Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Ανατολή- Δύση: Ο παρωχημένος και αντιεπιστημονικός χαρακτήρας του διλήμματος







Το δίλημμα Ανατολή - Δύση υπάρχει ως αντικείμενο θρησκευτικό - φιλοσοφικής και πολιτικο-ιδεολογικής αντιπαράθεσης από τότε που διασπάται ο ενιαίος χώρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Στην ιστορική του διαδρομή εμφανίζεται με διαφορετικό περιεχόμενο και διαφορετική ένταση. Οι αντιπαραθέσεις που αναπτύσσονται δεν αντανακλούν παρά μόνο κοινωνικές αντιστοιχίες.

Οι διαφορετικές ταχύτητες που εμφανίστηκαν στην Ανατολή και στη Δύση σε ό,τι αφορά την κοινωνική εξέλιξη αποτελούν την αντικειμενική βάση του διλήμματος αυτού.

Στην ιστορική του πορεία, βέβαια, το δίλημμα Ανατολή - Δύση απογυμνώνεται από τα όποια αντικειμενικά του στοιχεία και οδηγείται στη συνολική του απίσχναση.

Καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή παίζει η εμφάνιση και η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην ευρύτερη περιοχή της πάλαι ποτέ Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και ειδικότερα στην Ελλάδα και την Τουρκία και τη διαμόρφωσή τους σε έθνη, κράτη. Ηδη στη Δύση ο καπιταλισμός όχι μόνο έχει εμφανιστεί, αλλά βρίσκεται και σε πολύ πιο προωθημένο επίπεδο ανάπτυξης.

Η εμφάνιση και η επέκταση του σοσιαλισμού, μετά τον Α` Παγκόσμιο Πόλεμο αντίστοιχα, συμβάλλουν αποφασιστικά στην ίδια κατεύθυνση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ρωσία και η ευρύτερη περιοχή που ήταν κάτω από την επιρροή της, όπως και άλλες χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία κλπ. «ανήκαν» στην Ανατολή, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο είναι μέρος αυτού που ονομάζουμε «Ανατολικό ζήτημα». Η απόσπασή τους από το καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί ένα απ' ευθείας χτύπημα στο δίλημμα Ανατολή - Δύση, κάτω από οποιοδήποτε πρίσμα και αν το δει κανείς, ιδεολογικοπολιτικό, γεωγραφικό, κλπ.

Ενα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η κοινωνική εξέλιξη έχει τις δικές της νομοτέλειες και οι διαχωρισμοί που δε θεμελιώνονται πάνω σε βασικές κοινωνικές αντιθέσεις σαρώνονται από την ίδια την ιστορική εξέλιξη.

Από αυτήν την άποψη έχει σημασία να δούμε ποιος πρέπει να είναι ο πυρήνας μιας αντιπαράθεσης στις σύγχρονες συνθήκες.



Η αστική τάξη, ως άρχουσα τάξη, που ενδιαφέρεται να διατηρήσει την κυριαρχία που έχει κατακτήσει, και η εργατική τάξη ως ανερχόμενη τάξη, που διεκδικεί την πολιτική εξουσία διά μέσου της πολιτικής της πρωτοπορίας για την εγκαθίδρυση του δικού της κράτους και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αλλάζουν άρδην το πεδίο των αντιθέσεων και των αντιπαραθέσεων, άρα και των διλημμάτων.

Ειδικότερα, η εργατική τάξη έχει πολύ πιο ζωτικό συμφέρον από την αστική τάξη να επικεντρώσει την αντιπαράθεση με την αστική τάξη πάνω στη βασική αντίθεση του καπιταλισμού και σε όλες τις άλλες αντιθέσεις που θεμελιώνονται πάνω σ' αυτήν, για να αντιπαρέλθει το αντίστοιχο ζωτικό συμφέρον της αστικής τάξης, να διασκεδάσει και να αποπροσανατολίσει από την αντιπαράθεση ως προς τη λύση της βασικής αντίθεσης της κοινωνίας, μέσα από την οποία θα οδηγηθεί στην ιστορική της ήττα.

Η θέση που μόλις αναπτύχθηκε εκφράζει κατά τη γνώμη μας το πραγματικό πεδίο των κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων, που τώρα πρέπει να διεξάγονται. Από αυτή την άποψη, επειδή θεωρούμε ότι η θέση αυτή έχει θεωρητική, αλλά και ιστορική και οικονομική θεμελίωση, ακριβώς γιατί ξεκινάει από τις σχέσεις των τάξεων στην κοινωνία, πιστεύουμε ότι το δίλημμα Ανατολή - Δύση είναι ένα παρωχημένο δίλημμα, κενό περιεχομένου σ' ό,τι αφορά την ιστορική προοπτική αυτού του τόπου.

Φυσικά, δεν αγνοούμε τη συζήτηση που διεξάγεται. Πως υπάρχουν δυνάμεις που αναφέρονται στο λεγόμενο εκδυτικισμό της χώρας.

Εννοώντας τον προσανατολισμό της Ελλάδας προς την Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ), το ΝΑΤΟ και τη λεγόμενη ευρωπαϊκή κουλτούρα. Και συνεπώς ό,τι συνεπάγεται αυτός ο προσανατολισμός, εξάρτηση, υποταγή, ανισότιμο καταμερισμό εργασίας, συμμετοχή στα ιμπεριαλιστικά σχέδια κλπ.

Δεν αγνοούμε επίσης πως υπάρχουν δυνάμεις που απορρίπτουν συλλήβδην τη Δύση, «πετώντας μαζί με τα απόνερα και το παιδί». Μάλλον τα «παιδιά».

Και τα παιδιά είναι ο Διαφωτισμός, που ξεκινάει με την Ενδοξη Επανάσταση της Αγγλίας και που αποτέλεσε την ιδεολογική προπαρασκευή της Γαλλικής Επανάστασης και ο Μαρξισμός που οδήγησε στη Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία.

Αλλοι επίσης καλλιεργούν φανερά τον πόθο για τις χαμένες πατρίδες, ίσως με μια βαθύτερη νοσταλγία για τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μια άποψη φανερά αντιδραστική, που μας γυρνάει επικίνδυνα προς τα πίσω και που ρίχνει λάδι στη φωτιά εξωιστορικών αντιθέσεων και του πολέμου.

Η γνώμη μας είναι ότι πρόκειται για αλληλοτροφοδοτούμενες απόψεις, που σε τελική ανάλυση καταλήγουν στον ίδιο στόχο σε σχέση με το εργατικό - επαναστατικό κίνημα. Πως έχουν κοινότητα αντιλήψεων, έστω και αν παρουσιάζονται διαφορετικές. Πως δεν απαντούν στο θεμελιώδες πρόβλημα της κοινωνίας της χώρας μας, στη σχέση, δηλαδή, των βασικών κοινωνικών τάξεων και στην επίλυση του πλέγματος των αντιθέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των δύο βασικών τάξεων της ελληνικής κοινωνίας, της αστικής τάξης και της εργατικής.

Είναι βέβαιο ότι στο πεδίο της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης το δίλημμα Ανατολή - Δύση θα ηττηθεί στην πορεία διαφοροποίησης της εργατικής τάξης από τάξη καθ' εαυτή σε τάξη για τον εαυτό της.

Τον παρωχημένο και αντιεπιστημονικό χαρακτήρα αυτού του διλήμματος θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε μέσα από το πλέγμα των οικονομικών σχέσεων που αναπτύσσονται από τον 19ο αιώνα, στα πλαίσια της εξέλιξης του καπιταλισμού και της διαμόρφωσης της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς.




Η ανάπτυξη του καπιταλισμού


Αυτό που παρατηρούμε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα στη με πολύ γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξη της βιομηχανίας στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ είναι η δημιουργία τεράστιων επιχειρήσεων. Η δημιουργία αυτή εξελίσσεται μέσα από μια ταχεία πρόοδο στη συγκέντρωση της παραγωγής. Το γεγονός που επιβάλλει τη δημιουργία μεγάλων επιχειρήσεων είναι ότι με τη συγκέντρωση της παραγωγής, την αντίστοιχη συγκέντρωση των εργατών, το πέρασμα των επιστημονικοτεχνικών επιτευγμάτων στην παραγωγική διαδικασία και την οργάνωση της εργασίας επιτυγχάνεται μεγαλύτερη παραγωγικότητα εργασίας. Σε κάθε περίπτωση η συγκέντρωση της παραγωγής είναι μεγαλύτερη από τη συγκέντρωση των εργατών.

Η συγκέντρωση αυτή, σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης, οδηγεί από μόνη της στο μονοπώλιο. Η γένεση του μονοπωλίου από τη συγκέντρωση της παραγωγής αποτελεί γενικό και βασικό νόμο στη διαδικασία ανάπτυξης του καπιταλισμού. Εχει σημασία να τονίσουμε ότι το μονοπώλιο προκύπτει είτε μέσα από συνθήκες προστατευτισμού, όπως εκείνη την εποχή εφαρμόζονταν στη Γερμανία, είτε από συνθήκες ελεύθερου εμπορίου, όπως στην Αγγλία.

Η γένεση του μονοπωλίου δικαιώνει τον Μαρξ, ο οποίος είχε αποδείξει ότι ο ελεύθερος συναγωνισμός θα οδηγήσει αναπόφευκτα στη συγκέντρωση της παραγωγής και τη δημιουργία του μονοπωλίου.

Ο Λένιν μας λέει: «Ο συναγωνισμός μετατράπηκε σε μονοπώλιο. Το αποτέλεσμα είναι τεράστια πρόοδος στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Ιδιαίτερα κοινωνικοποιείται και το προτσές των τεχνικών εφευρέσεων και τελειοποιήσεων».

Το μονοπώλιο αποτελεί τη βάση ενός νέου σταδίου του καπιταλισμού, στην ιστορική του εξέλιξη, του ιμπεριαλισμού, που εκφράζει τη μετάβαση από την πλήρη ελευθερία του συναγωνισμού προς την πλήρη κοινωνικοποίηση.

Ταυτόχρονα, όμως, μονοπώλιο σημαίνει τάση για κυριαρχία, τάση επέκτασης, εξάσκηση βίας πάνω στους άλλους.

Τραπεζιτικό και χρηματιστικό κεφάλαιο

Η διαδικασία που μόλις περιγράψαμε δεν αφορά μόνο τη βιομηχανία. Η ίδια εξέλιξη παρατηρείται και στον τραπεζικό τομέα. Η συγκέντρωση μετατρέπει τους τραπεζίτες από «μετριόφρονες μεσολαβητές» σε πανίσχυρους μονοπωλητές.

Δημιουργούνται οι μεγάλες τράπεζες που εκτοπίζουν τις μικρές. Εκτόπιση δε σημαίνει αναγκαστικά κλείσιμο της μικρής τράπεζας. Σημαίνει «σύνδεση», «συμμετοχή», αλλά και απορρόφηση. Σε κάθε περίπτωση σημαίνει υποταγή.

Το τραπεζικό κεφάλαιο, με τη δημιουργία των τραπεζικών μονοπωλίων, αναδεικνύεται σε κυρίαρχο του οικονομικού παιχνιδιού. Υποτάσσει τις εμπορικές και βιομηχανικές πράξεις όλης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτό γίνεται μέσα από πολλούς δρόμους. Κυρίως όμως γίνεται μέσα από την ανάγκη για κεφάλαια που έχει η βιομηχανία και το εμπόριο.

Οι τράπεζες επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στη βιομηχανία (αλλά και στο εμπόριο, στο χρηματιστήριο). Οδηγούμαστε σ' ένα σημαντικό αποτέλεσμα. Στη σύμφυση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό κεφάλαιο. Δημιουργείται το χρηματικό κεφάλαιο και η χρηματιστική ολιγαρχία. Το χρηματιστικό κεφάλαιο υπερέχει από κάθε άλλη μορφή κεφαλαίου. Είναι το πιο ισχυρό κεφάλαιο που δημιουργεί ο καπιταλισμός.

Ταυτόχρονα, στο επίπεδο των χωρών ξεχωρίζουν μερικά κράτη που κατέχουν τη χρηματιστική «δύναμη» απ' όλα τα υπόλοιπα. Γεγονός που τους προσδίδει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο χάρτη.

Η εποχή του ιμπεριαλισμού

Οταν μιλάμε για καπιταλισμό, πριν απ' όλα κάνουμε λόγο για εμπορευματική παραγωγή. Στον ελεύθερο συναγωνισμό, στο επίπεδο των εξαγωγών, κυριαρχούν οι εξαγωγές εμπορευμάτων. Η αύξηση των ανταλλαγών τόσο μέσα σε μια χώρα όσο και διεθνώς, με τη δημιουργία των μονοπωλίων και των μονοπωλιακών ενώσεων, δημιουργεί μια τεράστια συσσώρευση κεφαλαίου. Είναι αυτό που ονομάζουμε «περίσσευμα» κεφαλαίου.

Το κεφάλαιο αυτό πλέον έχει τη δυνατότητα να εξαχθεί. Και τη δυνατότητα αυτή την αποχτάει από το γεγονός ότι οι καθυστερημένες χώρες έχουν τραβηχτεί στην τροχιά του παγκόσμιου καπιταλισμού. Εχει δηλαδή σχηματιστεί η παγκόσμια αγορά (ως χώρος η παγκόσμια αγορά έχει σχηματιστεί από την εποχή της ανακάλυψης της αμερικανικής ηπείρου). Η εξαγωγή κεφαλαίων συνδυάζεται ταυτόχρονα και με την εξαγωγή εμπορευμάτων. Αλλά το βασικό χαρακτηριστικό που προκύπτει από την εξαγωγή κεφαλαίων είναι ότι αυτή οδηγεί στο πραγματικό μοίρασμα του κόσμου. Τα χρηματικά κεφάλαια για να εξαχθούν και να επενδυθούν, χρειάζονται χώρο. Και κυρίως χρειάζονται χώρο προσαρτημένο ή εξαρτημένο.(Στις μέρες μας, βέβαια, η εξαγωγή κεφαλαίων δεν κατευθύνεται μόνο προς τις μικρότερες χώρες).

Και είναι προφανές ότι όταν τελειώνει το μοίρασμα του κόσμου, τότε προκύπτει η ανάγκη για το ξαναμοίρασμα. Ξαναμοίρασμα που δεν μπορεί να γίνει με κανέναν άλλο τρόπο παρά μόνο στη βάση της δύναμης είτε μέσα από τοπικούς πολέμους, είτε από παγκόσμιους ή και με «ειρηνικό τρόπο», στη βάση της άσκησης βίας. Σε κάθε περίπτωση προηγείται η διπλωματία.

Το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του κόσμου δε γίνεται από «κάποια ιδιαίτερη κακία» των καπιταλιστών. Γίνεται γιατί η συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου που έχει επιτευχθεί ωθεί στο δρόμο για την εξαγωγή κέρδους, όλο και περισσότερου κέρδους.

Οπως είπαμε, το μοίρασμα του κόσμου γίνεται στη βάση της δύναμης, οικονομικής και πολιτικής. Το γεγονός αυτό δεν αναδεικνύει παρά την ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού. Η ανισόμετρη ανάπτυξη, οικονομική και πολιτική, του καπιταλισμού, είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού.

Παραπέρα όμως η προσπάθεια για το μοίρασμα του κόσμου οξύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στις ενώσεις των μονοπωλίων και των λίγων ιμπεριαλιστικών χωρών που το προωθούν.

Οι αντιθέσεις αυτές είναι και η αιτία που ξέσπασε ο Α` Παγκόσμιο Πόλεμος, λίγα μόνο χρόνια μετά την ολοκλήρωση της μετατροπής του παλιού στο νέο καπιταλισμό, του ελεύθερου συναγωνισμού στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό. Αυτές οι αντιθέσεις είναι που οδηγούν και στο Β` Παγκόσμιο Πόλεμο, και επειδή βρισκόμαστε πάλι μπροστά σε ένα ξαναμοίρασμα του κόσμου, που προς το παρόν εκφράζεται μέσα από τη διεξαγωγή τοπικών πολέμων, τις παρεμβάσεις, τις απειλές, τίποτα δεν μπορεί να αποκλείει το ξέσπασμα μιας ευρύτερης σύρραξης.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού παίρνει τεράστια σημασία η έννοια του οικονομικού εδάφους, «καθώς και του εδάφους γενικά». Πράγμα που σημαίνει ότι οι μονοπωλιακές ενώσεις και αντίστοιχα οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δε σταματούν ποτέ την αναζήτηση νέους εδάφους. Κατά συνέπεια, ειρήνη και ιμπεριαλισμός είναι ασυμβίβαστες έννοιες. Ο ιμπεριαλισμός, το χρηματιστικό κεφάλαιο δε θέλει ελευθερία, δε θέλει ειρήνη. Εκείνο που επιδιώκει είναι η κυριαρχία, η επέκταση.

Το γεγονός αυτό προσδιορίζει τις οικονομικές σχέσεις,και γενικότερα τις σχέσεις ανάμεσα στις μονοπωλιακές ενώσεις και ανάμεσα στις χώρες. Αυτό που χαρακτηρίζει τις σχέσεις των χωρών ως βασικό γνώρισμα την εποχή του ιμπεριαλισμού είναι η υποταγή και η εξάρτηση των μικρών χωρών στις λίγες μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Αυτή η σχέση δεν αλλάζει ακόμη και όταν μετέχουν στις ίδιες ενώσεις μικρές και μεγάλες χώρες, όπως είναι σήμερα η ΕΕ, όπως η ΠΟΕ ή το ΝΑΤΟ, ακόμη και οργανισμοί όπως το ΔΝΤ ή η Παγκόσμια Τράπεζα κλπ.

Τέτοιες σχέσεις βέβαια ανάμεσα σε μεγάλα κράτη και μικρά υπήρχαν ανέκαθεν. Η διαφορά όμως με τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό είναι ότι γίνονται γενικό σύστημα, εντάσσονται οργανικά ως μέρος στο σύνολο των σχέσεων του μοιράσματος του κόσμου, ως μέρος της δράσης του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου. Παράλληλα όμως η μ' αυτόν τον τρόπο κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου εντείνει την ανισόμετρη ανάπτυξη και τις αντιθέσεις μέσα στην παγκόσμια οικονομία. Τροφοδοτεί την παγκόσμια κρίση.

(ριζοσπάστης 27/10/2000)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου