανάπτυξη της Καταλονίας στις αρχές του 19ου αιώνα και η μετατροπή της σε ένα από τα βιομηχανικά κέντρα της Ισπανίας, έφερε την ανάδυση της καταλανικής αστικής τάξης, που επιδίωκε την κατοχύρωση των δικών της συμφερόντων. Ταυτόχρονα, για τους ίδιους λόγους, στην Καταλονία αναπτύχθηκε ένα ισχυρό εργατικό κίνημα. Μετά την ήττα των δημοκρατικών δυνάμεων στον Ισπανικό Εμφύλιο το 1936 - 1939 και την επικράτηση της φασιστικής εκδοχής της καπιταλιστικής εξουσίας, με τον δικτάτορα Φράνκο έως το 1975, οξύνθηκε η αντιπαράθεση, λόγω της πολιτικής καταπίεσης και των απαγορεύσεων στη γλώσσα και στον πολιτισμό, αλλά και της κατάργησης του καθεστώτος αυτονομίας. Με την επαναφορά της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σταδιακά εφαρμόστηκε το καθεστώς της αυτονομίας, που είχε διάφορες διακυμάνσεις και εύρος αρμοδιοτήτων.
***

Τα τελευταία χρόνια η κόντρα οξύνεται, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι ισχυρά τμήματα της αστικής τάξης της Καταλονίας, στην οποία παράγεται το 19% του συνολικού ισπανικού ΑΕΠ (είναι η δεύτερη πιο πλούσια περιοχή μετά τη Μαδρίτη και ακολουθεί η Χώρα των Βάσκων), διεκδικούν αναβάθμιση της θέσης τους. Στην περιοχή βρίσκεται μεγάλο τμήμα της ισπανικής βιομηχανίας, όπως αυτοκινητοβιομηχανίες (π.χ. η «Seat», θυγατρική της γερμανικής «Volkswagen», κ.λπ.), εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, χημικής βιομηχανίας, τροφίμων κ.ά. Το κυρίαρχο τμήμα της καταλανικής αστικής τάξης θεωρεί ότι είναι «ριγμένο», ότι δεν το συμφέρει η υπαγωγή στο ισπανικό κράτος, και ήδη από το 2006 διεκδικεί περισσότερες αρμοδιότητες, απόλυτο έλεγχο σε πόρους από λιμάνια, αεροδρόμια κ.ο.κ. Το 2010, το καταλανικό κοινοβούλιο αποφάσισε ακόμα μεγαλύτερη αυτονομία στους πόρους, την οποία όμως το ισπανικό κράτος πήρε πίσω, ενώ το 2014 η προηγούμενη καταλανική κυβέρνηση έκανε άτυπο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία, με συμμετοχή 32%. Ετσι φτάσαμε στις εξελίξεις της Κυριακής, με 42% συμμετοχή στο δημοψήφισμα (ζήτημα που είναι αρκετά αμφισβητήσιμο) και το ενδεχόμενο ανεξαρτητοποίησης, που θα σημάνει σημαντικές διεργασίες στην Ισπανία και όχι μόνο.
***

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθούν οι εξελίξεις, παίρνοντας βεβαίως υπόψη ότι ένα επίσης σημαντικό τμήμα της καταλανικής αστικής τάξης είναι επιφυλακτικό, επειδή βλέπει ότι τα συμφέροντά του υπηρετούνται καλύτερα μέσα από την παραμονή εντός ισπανικού κράτους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη λεγόμενη γενική απεργία που έγινε προχτές, υπήρξαν εργοδοτικές οργανώσεις που συμμετείχαν με «λοκ άουτ» (στο εμπόριο και τις υπηρεσίες) και άλλες που δεν συμμετείχαν (πολλές μεγάλες βιομηχανίες λειτούργησαν). Επίσης, εργατικές συνδικαλιστικές ηγεσίες από το χώρο των αυτονομιστών, αλλά και των ρεφορμιστών, συμμετείχαν και καλούσαν μαζί τους εργοδότες στην απεργία, και άλλες σε μη συμμετοχή γιατί ήταν «πολιτική». Βεβαίως, η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα της Καταλονίας μπορεί να ελπίζουν ότι από μια μεγαλύτερη αυτονομία και ανεξαρτησία θα υπάρξει πιο αποτελεσματική υπεράσπιση των συμφερόντων τους, που πλήττονται και αυτά από την αντεργατική - αντιλαϊκή επίθεση, η οποία είναι ενιαία σε όλους τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως εθνότητας, όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι ιστορικές αγωνιστικές παραδόσεις των εργαζόμενων της Καταλονίας ενάντια στο Φρανκισμό, η πάλη τους ενάντια στις εθνοτικές διακρίσεις και την εθνοτική καταπίεση, αξιοποιούνται από τη σημερινή καταλανική αστική τάξη στην κόντρα της με την ισπανική.
***

Επομένως, η εύλογη καταδίκη της βάρβαρης καταστολής της κυβέρνησης Ραχόι δεν μπορεί και δεν πρέπει να κρύψει την ταξική ουσία της σύγκρουσης. Ούτε και οι κορόνες για «δημοκρατία», «διάλογο χωρίς βία» και το «δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των λαών», που βλέπουμε και στη χώρα μας και προβάλλονται κυρίως από τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και διάφορους ρεφορμιστές, μπορούν να τσουβαλιάζουν τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών με αυτά των εκμεταλλευομένων, στο όνομα της «εθνικής χειραφέτησης» της Καταλονίας απέναντι στην Ισπανία. Η αλληλεγγύη στον καταλανικό λαό πρέπει είναι πρώτα και κύρια αλληλεγγύη στους εργάτες και τους καταπιεζόμενους, ενάντια στους αστούς εκμεταλλευτές τους, είτε είναι Καταλανοί, είτε Ισπανοί. Η βία της ισπανικής αστυνομίας και Εθνοφυλακής δεν διαφέρει από αυτή που χρησιμοποιούν οι καταλανικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί κατά των εργατών, όταν διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Οι ανησυχίες διαφόρων αστικών γραφίδων για τον «κίνδυνο ενίσχυσης αποσχιστικών τάσεων στην ΕΕ», για τους εργαζόμενους πρέπει να είναι αφορμή προβληματισμού για την ανάγκη ενίσχυσης της πάλης σε κάθε χώρα, για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, αποδέσμευση από τις ενώσεις του, ώστε η εργατική τάξη, σε συμμαχία με τα άλλα εκμεταλλευόμενα στρώματα, να πάρουν τα κλειδιά της οικονομίας στα χέρια τους και να τη θέσουν στην υπηρεσία της ικανοποίησης των δικών τους αναγκών.
***

Τέλος, όσοι στο όνομα της «αριστεράς» προτάσσουν το ζήτημα της «αυτοδιάθεσης» και «εθνικής ανεξαρτησίας» της Καταλονίας, ως «κρίκο» για ριζοσπαστικές αλλαγές, έχουμε να πούμε ότι η άκριτη υιοθέτηση τέτοιων συνθημάτων, και μάλιστα στις σύγχρονες συνθήκες, ως «ριζοσπαστικών», ανεξάρτητα αν αυτά συγκινούν και κινητοποιούν εργατικές - λαϊκές μάζες, μπορεί να οδηγήσουν σε επικίνδυνες ατραπούς, ειδικά αν ρίξουμε μια ματιά στην περιοχή μας, στα Βαλκάνια. Τι θα σήμαινε για παράδειγμα κάτι τέτοιο, σε σχέση με γενικότερους σχεδιασμούς αλλαγής συνόρων, δημιουργία κρατών - προτεκτοράτων, ενίσχυσης εθνικισμών κ.λπ.; Αναγκαίοι είναι οι σύγχρονοι αγώνες που «ενώνουν» τους εργαζόμενους, ανεξάρτητα από εθνική, γλωσσική, πολιτιστική διαφορά. Αναγκαίο είναι η πάλη ενάντια στην όποια εθνοτική - γλωσσική καταπίεση να συνδέεται με την πάλη ενάντια στην αστική τάξη, που είναι κοινός αντίπαλος. Αναγκαίο είναι να αποκαλύπτεται ότι πολλές φορές, πίσω από τις διακηρύξεις περί «εθνικής ανεξαρτησίας», κρύβεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης για το ποιο θα πάρει ακόμα μεγαλύτερο μέρος από το ξεζούμισμα των εργαζομένων, ανεξάρτητα από χρώμα, φυλή ή γλώσσα.