Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

«ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ»: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

(άρθρο στην ΚΟΜΕΠ το 2000)

του Αποστόλη Χαρίση

Ενα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ιδεολογικής πάλης της περιόδου που διανύουμε, μετά τις ανατροπές των σοσιαλιστικών καθεστώτων και κοινωνιών του τέλους της δεκαετίας του 1980 και των αρχών της δεκαετίας του 1990, είναι και η ισχυροποίηση και επαναφορά στο προσκήνιο πολλών ιδεολογημάτων και θεωριών της πρώτης φάσης του ψυχρού πολέμου που χαρακτηρίζονται από τον πιο ωμό και επιθετικό αντικομμουνισμό. Το γεγονός αυτό απηχεί το νέο συσχετισμό των δυνάμεων στον κόσμο, καθώς και τη συνακόλουθη ενδυνάμωση των ρεβανσιστικών διαθέσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου και των πολιτικών του εκπροσώπων. Ενα από τα καινούργια-παλιά ιδεολογήματα που επιστρέφουν στις πολιτικές αναλύσεις του αστικού τύπου, στις δημόσιες τοποθετήσεις πολιτικών στελεχών της κυβέρνησης και των αστικών πολιτικών κομμάτων[1], αλλά και στα προγράμματα σπουδών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι αυτό της ταύτισης των πρώην σοσιαλιστικών κοινωνιών αλλά και του σοσιαλισμού γενικά με το λεγόμενο ολοκληρωτισμό. Τις περισσότερες φορές, η έννοια του ολοκληρωτισμού, του ολοκληρωτικού φαινομένου, των ολοκληρωτικών ιδεολογιών, της ολοκληρωτικής νοοτροπίας και πρακτικής κ.ο.κ., διαχέεται στις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών ανεπαίσθητα και με μη κριτικό τρόπο. Σχεδόν ποτέ δε δίνεται ορισμός του φαινομένου αυτού, παρουσιάζεται σαν τόσο γνωστό που θεωρείται αυταπόδεικτο (συχνά, αν και όχι πάντα, δίνονται κάποιες ελάχιστες θεωρητικές πηγές, συνήθως αμερικανικές). Πολύ συχνά ο όρος ολοκληρωτισμός αναφέρεται μαζί με δυο ή τρία ονόματα, συνήθως του Χίτλερ, του Στάλιν και σπανιότερα του Μουσολίνι (η φασιστική Ιταλία συχνά θεωρείται λιγότερο «ολοκληρωτική» από τη ναζιστική Γερμανία,
ακόμη και από την ΕΣΣΔ!). Η ουσιαστική έμφαση δηλαδή δίνεται στην ταύτιση του φασισμού και ιδιαίτερα του ναζισμού με τον υπαρκτό σοσιαλισμό και της φασιστικής ιδεολογίας με την κομμουνιστική. Οσο ο όρος παγιώνεται περισσότερο, οι συγκεκριμένοι αρθρογράφοι δεν περιορίζονται να χαρακτηρίζουν ως ολοκληρωτική μια ορισμένη περίοδο σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ (συγκεκριμένα κατά τα χρονικά διαστήματα 1934–‘38 και 1949–‘51, όπως δέχονται αρκετοί από τους θεωρητικούς του ολοκληρωτισμού, όπως η Χάνα Αρεντ και ο Ραϊμόν Αρόν), αλλά περνούν πια στην κατευθείαν ταύτιση ολόκληρης της ιστορίας του υπαρκτού σοσιαλισμού με τον ολοκληρωτισμό και συνεπώς με το φασισμό.

Το πράγμα δεν περιορίζεται στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Η ενασχόληση με τη θεωρία και τους θεωρητικούς του ολοκληρωτισμού ενισχύεται και στο πλαίσιο των προγραμμάτων σπουδών των πανεπιστημίων στις σχολές που έχουν ως αντικείμενο την πολιτική επιστήμη, τη δημόσια διοίκηση, το δίκαιο και την κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία. Εννοείται ότι η μελέτη του ολοκληρωτισμού τείνει να εντάσσει αυτόματα το μελετητή στις θέσεις της «φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», ως της πλέον ορθής και έγκυρης μορφής πολιτικού καθεστώτος στο πλαίσιο της σύγχρονης «κοινωνίας της αγοράς», παρεκβατική, αρνητική μορφή της οποίας υποτίθεται πως αποτελούν οι «ολοκληρωτικές» πολιτικές μορφές και συστήματα. Η αναγωγή της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας στο τελειότερο πολιτικό σύστημα που έχει υπάρξει ποτέ αλλά και που είναι δυνατό να υπάρξει, καθώς και η ταύτιση οποιασδήποτε σύγχρονης αντίληψης της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό («κοινωνία της αγοράς») είναι μια ιερή και απαραβίαστη αρχή σε αυτές τις αναλύσεις, τόσο ιερή και απαραβίαστη μάλιστα, που δεν τίθεται καν σε συζήτηση.

Ο ταξικός ιδεολογικός χαρακτήρας των συγκεκριμένων αντιλήψεων περί ολοκληρωτισμού είναι προφανής, όπως προφανής είναι και η πολιτική στόχευσή τους. Από αυτήν την άποψη, το αντικείμενο του παρόντος άρθρου που συνίσταται στην κριτική των πιο πάνω αντιλήψεων ούτε πρωτότυπο είναι, ούτε περιέχει καινοτομίες. Ωστόσο η ανασκευή, έστω και επαναλαμβανόμενη, αυτών των αντιλήψεων είναι επίκαιρη, στο βαθμό που: α) το πέρασμα των αντιλήψεων περί σοσιαλισμού-ολοκληρωτισμού επιδιώκεται να επιβληθεί εκ των άνω, διαμέσου της χρήσης της ισχύος των σύγχρονων ΜΜΕ και ελλείψει, πολλές φορές, αντιλόγου (η λεγόμενη και τρομοκρατία της «μοναδικής σκέψης»), β) αυτές οι απόψεις αποτελούν μια, ιδιαιτέρως αντιδραστική, εκδοχή της αστικής ιδεολογίας, γ) λόγω της υποχώρησης, για τους γνωστούς λόγους, της ιδεολογικής δουλειάς των κομμουνιστών κατά την τελευταία δεκαετία και της κομφορμιστικής στάσης πολλών «αριστερών» και πάσης φύσεως «δημοκρατικών» και «προοδευτικών» διανοουμένων απέναντι σε αυτές τις απόψεις, οι τελευταίες τείνουν να γίνονται παθητικά ασυνείδητα αποδεκτές, με αποτέλεσμα ακόμα και αριστεροί και κομμουνιστές να εκφράζονται με όρους όπως «μα αυτή είναι ολοκληρωτική νοοτροπία!» ή «ο καπιταλισμός βαδίζει προς μια ολοκληρωτική κοινωνία» κλπ. Με αυτόν τον τρόπο όμως, οι έννοιες και η μεθοδολογία του μαρξισμού για την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων εγκαταλείπονται προς όφελος των αστικών ιδεολογημάτων. Και στο βαθμό που η γλώσσα και ακόμη περισσότερο η θεωρητική έκφραση είναι και πρακτική σκέψη (σκεπτόμαστε με βάση τη λογική, τις λέξεις και τις έννοιες της γλώσσας), η μαρξιστική αντίληψη των κοινωνικών φαινομένων εξασθενεί προς όφελος της αστικής ιδεολογίας.

Γι’ αυτούς τους λόγους, στο παρακάτω κείμενο επιχειρείται μια σύντομη παρουσίαση και κριτική της έννοιας και της θεωρίας του ολοκληρωτισμού και του ολοκληρωτικού φαινομένου, όπως αυτή αναπτύχθηκε στον 20ό αιώνα. Η παρουσίαση δε θα συμπεριλάβει το σύνολο των αποχρώσεων της σύγχρονης αυτής μυθολογίας. Για πρακτικούς λόγους -περιορισμένου χώρου, άμεσου πολιτικού χαρακτήρα του κειμένου, αλλά και για τη διευκόλυνση του αναγνώστη της ΚΟΜΕΠ- το άρθρο θα επικεντρωθεί γύρω από τα κεντρικά θεμελιακά σημεία των θεωρήσεων περί ολοκληρωτισμού και επίσης θα αναφερθεί κυρίως σε δύο μόνο στοχαστές που εκπροσωπούν δύο διαφορετικές διαδοχικές φάσεις στην ανάπτυξη και χρήση της έννοιας του «ολοκληρωτισμού», που παραμένουν πάντως «κλασικοί» αυτού του ρεύματος, την Χάννα Αρεντ και τον Ραϊμόν Αρόν.


Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ

Ο όρος «ολοκληρωτισμός» (totalitarianism) προέρχεται από την υστερολατινική λέξη totalitas που δηλώνει ολότητα, ολικότητα, πληρότητα (επίθ. - totalis) και παραπέμπει στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο στην απόλυτη ισχύ μιας ορισμένης εξουσίας (ομάδας, κόμματος ή μονάρχη) επί του συνόλου της κοινωνίας. Οι πηγές του νοήματος αυτής της έννοιας οδηγούν στην εποχή του απολυταρχικού κράτους στην Ευρώπη και στις σκέψεις ορισμένων φιλοσόφων όπως του Τόμας Χομπς (ιδιαίτερα στο έργο του «Λεβιάθαν»), καθώς και του Χέγκελ που διακήρυσσε ότι το ανώτατο σημείο ανάπτυξης του ανθρώπινου πνεύματος (και συνακόλουθα της οργάνωσης της κοινωνίας) είχε ήδη βρει το ιδανικό του μέσα στο απολυταρχικό πρωσσικό κράτος της εποχής του. Αναπτύσσοντας, προς άλλη, είναι αλήθεια, κατεύθυνση, αυτές και άλλες πηγές, νεότεροι συντηρητικοί φιλόσοφοι, πολιτικοί και νομικοί επιστήμονες του 19ου και 20ού αιώνα, επιφανέστερος μεταξύ των οποίων ήταν ο Γερμανός Καρλ Σμιτ, οδήγησαν τη θεωρία της ισχύος και του κεντρικού ρόλου του κράτους στη ζωή της κοινωνίας έως την ιδέα του «απόλυτου κράτους», δηλαδή στην αντίληψη του κράτους ως κεντρικού σκοπού της δραστηριότητας της κοινωνίας, αλλά και ως αφετηρίας για κάθε κοινωνική δυναμική και εξέλιξη. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, την οποία οικειοποιήθηκε τόσο ο γερμανικός όσο και ο ιταλικός φασισμός, το απόλυτο ή ολοκληρωτικό κράτος (stato totalitario σύμφωνα με τους αντιδραστικούς Ιταλούς θεωρητικούς) είναι η ενσάρκωση της κοινωνίας, η ισχύς και η νομιμότητά του πηγάζει από τον ίδιο τον εαυτό του, δεν έχει ανάγκη από καμία έξωθεν κοινωνική νομιμοποιητική βάση (όπως λ.χ. αυτή του κοινωνικού συμβολαίου στις φιλελεύθερες πολιτικο-νομικές θεωρίες), παρά μόνο αυτής: της ενσάρκωσης ή κατευθείαν έκφρασης του πνεύματος του «λαού» (με την εθνικιστική-σοβινιστική ή και ρατσιστική έννοια) και της φυλής. Είναι φανερό ότι σε ένα τέτοιο κράτος καμιά αντίληψη περί λαϊκής αντιπροσώπευσης, λαϊκής κυριαρχίας ή ελέγχου και απονομής της εξουσίας από το λαό δε μπορεί να υπάρξει, εφ’ όσον αγνοείται στην πράξη το γεγονός ότι ο «λαός» συμβαίνει να χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη κοινωνικοταξική δομή και κατακερματισμό συμφερόντων. Η κορυφή της κρατικής ηγεσίας, ο «απόλυτος ηγέτης», δεν αποτελεί κάποιου είδους αντιπρόσωπο του λαού ή, έστω του θεού (όπως στα παλιά απολυταρχικά κράτη – «ελέω θεού μοναρχία»), αλλά την ίδια την «ενσάρκωση» του «πνεύματος του λαού» ή της «φυλής» στο σύνολό της (στην περίπτωση της Γερμανίας), χωρίς να αναγνωρίζεται η εσωτερική διαφοροποίηση του λαού σε κοινωνικές τάξεις και ομάδες. Ετσι, ο γερμανικός λαός, για παράδειγμα, δε μπορεί να έχει το δικαίωμα να εκλέγει και να ελέγχει ο ίδιος την ηγεσία του. Η μοναδική ελευθερία που του αναγνωρίζεται από το ναζιστικό κράτος είναι το να εκτελεί τις εντολές του «φύρερ» του, ο οποίος αποτελεί την ολική έκφραση του λαού, τη «ψυχή» του. Με αυτά τα λόγια ο ίδιος ο Χίτλερ και η ναζιστική προπαγάνδα όριζαν την πηγή και τη βάση της εξουσίας τους. Το ξεκαθάρισμα και η αποκάλυψη των κοινωνικών προϋποθέσεων και αιτίων αυτής της αντίληψης θα γίνουν πιο κάτω στο κείμενο.

Είναι φανερό ότι η φασιστική αντίληψη περί του κράτους αντιπαρατίθεται έντονα στις αστικές φιλελεύθερες θεωρίες και πρακτικές του φυσικού δικαίου, του κοινωνικού συμβολαίου και του κοινοβουλευτικού συστήματος, με βάση τις οποίες είχαν πλέον δομηθεί τα περισσότερα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής (αν και ο πειρασμός του φασισμού ήταν πάντα υπαρκτός και σε αυτές τις χώρες, καθώς και τα αντίστοιχα πολιτικά ρεύματα).

Η ανάπτυξη του φασισμού προερχόταν από τα σπλάχνα των ίδιων των καπιταλιστικών χωρών και ιδιαίτερα εκείνων, το μονοπωλιακό κεφάλαιο των οποίων, από τη μια μεριά είχε να αντιμετωπίσει ένα διαρκώς διογκούμενο και πολιτικοποιημένο εργατικό κίνημα σε συνθήκες έντονης οικονομικής κρίσης, ενώ από την άλλη η υπερσυσσώρευσή του δεν εύρισκε διέξοδο στις κατειλημμένες από τους νικητές διεθνείς αγορές και αποικίες. Ετσι βρέθηκε ιστορικά αναγκασμένο να αποδεχθεί και να ενισχύσει τη δημιουργία και την εδραίωση αστικών ιδεολογιών (κυρίως παραλλαγές του ακραίου εθνικισμού) και καθεστώτων «έκτακτης ανάγκης», όπως τα κάθε λογής φασιστικά κράτη και οι στρατιωτικές δικτατορίες. Ωστόσο αυτή δεν ήταν η μόνη, ούτε καν η κύρια, πρόκληση προς τα καπιταλιστικά κράτη-νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σοσιαλιστική επανάσταση και η κατοπινή οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Ρωσία συνιστούσε έναν ακόμη πιο σοβαρό και μακροπρόθεσμο κίνδυνο ενάντια στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολό του. Η δυναμική του σοσιαλισμού κατευθυνόταν αντικειμενικά ενάντια τόσο στον καπιταλιστικό φιλελεύθερο - δημοκρατικό, όσο και στον καπιταλιστικό φασιστικό κόσμο. Γι’ αυτό άλλωστε και το κεντρικό σημείο αναφοράς στη συμμαχία του «Αξονα» μεταξύ Γερμανίας, Ιταλίας και Ιαπωνίας ήταν το «Σύμφωνο Αντικομιντέρν».

Οι κυρίαρχες λοιπόν ιμπεριαλιστικές δυνάμεις του μεσοπολέμου είχαν να αντιμετωπίσουν τόσο τη συνολική απειλή που αντιπροσώπευε η προώθηση του σοσιαλισμού και του κομμουνιστικού κινήματος, όσο και τη μερικότερη μακροπρόθεσμα, αλλά σημαντική – για τη θέση τους στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα - απειλή εκείνων των ιμπεριαλιστικών χωρών που επιδίωκαν τη ριζική αλλαγή του συστήματος των ενδοϊμπεριαλιστικών σχέσεων, μερικά από τα οποία είχαν αποκτήσει πλέον φασιστικό καθεστώς. Ο ασυνεπής και σε μεγάλο βαθμό μονόπλευρος, «διμέτωπος» αυτός αγώνας, άρχισε να αντανακλάται στην αστική ιδεολογία των «φιλελεύθερων» ιμπεριαλιστικών χωρών. Ετσι, εμφανίζεται ο όρος ολοκληρωτικός και ολοκληρωτισμός, στον οποίον εντάσσονται τόσο ο φασισμός (που στο κάτω-κάτω αυτοπροσδιοριζόταν ο ίδιος σαν τέτοιος), όσο και ο κομμουνισμός, τόσο το φασιστικό κράτος της Ιταλίας του Μουσολίνι, όσο και η δικτατορία του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ. Η έννοια του ολοκληρωτισμού πρωτοεμφανίζεται στους «Times» το 1929 και υποδηλώνει ως ολοκληρωτικό ένα τύπο κράτους που είναι «ενιαίο», μονοκομματικό, φασιστικό ή κομμουνιστικό και αποτελεί αντίδραση στο κράτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας[2]. Η ταύτιση αυτή δύο φαινομένων τόσο ασύμβατων μεταξύ τους όπως το φασιστικό και το σοσιαλιστικό κράτος και κοινωνία γίνεται στη βάση της τοποθέτησης ως κύριου κριτηρίου των πολιτικών μορφών του κράτους, δίχως να αναλύεται (αντίθετα μάλιστα συσκοτίζεται) το περιεχόμενο της κρατικής εξουσίας και οι σχέσεις του με τη δομή της κοινωνίας, δηλαδή με τις κοινωνικές τάξεις και την πάλη που διεξάγεται μεταξύ τους. Η αστική ιδεολογία, από τότε που περιορίστηκε στην απολογητική του καπιταλιστικού συστήματος, έτσι προτιμά γενικά να βλέπει τον κόσμο, δηλαδή ως ενσάρκωση και διαπάλη κάποιων ιδεών και ιδανικών, το σημαντικότερο εκ των οποίων είναι η (αστική) «δημοκρατία».


Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ H. ARENDT

Μια από τους πιο επιφανείς εκπροσώπους της θεωρίας του ολοκληρωτισμού είναι η Hannah Arendt, που είναι αρκετά γνωστή και στην Ελλάδα. Το κυριότερο έργο της πάνω στο εν λόγω θέμα είναι οι «Πηγές του ολοκληρωτισμού» (1951), το τρίτο μέρος του οποίου («Το ολοκληρωτικό σύστημα», 1951) έχει εκδοθεί και στην Ελλάδα[3] και που αποτελεί το πιο σημαντικό και διαδεδομένο έργο πάνω στον ολοκληρωτισμό. Σε αυτό το έργο, η Αρεντ εξομοιώνει απόλυτα το σοσιαλιστικό (σοβιετικό) και το ναζιστικό κράτος και τα ανάγει σε μια νέα κατηγορία κράτους, το «ολοκληρωτικό» κράτος και σύστημα. Σαν κυρίαρχο ίσως χαρακτηριστικό του ολοκληρωτικού συστήματος ορίζεται η πρόθεση και η συνειδητά οργανωμένη προσπάθεια για την εξαφάνιση των πολλών ενδιάμεσων ιστορικά διαμορφωμένων θεσμικών και διομαδικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων (σχέσεων ιδιωτικών, προσωπικών, οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικοταξικών κ.ο.κ.), την απορρόφηση όλων αυτών των σχέσεων από το κράτος και τη μοναδική ιδεολογία του (με τρόπο ώστε το κάθε ξεχωριστό, σημαντικό ή ασήμαντο ζήτημα να μετατρέπεται σε ιδεολογικό ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα των κρατικών συμφερόντων) και τελικά τη μετατροπή των ανθρώπων-πολιτών σε μια αδιαφοροποίητη μάζα υπο-υπηκόων χωρίς άλλα πολιτικά χαρακτηριστικά έξω από αυτά του υπηρέτη του κράτους. Η εφιαλτική αυτή ανθρώπινη κατάσταση επιβάλλεται, σύμφωνα με την Αρεντ, από το τυραννικό ολοκληρωτικό καθεστώς στο όνομα της ανάπλασης της ανθρωπότητας, της δημιουργίας ενός τύπου «νέου ανθρώπου» και μιας νέας ανώτερης ανθρωπότητας, η εμφάνιση της οποίας προϋποθέτει την πλήρη καταστροφή όλων των παλιών κοινωνικών θεμελίων και σχέσεων. Για την Χ. Αρεντ, μεταξύ του σοβιετικού και του ναζιστικού συστήματος δεν υπάρχει διαφορά ουσίας. Η διαφορά βρίσκεται μόνο στο όνομα της ιδέας που το κάθε σύστημα επικαλείται για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Για τους μεν κομμουνιστές αυτή η ιδέα ακούει στο όνομα της χειραφέτησης της εργατικής τάξης (αποστερημένης όμως από την ουσία της παλιάς μαρξιστικής θεωρίας), ενώ στους ναζιστές την ίδια θέση κατέχει η ιδέα της επιβολής της ανώτερης «αρίας» φυλής[4]. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει η Αρεντ, η ουσία και των δύο αυτών καθεστώτων συνίσταται στις ίδιες τους τις εσωτερικές λειτουργίες και ανάγκες και αντανακλά την εξέλιξη των σύγχρονων κοινωνιών σε «μαζικές κοινωνίες» («κοινωνίες της μάζας»), μια εξέλιξη που προετοίμασε η ανάπτυξη του καπιταλισμού και της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας. Σύμφωνα με την Χ. Αρεντ, ο καπιταλισμός, με την εμφάνιση και γενίκευση της εκμηχανισμένης μαζικής παραγωγής, την προλεταριοποίηση του πληθυσμού και τη συγκέντρωσή του σε απρόσωπα αστικά βιομηχανικά κέντρα, την κατάργηση των παλιών διαπροσωπικών, κοινοτικών και προσδιορισμένων ταξικών σχέσεων, την καταστροφή των θρησκευτικών και ηθικών πεποιθήσεων που χαρακτήριζαν τις πιο στατικές παλιότερες κοινωνίες, ουσιαστικά έβαλε τα θεμέλια για την εμφάνιση του εργάτη-μάζα, του «εργαζόμενου ζώου» («animal laborans», σύμφωνα με τη δική της έκφραση), που στερείται ελεύθερης δημιουργικής ικανότητας και ομαλής κοινωνικής-κοινοτικής ζωής. Ετσι, τα θεμέλια του ολοκληρωτισμού, φασιστικού ή κομμουνιστικού, οι κοινωνικές του πηγές και προϋποθέσεις, βρίσκονται μέσα στον ίδιο τον καπιταλισμό των δυτικών κοινωνιών.

Οι αντιλήψεις αυτές της Χάνα Αρεντ για τις πηγές του «κακού» στη σύγχρονη κοινωνία εκτίθενται με πιο ολοκληρωμένο τρόπο στο μεταγενέστερο (1958) έργο της «Η ανθρώπινη κατάσταση (Vita activa)»[5]. Η θεώρηση περί της «μαζικής κοινωνίας», απ’ όπου αντλεί τις βασικές της ιδέες η Αρεντ, έχει αρκετά μακρά ιστορία και συνιστά την πνευματική αντίδραση πολλών συντηρητικών διανοουμένων στη ραγδαία ανάπτυξη του καπιταλισμού και την καταστροφή των συνεκτικών «οργανικών» κοινωνικών προτύπων, ιεραρχιών και ταξικών δομών της μεταβατικού τύπου κοινωνίας του απολυταρχικού κράτους στην Ευρώπη (δηλαδή της «συμβιβαστικής» μορφής πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας που αντιστοιχούσε στην ανάπτυξη των αστικών σχέσεων μέσα στο φεουδαρχισμό, στην οποία την εξουσία είχαν οι ευγενείς, μέσω της απόλυτης μοναρχίας και του συστήματος των «κλειστών» ή «νομοκατεστημένων» τάξεων, ενώ την οικονομική δύναμη τη συγκέντρωναν βαθμιαία οι αστοί, βοηθούμενοι ουσιαστικά από τους νέους μεγάλους εθνικούς οικονομικούς χώρους-αγορές που τους εξασφάλιζε το απολυταρχικό κράτος). Επρόκειτο για μια ορισμένη ιστορική φάση ανάπτυξης των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών όπου οι σχέσεις εξουσίας ήταν δεδομένες, τα πολιτιστικά πρότυπα και οι θρησκευτικές και ηθικές πεποιθήσεις σχετικά σταθερές και φαινομενικά αμετακίνητες ή έστω αναπτυσσόμενες με τρόπο που δινόταν δυνατότητα στους ανθρώπους να προσαρμοστούν σε αυτές, όπου τα πράγματα και οι καταστάσεις κυλούσαν πιο αργά και όπου ο καθένας κατείχε μια σταθερή θέση στην κοινωνία που σπάνια άλλαζε. Ο καπιταλισμός τα έκανε κομμάτια όλα αυτά, μεταβάλλοντας ριζικά το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας, κινητοποιώντας άναρχα το σύνολο των ανθρώπων και αποκόβοντάς τους από κάθε σχέση με σταθερές κοινότητες, θεσμούς, συμμετοχή σε ενδιάμεσες πρωτογενείς και δευτερογενείς ομάδες και συσσωματώσεις, συνεκτικά συστήματα πεποιθήσεων και συμπεριφορών, μετατρέποντας τελικά τους περισσότερους από αυτούς σε άτομα «χωρίς ιδιότητες», σε «μαζάνθρωπους». Και οι άνθρωποι της μάζας, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιόδους, μη διαθέτοντας κάποιο συνεκτικό σύστημα αντιλήψεων, πρακτικές και χώρους ουσιαστικής συνδιαλλαγής, συζήτησης και ανταλλαγής γνωμών και συνεπώς ορθολογικής συλλογικής κρίσης (αφού το καπιταλιστικό σύστημα δεν τους χρειάζεται γι’ αυτό και συνεπώς δεν τους εκπαιδεύει γι’ αυτό), ταυτίζονται τελικά με τη λειτουργία που κατέχουν στο σύστημα, δηλαδή με τη λειτουργία του εξαρτήματος, του μη ολοκληρωμένου ανθρώπου. Σε αυτήν την περίπτωση, είναι απλά θέμα χρόνου το πότε η τεράστια αυτή κοινωνική τάση θα εκφραστεί και στην πολιτική δια της εμφάνισης κινημάτων που απευθύνονται ειδικά στη μάζα και, ακόμα περισσότερο, στοχεύουν – συνειδητά ή ασυνείδητα – στη δημιουργία κοινωνικών συστημάτων που επιδιώκουν ακριβώς να απογυμνώσουν τον άνθρωπο από κάθε ιδιαίτερο ή πρωτότυπο χαρακτηριστικό, να τον μετατρέψουν σε ένα νέο ζωικό είδος στερημένο από κάθε δημιουργική ικανότητα, ανεξάρτητη σκέψη και συνεπώς ελευθερία. Αυτά τα κινήματα που ξεπηδούν από - και εκφράζουν - τον άνθρωπο-μάζα, είναι ακριβώς τα ολοκληρωτικά κινήματα. Τα κινήματα αυτά, χρησιμοποιώντας μια απλή μανιχαϊστική ιδεολογία (αντίστοιχη προφανώς στην κοινωνική ανωριμότητα και πολιτική ηλιθιότητα του όχλου των «μαζανθρώπων») που βασίζεται στη μαζική κατασκευή και υποβολή απλών διχοτομιών του στυλ «εμείς, ο λαός, η εργατική τάξη, οι Γερμανοί» - «αυτοί, το κεφάλαιο, οι Εβραίοι» και κολακεύοντας τον ίδιο τον άνθρωπο της μάζας, εξυμνώντας τη δύναμη της μάζας και τονίζοντας την αριθμητική της υπεροχή, καταφέρνουν τελικά να πάρουν την εξουσία. Οταν γίνει αυτό, συντελείται μια ακόμα εσωτερική μεταβολή σε αυτά τα κινήματα. Κάθε σύνδεσμος με το παρελθόν κόβεται, κάθε σχέση μεταξύ των ανθρώπων ελέγχεται, απαγορεύεται όχι μόνο η δράση αλλά και η σκέψη ενάντια στο καθεστώς, καταργείται κάθε σταθερή και διασφαλισμένη θέση του ανθρώπου στην κοινωνία (αντίθετα το ίδιο το σύστημα παραμένει πάντα αδιατάρακτο), η ιστορία γράφεται και ξαναγράφεται κατά βούληση, ο άνθρωπος σταματά να εμπιστεύεται το διπλανό του, οι γονείς τα παιδιά τους[6] κ.ο.κ. Τελικά, ο άνθρωπος σε αυτή την κοινωνία χάνει κάθε ανθρωπιά, η υποκρισία και ο καιροσκοπισμός γίνονται κανόνας επιβίωσης. Οι τρόποι που επιτυγχάνονται όλα αυτά είναι πολλοί. Μυστική αστυνομία, ιεραρχίες μέσα σε ιεραρχίες και συνωμοσίες μέσα σε συνωμοσίες, συνεχής επίδειξη της ισχύος του κράτους και αναζήτηση εχθρών, απόλυτη ισχύς της ιδεολογίας και απόρριψη κάθε έννοιας προσωπικών, ιδιωτικών υποθέσεων. Ολα γίνονται κρατικές υποθέσεις και κρίσιμα ιδεολογικά ζητήματα. Ως σκοπός αυτού του συστήματος τίθεται πάντοτε η πλήρης αναμόρφωση του συνόλου της ανθρωπότητας, η δημιουργία του «νέου ανθρώπου» διαμέσου της νίκης της εργατικής τάξης ή της ανώτερης φυλής.

Αυτά υποστηρίζει σε γενικές γραμμές η Χάνα Αρεντ στο βιβλίο της για τον ολοκληρωτισμό. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις είναι λίγες σε αυτό το έργο. Το βασικό μέλημα της συγγραφέως είναι να αποδείξει τη συνάφεια ναζισμού και σοσιαλισμού. Και παρότι και η ίδια παραδέχεται αρκετές φορές στο βιβλίο της ότι δε διαθέτει αξιόπιστα στοιχεία από την ΕΣΣΔ για σφαγές, τρομοκρατία κλπ. – τουλάχιστον στην έκταση και με το περιεχόμενο που θα δικαιολογούσαν μια τόσο σοβαρή καταγγελία όπως την ταύτιση με τη ναζιστική Γερμανία – εντούτοις παραθέτει πλήθος από τέτοια μη διασταυρωμένα και μη αξιόπιστα στοιχεία που παρουσιάζουν την ΕΣΣΔ πραγματικά σαν την «αυτοκρατορία του κακού», σύμφωνα με τη μεταγενέστερη έκφραση του Ρ. Ρήγκαν. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, σχηματίζει κανείς (μάλιστα περισσότερο για την ΕΣΣΔ παρά για τη ναζιστική Γερμανία) μια εντύπωση εφιάλτη: συνεχής καταπίεση, απίστευτη τρομοκρατία, απύθμενο ψέμα, υποκρισία στον υπέρτατο βαθμό, δεσποτισμός χωρίς κανένα σκοπό έξω από την τρομοκράτηση και την πλήρη υποταγή των ανθρώπων μέσα σε ένα σύστημα υποταγής χωρίς τέλος, εκτός από τον ανώτατο ηγέτη-ενσάρκωση του κινήματος, του κράτους, του κόμματος, της «ψυχής» του λαού. Μοιάζει με λογοτεχνία πολιτικής φαντασίας του είδους αυτού που ονομάστηκε «αντιουτοπία» (Οργουελ, Χάξλεϊ, Καίστλερ κ.ά.) και σε σημαντικό βαθμό αυτό είναι και πολύ αποτελεσματική λογοτεχνία μάλιστα (άλλωστε, ολόκληρο το ρεύμα της «αντιουτοπικής» ή «δυστοπικής» πολιτικής λογοτεχνίας αυτού του αιώνα εκπροσωπείται από τον ίδιο τύπο «αριστοκρατικού» διανοουμένου που είτε είναι εξαρχής συντηρητικός, είτε μερικές φορές εμφανίζεται ως «ανανήψας υπεραριστερός», ενώ σχεδόν πάντα προέρχεται από ένα συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα: το ανώτερο, εύπορο και πιο μορφωμένο τμήμα των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, το λίκνο της «πνευματικής ελίτ» της αστικής κοινωνίας).

Ωστόσο, μια πιο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη εξέταση του έργου της Αρεντ για τον ολοκληρωτισμό οδηγεί στη διαπίστωση ότι τελικά ελάχιστα πράγματα μαθαίνει κανείς για τα φαινόμενα που εξετάζονται στο βιβλίο. Το κρίσιμο στοιχείο που υπερκαθορίζει όλο το έργο είναι ο κυρίαρχος χαρακτήρας που αποδίδεται σε ορισμένες ανθρώπινες ψυχικές καταστάσεις όπως ο φόβος και το πάθος του θανάτου, το τραγικό περιεχόμενο και η ουσία της «ύπαρξης» του ανθρώπου. Γενικά, η προσέγγιση του ολοκληρωτικού φαινομένου από την Αρεντ γίνεται από τη σκοπιά ενός συντηρητικού «αριστοκρατικού» υπαρξισμού[7] που αναζητά το «νόημα της ιστορίας» του σύγχρονου κόσμου και τις ρίζες του ενδημικού «κακού» που τον στοιχειώνει.

Οπως έγινε κατανοητό από τα προηγούμενα, η θεώρηση του ολοκληρωτισμού από την Χ. Αρεντ βασίζεται στην έννοια και θεώρηση της «μαζικής κοινωνίας». Από πολύ παλιότερα, κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, στοχαστές όπως ο Μπερκ, ο Ντε Μέστρ και ο Μπονάλ είχαν αντιταχθεί στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Δ. Ευρώπη και τη Β. Αμερική και στην καταστροφή από τον τελευταίο των μεσαιωνικών ομάδων και σχέσεων που, κατά τη γνώμη τους, μετατρέπει την κοινωνία σε μια μάζα απομονωμένων ατόμων χωρίς ταυτότητα. Με διαφορετικό τρόπο χρησιμοποίησε την έννοια αυτή και ο Τοκβίλ, δείχνοντας ότι η γραφειοκρατικοποίηση και ο συγκεντρωτισμός που εφαρμόζει το αστικό κράτος στην πάλη του ενάντια στη φεουδαρχική αριστοκρατία, οδηγεί στον έλεγχο από το αστικό κράτος όλων των σφαιρών της κοινωνικής ζωής και με αυτό τον τρόπο, στην κατάπνιξη της ελευθερίας.

Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα αναπτύσσεται μια νεώτερη, καθαρά αριστοκρατική (ελιτιστική) αντίληψη της μαζικής κοινωνίας που επικεντρώνεται στην έννοια της «μαζοποίησης» και του «δεσποτισμού των μαζών». Πρόκειται για μια βαθιά αντιδραστική θεώρηση που στρέφεται ενάντια και στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα (ενδεικτική είναι η πνευματική και πολιτική στάση των κυριότερων εκπροσώπων αυτής της τάσης. Αρκεί να αναφέρουμε μερικά ονόματα: Νίτσε, Σπένγκλερ, Ορτέγκα υ Γκασέτ, Μπερντιάγεφ). Με την εμφάνιση του φασισμού στις δεκαετίες του 1920–‘30, επέρχονται σημαντικές αλλαγές σε αυτές τις ελιτίστικες φιλοσοφικές αντιλήψεις της «μαζικής κοινωνίας». Συγκεκριμένα, η υπεράσπιση των αριστοκρατικών αξιών της ελίτ από τον κίνδυνο της «υπερ-δημοκρατίας» των μαζών («τυραννία της μάζας», «τυραννία της πλειοψηφίας» επί των λίγων «εκλεκτών»), αντικαθίσταται στους θεωρητικούς της μαζικής κοινωνίας με την υπεράσπιση των αστικών δημοκρατικών δικαιωμάτων από την απειλή μιας χωρίς όρια εξουσίας της κυρίαρχης ελίτ (δηλαδή μιας νέας ελίτ που ελέγχει τις μάζες). Οι όροι αντιστρέφονται λοιπόν. Εδώ είναι που κάνει την εμφάνισή της η Χάννα Αρεντ ως θεωρητικός της «μαζικής κοινωνίας», όπως και ο Καρλ Μανχάιμ κ.ά. Αυτή η γενιά των θεωρητικών της «μαζικής κοινωνίας» δηλώνει ουσιαστικά και την πλήρη ενσωμάτωση του όλου ρεύματος στη σύγχρονη αστική φιλοσοφία και ιδεολογία, στο βαθμό που δεν εκφράζει πια τον απόηχο των διαθέσεων κάποιων προκαπιταλιστικών αριστοκρατικών φεουδαρχικών υπολειμμάτων, αλλά την ίδια την αστική, «δημοκρατική» πλέον, κοινωνία και πολιτική[8].

Η ίδια η Χ. Αρεντ κατανοεί τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της προσέγγισής της πάνω στη σύγχρονη κοινωνία τόσο από φιλοσοφικής όσο και από ιδεολογικής πλευράς. Πραγματικά, εφ’ όσον το σύνολο της κοινωνικής ανάπτυξης μέσα στην ίδια την αστική «δημοκρατική» κοινωνία προετοιμάζει τον ολοκληρωτισμό, αποτελεί το υπόβαθρό του, ποιός είναι ο τρόπος ώστε να αποφύγει η ανθρωπότητα αυτή την τρομερή μοίρα; Η ίδια, σε μεταγενέστερα έργα της, δείχνει έντονο ενδιαφέρον για τα εργατικά και λαϊκά συμβούλια σαν το πιθανό κύτταρο μιας ουσιαστικής αναμόρφωσης της κοινωνίας διαμέσου της εγκαθίδρυσης μιας μορφής άμεσης δημοκρατίας εμπνευσμένης από τα πρότυπα των αρχαίων δημοκρατιών. Ακόμα και τότε, όμως, αναζητεί αυτή τη διέξοδο στα «εργατικά συμβούλια» της Ουγγαρίας του 1956, στα «σοβιέτ χωρίς τους κομμουνιστές» κ.ο.κ., στην ουσία δηλαδή παραμένει στο πνεύμα της αντίληψης περί σοσιαλισμού-ολοκληρωτισμού του βιβλίου της του 1951.

Η αντίληψη της Χάννα Αρεντ για τον ολοκληρωτισμό ως σύστημα και ως φαινόμενο είναι τελικά αντιιστορική και αντιεπιστημονική. Αιχμάλωτη των θεωρητικών της καταβολών περί της «μαζικής κοινωνίας», δεν εμβαθύνει στην ουσία του τρόπου που συντελούνται οι κοινωνικές μεταβολές, δεν παίρνει υπ’ όψη της τα διάφορα επίπεδα της ταξικής πάλης και της κοινωνικοπολιτικής διαμεσολάβησης των ταξικών συμφερόντων. Κατανοώντας το άτομο από την υπαρξιστική οπτική, μόνο ως άτομο δηλαδή, δίχως το πλήθος των κοινωνικών προσδιορισμών του, το βλέπει τελικά μονοδιάστατα (ενδεικτική είναι η αντιπαράθεση που προβάλλει ανάμεσα στη «μαζικοποίηση» της κοινωνίας και στην απόλυτη ερημιά του ατομικού ανθρώπου που προκύπτει από αυτή – μια αντίληψη που αν νοηθεί απόλυτα παραβλέπει το πλήθος εκείνο των πρωτογενών και των ενδιάμεσων κοινωνικών ομάδων στις οποίες συμμετέχει το άτομο, ακόμα και στο πλαίσιο της σύγχρονης «μαζικοποιημένης» κοινωνικής ζωής). Ολες οι κοινωνικές αιτίες και οι πηγές του φασισμού ή του σοσιαλισμού ανάγονται τελικά στη «μαζοποίηση» και ως εκ τούτου τα δύο φαινόμενα ταυτίζονται στην ανάλυσή της. Οι ακολουθίες των γεγονότων που οδηγούν στο φασιστικό ή στο σοσιαλιστικό κράτος δεν εξετάζονται ως πολύ συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες πάλης ορισμένων τάξεων ενάντια σε άλλες τάξεις, μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον και με συγκεκριμένη κάθε φορά έκβαση, αλλά σαν ιστορία του θριάμβου κάποιων ανορθόλογων φανατικών ηγετών επί της ανθρωπότητας, σαν ιστορία δημιουργίας ενός απίθανα απάνθρωπου συστήματος που συνιστά το τέλος του πολιτισμού, σαν ιστορία της νίκης της ανθρώπινης μάζας επί της ανθρωπότητας και της ανθρωπιάς. Οπως είναι γνωστό, σε πολλές περιπτώσεις συγγραφής κειμένων, ιδιαίτερα δε όταν αυτά είναι και πρακτικού ιδεολογικού χαρακτήρα, το συμπέρασμα προηγείται της ανάλυσης (το παρόν άρθρο δεν αποτελεί φυσικά εξαίρεση). Η Χ. Αρεντ είχε βγάλει το συμπέρασμά της. Το πρόβλημα ήταν μόνο τα εμπειρικά στοιχεία όσον αφορά την ΕΣΣΔ. Τα στοιχεία δεν είναι αξιόπιστα, όπως δηλώνει και η ίδια (αυτό δεν την εμποδίζει βέβαια να παραθέτει εκατομμύρια νεκρών και καταπιεσμένων από τον Στάλιν, καθώς και λεπτομερειακές αναφορές για τα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων μην αναφέροντας ούτε μια φορά και τη σοβιετική άποψη για οποιοδήποτε συγκεκριμένο θέμα). Η πιθανότερη ίσως εξήγηση είναι η χρονολογία και ο τόπος έκδοσης του βιβλίου. ΗΠΑ, 1951 – εποχή κορύφωσης του ψυχρού πολέμου και σεναρίων πυρηνικής επίθεσης ενάντια στην ΕΣΣΔ, εποχή πολέμου της Κορέας και μακαρθικών διώξεων στις ΗΠΑ. Ποτέ ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν ήταν πιο επικίνδυνος για τον ιμπεριαλισμό απ’ ό,τι εκείνη την περίοδο που διαμορφωνόταν όλο το μεταπολεμικό πεδίο της ταξικής αντιπαράθεσης σε παγκόσμια κλίμακα, όταν τα ΚΚ των καπιταλιστικών χωρών είχαν βγει δυναμωμένα από τον αντιφασιστικό αγώνα, είχε ήδη δημιουργηθεί μια ομάδα λαϊκών δημοκρατιών στην Ανατολική Ευρώπη, όταν μια σειρά από αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες στις αναπτυσσόμενες χώρες σηματοδοτούσαν την αρχή του τέλους του αποικιοκρατικού συστήματος, όταν τέλος η ίδια η Σοβιετική Ενωση, χωρίς καμιά έξωθεν βοήθεια, έδειχνε να ξεπερνά τις τρομερές πληγές του πολέμου και να εμφανίζεται σαν αδιαμφισβήτητη παγκόσμια δύναμη σημειώνοντας μια εκπληκτική εσωτερική οικονομική ανάκαμψη και σημαντική πολιτική και ιδεολογική συνοχή. Σε μια τέτοια περίοδο που χαρακτηριζόταν από πολύ έντονη πόλωση, δεν υπήρχε έδαφος για ενδιάμεσες και συναινετικές ιδεολογικές θέσεις και τοποθετήσεις. Και εφ’ όσον το «κόκκινο πανί» για όλο τον κόσμο ήταν ο φασισμός, ο εχθρός του καπιταλισμού έπρεπε να βαφτιστεί εχθρός της δημοκρατίας και συγγενής με το (αμιγές καπιταλιστικό) φασιστικό κράτος και ιδεολογία. Δεν ισχυριζόμαστε ότι η θεώρηση της Αρεντ ήταν ευκαιριακή ή κατά παραγγελία, οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε ότι ανταποκρινόταν σε μια ζωτική «κοινωνική παραγγελία» της αστικής ιδεολογίας την εποχή εκείνη.


ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ

Με τη σταθεροποίηση του μεταπολεμικού διεθνούς σκηνικού επήλθε μια ορισμένη σχετική ισορροπία μεταξύ καπιταλισμού και υπαρκτού σοσιαλισμού και επιβλήθηκε εκ των πραγμάτων μια φάση συνύπαρξης. Οι πληγές του πολέμου επουλώνονταν βαθμιαία και οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες διήγαν μια περίοδο μερικής σταθεροποίησης και έντονης οικονομικής ανάπτυξης. Σε αυτή τη φάση στις καπιταλιστικές χώρες άρχισαν να αποκτούν μεγάλη διάδοση οι ρεφορμιστικές αντιλήψεις, ενώ οι ακραίοι αντικομμουνιστικοί τόνοι έδειξαν να υποχωρούν. Σε ένα περίπλοκο κοινωνικό και ιδεολογικό περιβάλλον, όπου σταδιακά ενισχύονταν οι φιλελεύθερες δημοκρατικές και σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογικές τάσεις, η αστική ιδεολογία και προπαγάνδα ενάντια στην κομμουνιστική ιδεολογία και τον υπαρκτό σοσιαλισμό εμπλουτίστηκε και με άλλες αποχρώσεις. Η θεώρηση περί ολοκληρωτισμού άλλαξε, έγινε πιο προσεκτική και με χαμηλότερους τόνους. Ενας από τους εκπροσώπους της πιο εκσυγχρονισμένης φιλολογίας περί σοσιαλισμού-ολοκληρωτισμού είναι ο Ραϊμόν Αρόν. Ο Αρόν είναι και ένας από τους εκπροσώπους της περίφημης «θεωρίας της σύγκλισης των δύο συστημάτων» (για την εγκυρότητα ή τη δυνατότητα επαλήθευσης της οποίας, τα γεγονότα από το 1985-‘89 και μετά είναι αρκετά κατατοπιστικά), σύμφωνα με την οποία το μέλλον ανήκει στο συνδυασμό των δυνατοτήτων οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού με το στοιχείο της κοινωνικοποίησης του σοσιαλισμού, στο πλαίσιο της «βιομηχανικής κοινωνίας» που αποτελεί το υπόβαθρο και των δύο.

Στην πιο εκσυγχρονισμένη και ηπιότερη αντίληψη του Αρόν για τον ολοκληρωτισμό, το κύριο βάρος της αντίθεσης μεταξύ δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού (η αντίθεση σαν τέτοια παραμένει σταθερή) μετατίθεται σε πιο τυπικά κριτήρια και θεμελιώνεται κυρίως στο καθεστώς των κομμάτων, ενώ εντοπίζεται και μια «πρόοδος» του σοβιετικού καθεστώτος σε «μη ολοκληρωτική» κατεύθυνση (κάτι που εξάλλου ήταν απαραίτητο για να θεμελιωθεί και η προοπτική της «σύγκλισης»…). Ο προσδιορισμός του ολοκληρωτικού φαινομένου ανάγεται σε πέντε στοιχεία και συγκεκριμένα:

«1. Το ολοκληρωτικό φαινόμενο παρεμβαίνει σε ένα καθεστώς που παραχωρεί σε ένα κόμμα το μονοπώλιο της πολιτικής δραστηριότητας.

2. Το μονοπωλιακό κόμμα κινείται από (ή είναι οπλισμένο με) μια ιδεολογία στην οποία παρέχει ένα απόλυτο κύρος και η οποία κατά συνέπεια γίνεται επίσημη αλήθεια του κράτους.

3. Για τη διάδοση αυτής της επίσημης αλήθειας, το κράτος κρατάει με τη σειρά του για τον εαυτό του ένα διπλό μονοπώλιο, το μονοπώλιο των μέσων της βίας και το μονοπώλιο των μέσων του πειθαναγκασμού. Το σύνολο των μέσων επικοινωνίας, ραδιόφωνο, τηλεόραση, Τύπος, κατευθύνεται και διοικείται από το κράτος και από εκείνους που το αντιπροσωπεύουν.

4. Οι περισσότερες οικονομικές και επαγγελματικές δραστηριότητες υπάγονται στο κράτος και γίνονται, κατά κάποιο τρόπο, μέρος του ίδιου του κράτους. Καθώς το κράτος είναι αξεχώριστο από την ιδεολογία του, οι περισσότερες οικονομικές και επαγγελματικές δραστηριότητες χρωματίζονται από την επίσημη αλήθεια.

5. Και αφού τα πάντα είναι τώρα κρατική δραστηριότητα και αφού κάθε δραστηριότητα υποτάσσεται στην ιδεολογία, ένα λάθος που διαπράττεται σε κάποια οικονομική ή επαγγελματική δραστηριότητα είναι ταυτόχρονα και λάθος ιδεολογικό. Για το λόγο αυτό, τελικά, παρουσιάζεται μια πολιτικοποίηση, μια ιδεολογική μεταμόρφωση όλων των δυνατών σφαλμάτων των ατόμων και, συμπερασματικά, μια τρομοκρατία αστυνομική και ιδεολογική»[9].

Οπως εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς, οι παλιότεροι υψηλοί τόνοι ενάντια στην τυραννία του ολοκληρωτισμού (Αρεντ κ.ά.) έχουν πλέον χαμηλώσει. Απλώς επιχειρείται να διασωθεί η έννοια του ολοκληρωτισμού ώστε να συνεχίσει να χρησιμοποιείται στην πολεμική της αστικής ιδεολογίας στη βάση του δίπολου φιλελεύθερη δημοκρατία – αυταρχικές και ολοκληρωτικές παρεκβάσεις της (με τις οποίες ταυτίζεται το σοσιαλιστικό κράτος και κοινωνία). Ωστόσο, οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν για να διασωθεί ο όρος ως εργαλείο επιστημονικής προσέγγισης της πολιτικής επιστήμης κατέληξαν σε αποτυχία. Το ιστορικό περιεχόμενο του όρου ολοκληρωτισμός παραπέμπει ουσιαστικά στην αντιπαράθεση ανεπτυγμένου καπιταλισμού – πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Αν εξετάσουμε όμως πιο προσεκτικά τα γνωρίσματα του ολοκληρωτισμού που παραθέτει ο Ρ. Αρόν, ακόμα και αν δεχτούμε ως υπόθεση εργασίας το σκεπτικό και τη στόχευσή του (κάνοντας δηλαδή στην άκρη κάθε συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση και αποδεχόμενοι την ανακριβή και φορμαλιστική αυτή διατύπωση), θα διαπιστώσουμε ότι πολλά από αυτά τα γνωρίσματα ή και όλα μαζί μπορούν να αντιστοιχούν και σε μορφές κράτους ριζικά διαφορετικές από την ΕΣΣΔ ή τις παλιές φασιστικές καπιταλιστικές χώρες. Σε μια σειρά από αναπτυσσόμενες χώρες μπορούν να παρατηρηθούν παρόμοια ακόμα και από τυπική άποψη χαρακτηριστικά, για να μην αναφέρουμε και τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ιδιαίτερα σε οποιεσδήποτε συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Κανείς ωστόσο δεν χαρακτηρίζει αυτά τα κράτη ως ολοκληρωτικά (ούτε καν το σύγχρονο Ιράκ ή τη Λιβύη που δεν τυγχάνουν και ιδιαίτερης συμπάθειας από την αστική ιδεολογία). Και αυτό γιατί ένας από τους όρους του ολοκληρωτισμού είναι η ανεπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία με το αντίστοιχο κοινωνικοταξικό και πολιτιστικό υπόβαθρό της. Μόνο μια τέτοια κοινωνία δημιουργεί τους όρους αυτούς της «μαζικοποίησης» ώστε να γεννηθούν τα ολοκληρωτικά κινήματα και κράτη. Ετσι το θέμα τελικά καταλήγει να αφορά τις επιλογές μιας ανεπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας: θα επιλέξει άραγε αυτή τη «δημοκρατία» ή τον «ολοκληρωτισμό»;

Οπως γίνεται σαφές, η θεώρηση περί ολοκληρωτισμού αποδεικνύεται τελικά άγονη για πραγματική επιστημονική διερεύνηση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων και κατάλληλη, λόγω κεκτημένης ταχύτητας και ρεβανσιστικής-συκοφαντικής διάθεσης, μόνο για τις επιφυλλίδες των εφημερίδων. Γι’ αυτό και σταδιακά εγκαταλείφθηκε σαν επιστημονικός όρος και επανήλθαν πάλι οι αναλύσεις που χρησιμοποιούν τους κλασσικούς όρους της αστικής πολιτικής επιστήμης (δικτατορία στρατιωτική ή μονοκομματική κλπ., αυταρχικό κράτος κ.ά.). Η θεωρία του ολοκληρωτικού φαινομένου αποδείχθηκε ανίσχυρη να διερευνήσει όχι μόνο το φαινόμενο του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά και το ίδιο το φασιστικό κράτος από το οποίο έλκει την καταγωγή της ως έννοια.

Η μεγάλη διάδοση αυτής της θεωρίας και η φήμη που κατά καιρούς απολαμβάνει, ιδιαίτερα ανάμεσα σε κάποιου ιδιαίτερου τύπου «διανοούμενους», οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στο ότι δεν ορίζει τον ολοκληρωτισμό σαν ένα αυστηρά κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο (σε αυτή την περίπτωση θα αναγκαζόταν να το διερευνήσει με όλους αυτούς τους δύσκολους αναλυτικούς τρόπους και μεθόδους που η επιστήμη προσεγγίζει τα αντικείμενά της και που συνήθως δεν είναι και πολύ ελκυστικοί για το ευρύ κοινό). Το κύριο βάρος της ανάλυσης λ.χ. της Χάνα Αρεντ (η οποία έκανε και την πιο βαθιά και εκτεταμένη ανάλυση του θέματος αυτού), μετατοπίζεται στην παρουσίαση μιας ορισμένης ανθρωπολογικής κατάστασης δραματοποιημένης μάλιστα στο έπακρο. Τα αδύνατα σημεία της ανάλυσής της, όπως και όλων των θεωρητικών του ολοκληρωτισμού, είναι αυτά που συνήθως πολλοί δεν προσέχουν, αλλά που είναι τα μόνα σημεία τα οποία συνιστούν πραγματική κοινωνική ανάλυση. Για παράδειγμα, ένα από τα χαρακτηριστικά της γένεσης και της περαιτέρω ανάπτυξης του ολοκληρωτικού φαινομένου, κινήματος και κράτους, μια από τις βασικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με την Αρεντ, είναι η υποχώρηση της ταξικής πάλης στη σύγχρονη εποχή. Για την Αρεντ, σαν ταξική πάλη ορίζεται ουσιαστικά ο αγώνας μεταξύ των παλιών τάξεων της προκαπιταλιστικής και της προϊμπεριαλιστικής εποχής. Διατηρεί στη σκέψη της την παράσταση των νομοκατεστημένων τάξεων του Μεσαίωνα ή, στην καλύτερη περίπτωση, των σχετικά ολιγάριθμων συντεχνιακά οργανωμένων επίσημων ταξικών οργανώσεων της εποχής του προμονοπωλιακού καπιταλισμού. Στο βαθμό που όταν λέμε τάξεις και ταξική πάλη, έχουμε παράλληλα και την εικόνα της ταξικής οργάνωσης (οργάνωσης της τάξης), γίνεται φανερό ότι μια αντίληψη της σύγχρονης κοινωνικής δομής με βάση το σκεπτικό της Αρεντ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι τάξεις και το ταξικό σύστημα (με την έννοια του Μεσαίωνα και του απολυταρχικού κράτους – συνέλευση των τάξεων, εκπρόσωποι των τάξεων, οι τρεις τάξεις κοκ.) έχουν καταρρεύσει (ακριβώς αυτό τον όρο χρησιμοποιεί). Μόνο η κατάρρευση των τάξεων δημιουργεί τη γένεση αυτής της τεράστιας υπο-τάξης, δηλαδή της «μάζας» που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση του ολοκληρωτισμού. Γι’ αυτό άλλωστε και καταγγέλλει τον καπιταλισμό για το ότι με τη γενίκευση της εκβιομηχάνισης και της μισθωτής εργασίας κατάργησε και την ταξική ένταξη των ανθρώπων αποστερώντας τους από κάθε είδους κοινότητα (δηλαδή, υποστηρίζεται περίπου ότι όταν η εργατική τάξη γίνεται πολύ μεγάλη σταματάει να είναι τάξη ή να μπορεί να οργανωθεί σαν τάξη – εδώ κρύβεται η πραγματική κριτική του καπιταλισμού από την Αρεντ, που συνίσταται στην κριτική της κατάρρευσης του συστήματος των παλιών μεσαίων τάξεων, δηλαδή των παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων, που αποτελούσαν το θεμέλιο του πολιτικού συστήματος στον προηγούμενο αιώνα. Η κριτική αυτή είναι εκ των πραγμάτων αντιδραστική, καλεί σε επιστροφή στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό). Είναι όμως έτσι τα πράγματα;


ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ

Στη μαρξιστική θεωρητική βιβλιογραφία των πρώην σοσιαλιστικών χωρών η έννοια και η προβληματική του ολοκληρωτισμού δεν χρησιμοποιείται καθόλου. Παρότι στις τελευταίες εκδόσεις φιλοσοφικών μονογραφιών και λεξικών της σοβιετικής εποχής γίνονται κάποιες σύντομες αναφορές στον όρο αυτό (όπου ο ολοκληρωτισμός ορίζεται ως ένας τύπος αντιδραστικών αστικών καθεστώτων του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού – βλ. φασισμός), εντούτοις, όπως είναι φυσικό (αφού όλη η φιλολογία περί ολοκληρωτισμού όχι μόνο είναι άγονη επιστημονικά αλλά και συνιστά ουσιαστικά μια ανοιχτή αντισοβιετική πολεμική), δεν απέκτησε ποτέ κάποια εφαρμογή σε θεωρητικές επεξεργασίες[10]. Η χρησιμοποίηση λοιπόν αυτού του όρου από τους μαρξιστές αφορά κυρίως τις ίδιες τις αστικές αντιδραστικές και φασιστικές θεωρητικές αντιλήψεις που αυτοορίζονταν ως «ολοκληρωτισμός».

Για τη διερεύνηση και ανάλυση του φασιστικού κινήματος και κράτους η όλη θεωρία του ολοκληρωτισμού αποδεικνύεται ανεπαρκής. Για τους μαρξιστές, το φασιστικό κράτος ορίζεται καταρχήν σαν η πιο αντιδραστική, τρομοκρατική μορφή της δικτατορίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου στο τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, αποτελεί μάλιστα και ένα σοβαρό δείκτη σήψης και κρίσης του όλου καπιταλιστικού σχηματισμού, καθώς και δείκτη κρίσης της νομιμοποίησής του στη συνείδηση των εργαζομένων και των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων του πληθυσμού. Κατά δεύτερο λόγο, το φασιστικό φαινόμενο και κράτος εξετάζεται και ως συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, σχετίζεται δηλαδή και με μια ορισμένη ιστορική συγκυρία, αυτήν της κρίσης του καπιταλισμού στο μεσοπόλεμο (φυσικά δεν αποκλείεται καθόλου μια ανάλογη επανάληψη της ιστορίας και στις σύγχρονες συνθήκες). Είναι αποτέλεσμα της συγκεκριμένης συγκυρίας ανάπτυξης της ταξικής πάλης (σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο – βλ. ύπαρξη της ΕΣΣΔ) και ιδιαίτερα στην Ευρώπη μετά από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, καθώς και της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων εκείνη την εποχή. Στην πολιτική ιστορία της καπιταλιστικής κοινωνίας και κράτους έχουν εμφανιστεί –και εμφανίζονται συνεχώς– αρκετές «ειδικές» μορφές κράτους ή μορφές «αστικού κράτους εκτάκτου ανάγκης», όταν η αστική τάξη ή, στον αιώνα μας, το μονοπωλιακό κεφάλαιο, δεν έχει τη δυνατότητα να επιτύχει τους στόχους του με τους πιο δοκιμασμένους τρόπους της «κανονικής» κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Οι αναλύσεις του Μαρξ για τη γαλλική κοινωνία και κράτος στην «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» αποτελούν μια πρώτης τάξης μεθοδολογική αφετηρία για τη συγκεκριμένη ανάλυση και του φασισμού. Σε αυτό το έργο τονίζεται το στοιχείο της «σχετικής αυτοτέλειας» του κρατικού μηχανισμού απέναντι στην αστική τάξη, δηλαδή το ότι το κράτος μπορεί ενίοτε να αντιταχθεί σε μερίδες της άρχουσας τάξης ή ακόμα και στο σύνολο των μερίδων της, καθώς και στο σύνολο σχεδόν των πολιτικών εκπροσώπων της τάξης αυτής, εξυπηρετώντας τα μακροπρόθεσμα, όχι τόσο άμεσα οικονομικά, αλλά κυρίως πολιτικά της συμφέροντα. Τα φαινόμενα όπου το κράτος, σύμφωνα με το Μαρξ, φαίνεται «σαν να υψώνεται πάνω από την κοινωνία», δηλαδή τα φαινόμενα του «βοναπαρτισμού», του «καισαρισμού», κάποιων τύπων στρατιωτικής δικτατορίας ή ακόμα και του φασισμού (ιδιαίτερα όταν ο τελευταίος δεν έχει πάρει ακόμα την εξουσία) αποτελούν ακριβώς μια έκφραση αυτής της σχετικής αυτοτέλειας του αστικού κράτους και πολιτικού συστήματος απέναντι στην άρχουσα τάξη. Το θέμα είναι ότι η ίδια η άρχουσα τάξη αποκτά συνείδηση των συμφερόντων της και μέσα από την πολιτική πάλη, κάποιες φορές οι πολιτικοί εκπρόσωποι-ηγέτες της άρχουσας τάξης χρειάζεται να επιβληθούν στις διάφορες –συχνά αντιμαχόμενες– μερίδες της, καθορίζοντας τα άμεσα καθήκοντα αυτής της τάξης και του κράτους της[11], συνενώνοντας τα βιώσιμα στοιχεία της τάξης και εξασφαλίζοντας τη συνέχιση της κυριαρχίας της. Η αντίθεση αστικής δημοκρατίας και φασισμού –μια πραγματική αντίθεση που έχει έδαφος στο ειδικό πολιτικό πεδίο και όχι στο γενικότερο κοινωνικοϊστορικό- συνιστά έκφραση αυτής της δυνατότητας της πολιτικής οργάνωσης της αστικής μονοπωλιακής τάξης να αλλάζει μορφές και να προσαρμόζεται στις ανάγκες συνέχισης της κυριαρχίας της. Ενα σημείο που οι παλιότεροι θεωρητικοί του ολοκληρωτισμού, όπως η Χ. Αρεντ, εντόπιζαν σωστά είναι το ότι η πηγή του φασισμού βρίσκεται όχι μόνο μέσα στις δομές της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά και στο ίδιο το αστικό πολιτικό σύστημα. Σε αντίθεση με παλιότερες εποχές όπου το κράτος παρουσιαζόταν σαν έκφραση της θείας θέλησης ή απροκάλυπτα της κυρίαρχης τάξης (επειδή η τελευταία διέθετε ντε φάκτο το μονοπώλιο της πολιτικής και στρατιωτικής ικανότητας, των ένοπλων μέσων, της βίας και του καταναγκασμού), το σύγχρονο αστικό κράτος εμφανίζεται σαν έκφραση της γενικής βούλησης του έθνους (εθνικό κράτος). Αυτή η συνθήκη νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας συνιστά στην ουσία μια παραπλάνηση με σκοπό οι καταπιεζόμενες τάξεις να ετεροκαθορίζονται ιδεολογικά. Η ανώτερη πολιτική οργάνωση δηλαδή της κοινωνίας, το κράτος, παρουσιάζεται σαν η πολιτική οργάνωση όλων των πολιτών, άρα και όλων των τάξεων, τη στιγμή που δεν αποτελεί παρά «ταξική οργάνωση» και εργαλείο της άρχουσας τάξης, μέσα από το οποίο η τελευταία όχι μόνο οργανώνει και προωθεί αλλά συχνά και συνειδητοποιεί τα πολιτικά της συμφέροντα. Η αντίληψη της θεωρίας του ολοκληρωτισμού, ότι η πηγή όλων των κακών στη σύγχρονη κοινωνία είναι η διαδικασία «μαζοποίησης» των ανθρώπων, αποτελεί ψευδή αντανάκλαση του ιδεολογικού ετεροκαθορισμού των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων τάξεων που είναι αποτέλεσμα της απομόνωσης των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας από τα άλλα επίπεδα της ταξικής πάλης Η αληθινή εικόνα της κοινωνίας που είναι διασπασμένη σε ανταγωνιστικές τάξεις δεν αποτυπώνεται στη μορφή και στην οργάνωση του κράτους που εμφανίζεται ενιαίο. Το στοιχείο της ταξικής πάλης επίσης δεν αποτυπώνεται μέσα στο σύγχρονο κράτος αφού αυτό παρουσιάζεται σαν η ενότητα του λαού και του έθνους. Ετσι η αφηρημένη και νεφελώδης έννοια «λαός» (όπως αυτή νοείται στην αστική ιδεολογία) συνιστά στην ουσία μια αφαίρεση από τον υπαρκτό πληθυσμό του κράτους που είναι διασπασμένος σε ανταγωνιστικές τάξεις και στρώματα[12]. Η όποια έλλειψη λοιπόν των ταξικών οργανώσεων των εξαρτημένων τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, που ορίζεται από τους θεωρητικούς του ολοκληρωτισμού ως μια από τις αιτίες γένεσης του ολοκληρωτισμού, αποτελεί μια μόνιμη επιδίωξη του αστικού κράτους, αφού το ίδιο φαίνεται να υποκαθιστά – και σε κάθε περίπτωση τείνει να περιορίζει - τις ειδικές ταξικές οργανώσεις ισχυριζόμενο ότι εκφράζει τη «γενική βούληση» του έθνους. Ακόμα περισσότερο, το να παρουσιάζεται έτσι το κράτος είναι αναγκαίος όρος για να παίξει το ρόλο του ακριβώς ως ταξικό κράτος, ως κράτος που υπηρετεί τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Επομένως, προκύπτει το ερώτημα: δεν είναι άραγε ολοκληρωτικό το υπάρχον πολιτικό σύστημα και κράτος της φιλελεύθερης δημοκρατίας που υπερασπίζονται οι «αντι-ολοκληρωτικοί»; Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ολοκληρωτισμός» και να μην εμμείνουμε σε γενικά παραδεκτούς και αποδεδειγμένα λειτουργικούς όρους, γόνιμους για την έρευνα και για το διαφωτισμό της κοινωνικής συνείδησης, όρους όπως καπιταλισμός, φασισμός, αστικό κράτος κοκ.;

Σε ότι αφορά το σοσιαλιστικό κράτος και ιδιαίτερα το σοβιετικό κράτος της περιόδου που ορίζεται ως «ολοκληρωτική», τα πράγματα είναι ακόμη πιο άσχημα για τους εν λόγω θεωρητικούς. Δεν προκύπτει πραγματικά καμιά γνώση των ιδιοτήτων και υπαρκτών προβλημάτων του κρατικού αυτού σχηματισμού κατά την ανάλυσή του ως ολοκληρωτικού. Ο πιο γόνιμος τρόπος για να μελετηθεί το σοβιετικό κράτος και κοινωνία είναι η πρωτότυπη και δημιουργική χρήση της μαρξιστικής θεωρίας, με βάση το σκεπτικό του Μαρξ ότι «όπως δεν κρίνουμε έναν άνθρωπο με βάση αποκλειστικά τη γνώμη που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του, με τον ίδιο τρόπο δεν πρέπει να κρίνουμε και μια εποχή με βάση αποκλειστικά την κοινωνική (αυτό)συνείδησή της», στο φως της σημερινής εμπειρίας της ανατροπής των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, καθώς και με την ουσιαστικότερη αξιοποίηση των ήδη κεκτημένων μεθόδων και εργαλείων μαρξιστικής έρευνας και την περαιτέρω ανάπτυξή τους, πράγμα που προϋποθέτει αλλά και προκαλεί την σε βάθος ανάπτυξη της ίδιας της μαρξιστικής θεωρίας (στο βαθμό που το ίδιο το αντικείμενο - η σοβιετική κοινωνία, η κοινωνική της δομή και το κράτος της - συνιστά την ανώτερη μέχρι στιγμής και την πιο σύνθετη βαθμίδα κοινωνικών σχέσεων στην ιστορία, αντίστοιχα πρέπει να αναπτυχθεί και η γνωστική προσέγγισή της αφού, όπως είναι γνωστό, το αντικείμενο, δηλαδή η αντικειμενική διαλεκτική πραγματικότητα θέτει τις προϋποθέσεις, προσδιορίζει τον τρόπο προσέγγισής της από τη νόηση, δηλαδή από τη συνειδητή και ενεργητική «υποκειμενική διαλεκτική» αντανάκλασή της. Βλ. λ.χ. Τη σχέση μεταξύ του αντικειμένου «κεφάλαιο» και «καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής» ως αντικειμενικής διαλεκτικής πραγματικότητας και του «Κεφαλαίου» του Μαρξ ως υποκειμενικής διαλεκτικής αναπαράστασης-κατανόησής της από την ανθρώπινη συνείδηση). Το καθήκον αυτό, παρ’ όλη τη σπουδαιότητά του, είναι αλήθεια ότι δεν έχει απασχολήσει όσο θα έπρεπε πολλούς κομμουνιστές και μαρξιστές (σίγουρα και εξαιτίας των δυσκολιών και των μεγάλων απαιτήσεων που συνεπάγεται μια τέτια προσπάθεια. Η παραπέρα ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος προϋποθέτει τη συστηματική μελέτη και ανάλυση των κοινωνιών του υπαρκτού σοσιαλισμού, την ανάδειξη των πραγματικών διαλεκτικών αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν τη γένεση και την ανάπτυξή τους, την υπεράσπιση των κατακτήσεων και των δυνατοτήτων που άνοιξε για την ανθρωπότητα η εμφάνιση και η ύπαρξή τους.

Ενα τελευταίο σημείο που πρέπει να αναφερθεί εδώ, είναι η ριζικά διαφορετική οπτική μεταξύ του μαρξισμού και της αστικής ιδεολογίας σχετικά με το ζήτημα του «νέου ανθρώπου». Οι θεωρητικοί του «ολοκληρωτισμού», αντιλαμβανόμενοι στατικά και μεταφυσικά τον άνθρωπο και την «ανθρώπινη φύση», δε μπορούν να δουν τη δυνατότητα της αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων παρά σαν καταστροφή της ανθρωπιάς και σαν κατάργηση της ελευθερίας. Ο σοσιαλισμός δεν επιδιώκει να μετατρέψει τους ανθρώπους σε «υπηρέτες του κράτους» και σε άβουλα όντα, όπως διατείνονται οι εν λόγω θεωρητικοί. Αυτό το καθήκον ανήκει στις καθημερινές αρμοδιότητες του καπιταλιστικού συστήματος (είτε φασιστικού, είτε «φιλελεύθερου»), τις οποίες βιώνουμε και σήμερα με ιδιαίτερα έντονο τρόπο. Ο σοσιαλισμός στοχεύει στην οικοδόμηση ενός νέου πολιτισμού, ενός νέου τύπου κοινωνικών σχέσεων (αυτό σημαίνει «νέος τύπος ανθρώπου» και όχι το ξερίζωμα όλων των ανθρώπινων ιδιοτήτων, όπως ισχυρίζονται οι θεωρητικοί του ολοκληρωτισμού!), που θ’ απελευθερώσει τις δημιουργικές ικανότητες των ανθρώπων ώστε να μπορέσουν συλλογικά να χειριστούν και να αναπτύξουν παραπέρα τις τεράστιες δυνάμεις και δυνατότητες που έχει συσσωρεύσει η σημερινή φάση ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» γίνεται κρίσιμο και επιτακτικό. Για τους αστούς διανοητές όμως, τις περισσότερες φορές, ο άνθρωπος νοείται μονόπλευρα, μονοδιάστατα. Με τη λέξη «άνθρωπος» εννοούν στην ουσία όχι την κοινωνική κατηγορία «άνθρωπος» (δηλαδή το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων) ούτε καν γενικώς τον ατομικό άνθρωπο, αλλά τον ατομικισμό και μάλιστα τον ατομικισμό του αστού και του μικροαστού. Και αυτόν το στείρο, ωφελιμιστικό και παρωχημένο πλέον ατομικισμό και εγωισμό που ευδοκιμεί μέσα στο στενόχωρο συμφεροντολογικό περιβάλλον των κοινωνικών σχέσεων του καπιταλισμού, τον ταυτίζουν με την «ανθρώπινη φύση» γενικά, με την ανθρώπινη φύση που δεν αλλάζει ποτέ και αν αλλάξει θα είναι μόνο προς το χειρότερο. Η απάντηση σε αυτή την αντιεπιστημονική, αντιιστορική και πεσιμιστική τελικά αντίληψη περί του ανθρώπου έχει ήδη δοθεί στον περασμένο αιώνα από τον ίδιο το Μαρξ και μάλιστα με αρκετή δόση σαρκασμού[13]

Τα πρακτικά πολιτικά συμπεράσματα αυτής της σύντομης κριτικής παρουσίασης για τη φιλολογία περί του ολοκληρωτισμού και της ταύτισής του με τον υπαρκτό σοσιαλισμό μπορούν να συνοψιστούν επιγραμματικά ως εξής:

α) Η θεωρία του λεγόμενου ολοκληρωτισμού είναι επιστημονικά άγονη, δηλαδή δε συντελεί στην κατανόηση ούτε της ιστορίας και του περιεχομένου του υπαρκτού σοσιαλισμού ούτε και στην κατανόηση του φαινομένου του φασισμού ως συγκεκριμένης αντιδραστικής εκδοχής του καπιταλιστικού κράτους και ιδεολογίας.

β) Σαν σύγχρονη αντιδραστική έκφραση της αστικής ιδεολογίας και προπαγάνδας κατευθύνεται - σχεδόν αποκλειστικά - ενάντια στο κομμουνιστικό και το εργατικό κίνημα και σαν τέτοια πρέπει να γίνεται αντικείμενο πολεμικής από τους κομμουνιστές σε όποια μορφή και αν συναντιέται (είτε αυτή της επιστημονικοφανούς μυθολογίας στα ΑΕΙ, στις επιστημονικές συζητήσεις και τη βιβλιογραφία, είτε στην αγοραία μορφή των άρθρων στον αστικό τύπο και στις δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών των αστικών κομμάτων).

γ) Η αποκάλυψη του χαρακτήρα των αντιλήψεων περί ολοκληρωτισμού και η ουσιαστική αντίκρουσή τους είναι δυνατή μόνο με την παράλληλη εμβάθυνση, μελέτη, ανάπτυξη και διάδοση της μαρξιστικής θεωρίας. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ιστορία και τη λογική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, απαιτείται η περαιτέρω ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας και μεθοδολογίας, στο πλαίσιο της γενικότερης ανάπτυξης του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος στη χώρα μας και διεθνώς.










Ο Αποστόλης Χαρίσης είναι μέλος του Δ. Σ. του ΚΜΕ.





[1] Τελείως ενδεικτικά, μέσα από μια πληθώρα άρθρων και τοποθετήσεων, μπορεί να παρατεθεί η τοποθέτηση του Γιώργου Παπανδρέου κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο Λονδίνο με θέμα: «Η επίδραση των ιδεών του 1989 στην εξωτερική πολιτική», όπου φέρεται να δήλωσε ότι «οι ιδέες του 1989 προκάλεσαν την πτώση ενός συστήματος που είχε διαμορφωθεί μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην περίοδο αυτή, σημειώθηκε πτώση του ολοκληρωτισμού και έκρηξη της Δημοκρατίας…». (Από το Ριζοσπάστη, 28.1.2000). Από τον άλλο πόλο του αστικού πολιτικού συστήματος, μπορεί, επίσης ενδεικτικά, να αναφερθεί η τοποθέτηση του Γιάννη Μαρίνου σε άρθρο του με τίτλο: «Πραγματικά μεγάλοι του αιώνα που έφυγε» (Βήμα της Κυριακής, 16.1.2000, σελ. Α73), όπου, μεταξύ των άλλων, εγκωμιάζεται ο Μ. Γκορμπατσόφ γιατί «… χάρη στην πολιτική του και στην ανθρώπινη ευαισθησία του αποδέχθηκε και δρομολόγησε το αναίμακτο τέλος του ολοκληρωτικού συστήματος του υπαρκτού σοσιαλισμού…». Στο πλαίσιο των επετειακών αναφορών στο «τέλος του αιώνα» φιλοξενούνται στον αστικό τύπο συνεντεύξεις και ξένων κοινωνικών επιστημόνων και φιλοσόφων. Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στην «Καθημερινή» (Κυριακή, 9.1.2000, σελ. 32), ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν Φρανσουά Ρεβέλ σημειώνει σχετικά με τον 20ό αιώνα: «Θα έλεγα ότι ο αιώνας αυτός αρχίζει το 1919 με τη συνθήκη των Βερσαλλιών και τελειώνει το 1989 με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και η λέξη που τον συνοψίζει είναι «ολοκληρωτισμός». Πρόκειται για ένα φαινόμενο που όμοιό του δεν υπήρξε στην ιστορία: δηλαδή για συστήματα τεραστίων διαστάσεων τα οποία οδήγησαν στην ολοκληρωτική καταστροφή κοινωνιών μέσα από το ίδιο τους το Κράτος. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι μια τυραννία ή ένα κλασικό αυταρχικό σύστημα. Πρόκειται για μια διακοπή της αρχετυπικής (sic) δημοκρατικής διαδικασίας». Οι τοποθετήσεις αυτές για το σοσιαλισμό ως ολοκληρωτικό σύστημα δίνονται εδώ τελείως ενδεικτικά. Ο κατάλογος παρόμοιων αναφορών είναι πραγματικά τεράστιος.





[2] Σύμφωνα με τους Φ. Σατελέ και Ε. Π. Κουσνέρ στο: «Οι πολιτικές αντιλήψεις του 20ού αιώνα. Ιστορία της πολιτικής σκέψης» (1981), Εκδόσεις Ράππα, Αθήνα 1988, σελ. 633 –634.





[3] Χάννα Αρεντ: «Το ολοκληρωτικό σύστημα», Εκδόσεις Ευρύαλος, Αθήνα 1988.





[4] Είναι θλιβερό σημείο των καιρών το ότι ακριβώς η ίδια τοποθέτηση (δηλαδή η ταύτιση σοσιαλισμού και φασισμού ως «ολοκληρωτισμών») επαναλαμβάνεται και σε πρόσφατες μετα-σοβιετικές μονογραφίες και άρθρα στη Ρωσία, όπως για παράδειγμα στο εγχειρίδιο «Πολιτική Επιστήμη» του Κ. Σ. Γκατζίεφ (1995) που απευθύνεται σε «καθηγητές, φοιτητές και όσους ενδιαφέρονται για το αντικείμενο της πολιτικής επιστήμης». Ολο το περιεχόμενο του βιβλίου και ιδιαίτερα το κεφάλαιο που αφορά το θέμα μας («Ολοκληρωτισμός: πολιτειολογική πτυχή», σελ. 204-221) συνιστά πρόχειρη και επιφανειακή αντιγραφή ερανισμάτων από παλιές αμερικανικές εκδόσεις της περιόδου κορύφωσης του ψυχρού πολέμου και του αντικομμουνισμού.





[5] Χάννα Αρεντ, «Η ανθρώπινη κατάσταση» (Vita activa), Αθήνα, εκδόσεις Γνώση, 1986.





[6] Πράγμα που θυμίζει τη σύγχρονη, καθόλου αθώα, φιλολογία περί της ανατολικογερμανικής «Στάζι» με τους εκατοντάδες χιλιάδες καταδότες κλπ.. Σε όλη αυτή την ιστορία φαίνεται η δύναμη και η ικανότητα χειραγώγησης των σύγχρονων Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Δίχως να δίνονται καθόλου στοιχεία προς τα έξω (τα πραγματικά αξιόλογα στοιχεία της Στάζι παραμένουν στη διάθεση των δυτικών μυστικών υπηρεσιών προς αξιοποίηση, ενώ για τον κόσμο εξακολουθούν να είναι εφτασφράγιστα μυστικά όπως και πριν), δημιουργείται έντεχνα μια εικόνα της ΓΛΔ, όπου ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού παρουσιάζεται ότι ασχολιόταν συστηματικά με το χαφιεδισμό του ενός από τον άλλο. Αυτή είναι και η μόνη εικόνα που μας δίνεται από την ιστορία σαράντα χρόνων αυτής της χώρας. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι όλο αυτό το μήνυμα μεταδίδεται όχι κατευθείαν, με την παράθεση απτών στοιχείων και πλατιά δημοσιοποίηση πληροφοριών από τα αρχεία, αλλά (και εδώ βρίσκεται το σημαντικό) διαμέσου επιλεγμένων αναφορών και αινιγματικών υπαινιγμών πάνω στους οποίους βασίζονται τελικά οι γενικεύσεις και τα συμπεράσματα.





[7] Αντιπροσωπευτικό δείγμα του συντηρητικού ρεύματος του θρησκευτικού υπαρξισμού, το οποίο επηρέασε βαθιά τη σύγχρονη κοινωνικοφιλοσοφική σκέψη, αποτελεί η εργασία του Καρλ Γιάσπερς για την «Πνευματική κατάσταση της εποχής» και ιδιαίτερα το κεφάλαιο εκείνο που αναφέρεται στη «Μαζική τάξη πραγμάτων και εξασφάλιση της ύπαρξης», όπου θεμελιώνονται οι βασικές αρχές αυτού του τύπου της μεθοδολογίας που ακολουθείται και στην προσέγγιση της Αρεντ.





[8] Μετά από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο το ρεύμα κριτικής της μαζικής κοινωνίας στρέφεται ουσιαστικά προς την κριτική των αυταρχικών και ισοπεδωτικών τάσεων του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και αλλάζει τελείως περιεχόμενο. Η κριτική γίνεται από φιλελεύθερες δημοκρατικές θέσεις που εκφράζουν τα κοινωνικά συμφέροντα μικροαστικών στρωμάτων και καμιά φορά και της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης, βλ. λ.χ. Μιλλς, «Elit Power in USA» κ.ά. Από κει και πέρα και αφού έγινε συστηματική και τεκμηριωμένη κριτική σε αυτό το ρεύμα σκέψης, τόσο από μαρξιστικής πλευράς όσο και από αστούς στοχαστές, η τελευταία εμφάνιση της θεώρησης περί της μαζικής κοινωνίας αλλάζει και πάλι τελείως προσανατολισμό θεωρώντας τη διαδικασία της μαζικοποίησης θετική για την ανάπτυξη της κοινωνίας και της δημοκρατίας (Ντάνιελ Μπελ – «Ο πολιτισμός της μεταβιομηχανικής Δύσης» (1978) κ.ά.).





[9] Βλ. Ρ. Αρόν: «Δημοκρατία και ολοκληρωτισμός». Μόσχα 1993, σελ. 230-231 (πρωτότυπη έκδοση – Παρίσι 1965).





[10] Σε μαρξιστές στοχαστές της Δ. Ευρώπης, ο όρος «ολοκληρωτισμός» επίσης γίνεται αντικείμενο κριτικής ως αντιεπιστημονικός και άγονος. Βλ. λ.χ. Ν. Πουλαντζάς: «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις», τόμος 2ος, υποκεφάλαιο με τίτλο «Το λεγόμενο ολοκληρωτικό φαινόμενο», εκδόσεις «Θεμέλιο» 1982, σελ. 158-166. Επίσης, κάποιες προσπάθειες που έχουν γίνει να συνδεθεί η μελέτη της «Αυταρχικής προσωπικότητας» του Αντόρνο, με τη συγκεκριμένη θεώρηση του «ολοκληρωτισμού» νομίζουμε πως δεν είναι αρκετά τεκμηριωμένες.





[11] Ποιός θυμάται πλέον ότι οι κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις που συνήθως ταυτίζονται με το όνομα του Κέυνς και με το «New Deal» στις ΗΠΑ, καθώς και με το «Κράτος πρόνοιας», το κατοπινό ευαγγέλιο της απανταχού σοσιαλδημοκρατίας δηλαδή, εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στη ναζιστική Γερμανία; Μα, ισχυρίζονται, αυτή είναι «προοδευτική, δημοκρατική πολιτική»… Οταν σήμερα γίνεται λόγος για την ανάγκη εδραίωσης ενός «δημοκρατικού κοινωνικού κορπορατισμού», δηλαδή του θεσμοθετημένου κοινωνικού διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ των τάξεων, δεν πρέπει άραγε να θυμίζουμε ότι ο «κορπορατισμός» και το «συντεχνιακό κράτος» υπήρξε εφεύρεση και επίσημη κρατική πολιτική του φασιστικού κράτους της Ιταλίας στο μεσοπόλεμο; Ο σύγχρονος καπιταλισμός οφείλει πάρα πολλά στη φασιστική του εκδοχή. Και επειδή ο φασισμός έχει απορριφθεί στην κοινωνική συνείδηση των λαών, η αστική ιδεολογία προσπαθεί να τον «δαιμονοποιήσει», να δείξει ότι καμμία σχέση δεν υπάρχει μεταξύ καπιταλισμού και φασισμού. Η στρεψοδικία ολοκληρώνεται όταν ο φασισμός εξομοιώνεται με το σοσιαλισμό. Η λαϊκή παροιμία «μ’ ένα σμπάρο, δυό τρυγόνια» βρίσκει εδώ την πλήρη έκφρασή της…





[12] Οι κοινωνικές εκείνες ομάδες των μικροϊδιοκτητών που, στην εποχή του ιμπεριαλισμού, «χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους» και καταλήγουν να στερούνται ταξικών οργανώσεων και κομμάτων, με αποτέλεσμα να ετεροκαθορίζονται πολιτικά και ιδεολογικά από τα αστικά κόμματα, είναι και οι πιο ευαίσθητες στη φασιστική ιδεολογία και στην αυτού του είδους αντίληψη του «λαού» και του «έθνους» – αυτοί που παλιά χαρακτηρίζονταν από τα αστικά κόμματα σαν «στυλοβάτες του έθνους». Φυσικά αυτό δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Ωστόσο, στην περίπτωση της ανόδου του φασισμού στη Γερμανία και την Ιταλία φαίνεται πως έπαιξε σημαντικό ρόλο.




[13] Στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» ο Μαρξ αναφέρεται στην αντίληψη της «ανθρώπινης φύσης» στην ωφελιμιστική θεωρία του Μπένθαμ. Γράφει συγκεκριμένα: «… Αν (σύμφωνα με τον Ιερεμία Μπένθαμ) θέλει να μάθει κανείς τι είναι ωφέλιμο για ένα σκύλο, δεν έχει παρά να εξιχνιάσει τη φύση του σκύλου. Αυτή η ίδια η φύση δε μπορεί να συγκροτηθεί με βάση την «αρχή της ωφελιμότητας». Αν θελήσουμε αυτή την αρχή της ωφελιμότητας να την εφαρμόσουμε στον άνθρωπο, αν θελήσουμε να κρίνουμε σύμφωνα με αυτή την αρχή κάθε ανθρώπινη πράξη, κίνηση, σχέση κλπ., τότε πρέπει να εξιχνιάσουμε πρώτα την ανθρώπινη φύση γενικά και έπειτα την ανθρώπινη φύση την τροποποιημένη ιστορικά σε κάθε ξεχωριστή εποχή. Ο Μπένθαμ δεν πολυστεναχωριέται. Με την πιο αφελή στυγνότητα θεωρεί φυσιολογικό άνθρωπο το σύγχρονο φιλισταίο, ειδικά τον άγγλο φιλισταίο. Ο,τι είναι ωφέλιμο σε αυτόν τον παραξενιάρη φυσιολογικό άνθρωπο και στον κόσμο του είναι αυτό καθαυτό ωφέλιμο. Και με τον κανόνα αυτόν, κρίνει κατόπιν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Λογουχάρη η χριστιανική θρησκεία είναι «ωφέλιμη» γιατί απαγορεύει θρησκευτικά τα ίδια κακουργήματα που καταδικάζει νομικά ο ποινικός κώδικας. Η κριτική της τέχνης «βλάφτει» γιατί ενοχλεί τους αξιοσέβαστους ανθρώπους όταν απολαβαίνουν τον Μάρτιν Τάπερ κλπ. Και ο καλός μας ο Μπένθαμ που έχει για απόφθεγμά του: «nulla dies sine linea» (ούτε μια μέρα χωρίς να γράψω μια γραμμή) γέμισε βουνά από βιβλία με τέτοιες ανοησίες. Αν είχα το κουράγιο του φίλου μου Χ. Χάινε, θα ονόμαζα τον κύριο Ιερεμία μεγαλοφυία της αστικής βλακείας». (Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο». Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή». Αθήνα 1978, 1ος τόμος, σελ. 631).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου