Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Βραζιλία: H χώρα των αντιθέσεων



Άρθρο του Εντμίλσον Κόστα, μέλους της ΚΕ του Βραζιλιάνικου Κομμουνιστικού Κόμματος και υπεύθυνου του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων





Οι κινητοποιήσεις, οι λαϊκές διαμαρτυρίες και τα ξεσπάσματα, οι απεργίες και οι εργατικοί αγώνες που σημαδεύουν το Μουντιάλ εξέπληξαν πολλούς. Βρήκαν τη δύναμη να διαπεράσουν το τείχος των αστικών ΜΜΕ. Τι είναι αυτό που τα τροφοδότησε; Ποιοι είναι οι λόγοι που, σε μια χώρα όπου το ποδόσφαιρο δεν είναι απλά άθλημα, αλλά «πάθος», οδήγησαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού -ορισμένες έρευνες μιλούν για 40%, άλλες για ακόμη περισσότερο- να έχει στάση κριτικής και αντίθεσης στην πραγματοποίηση του Μουντιάλ; Το άρθρο που δημοσιεύουμε, τουΕντμίλσον Κόστα, μέλους της ΚΕ και υπεύθυνου Διεθνών Σχέσεων του Βραζιλιάνικου ΚΚ, (πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του κόμματος), βοηθά στη διερεύνηση των εξελίξεων σε αυτή τη μεγάλη χώρα. Το Βραζιλιάνικο ΚΚ είναι αντιπολίτευση στην κυβέρνηση της Ντίλμα Ρουσέφ, στηρίζει τις λαϊκές κινητοποιήσεις και κριτικάρει τη στάση και την πολιτική του ΚΚ της Βραζιλίας που μετέχει στην κυβέρνηση, κρατώντας μάλιστα το υπουργείο Αθλητισμού.

Τα μονοπώλια κυριαρχούν

Ο βραζιλιάνικος μονοπωλιακός καπιταλισμός δημιούργησε μια ανεπτυγμένη οικονομική δομή, ένα βιομηχανικό σύστημα δυναμικό, καθετοποιημένο και διαφοροποιημένο, μια αγροτική παραγωγή τυπικά καπιταλιστική που προμηθεύει την εγχώρια αγορά και έχει σημαντικό βάρος στο σύνολο των εξαγωγών, γεγονότα που μέσα σε μισό αιώνα έφεραν τη Βραζιλία μεταξύ των δέκα κυριοτέρων οικονομιών του κόσμου. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία περίπλοκη, με κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες, συγκεντρωμένη στα αστικά και μητροπολιτικά κέντρα, αλλά και με μία σειρά από ιδιαιτερότητες, με νέα κοινωνικά και πολιτισμικά φαινόμενα και συμπεριφορές οι οποίες αρχίζουν να εκφράζονται με εκρηκτικό τρόπο στο σύνολο της Βραζιλίας - δείγμα του ότι αντιπροσωπεύουν μια καταπιεσμένη κοινωνική απαίτηση, που δε χωρά πλέον στις παλιές καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Με άλλα λόγια, το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων την ανέδειξαν σε μια ώριμη βιομηχανική οικονομία, ήδη δεν ανταποκρίνονται πλέον στην κοινωνική δυναμική του εικοστού πρώτου αιώνα. Εξαντλήθηκε ένα σύστημα κυριαρχίας, όπου η άρχουσα τάξη επέβαλε την ηγεμονία της μέσα από την αυθόρμητη συναίνεση του προλεταριάτου και του πληθυσμού γενικά. Συντελείται μια ποιοτική μεταβολή σε αυτή τη σχέση: ο εκμεταλλευόμενος και στερημένος λαός χάνει τον αυθόρμητο σεβασμό για τη δημόσια τάξη και ξεπερνά τα όρια των ειρηνικών σχέσεων της προηγούμενης συγκυρίας. Ετσι λοιπόν, τίθεται για όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις το πολιτικό δίλημμα της Σφήκας: αποκρυπτογράφησέ με ή σε καταβροχθίζω!

Το βραζιλιάνικο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) το 2013 έφτασε τα 2,43 τρισ. δολάρια, που αντιστοιχούν στο έβδομο μεγαλύτερο ΑΕΠ στον κόσμο. Πρόκειται για μια οικονομία μονοπωλιακή σε όλους τους σημαντικούς τομείς, καθετοποιημένα ολοκληρωμένη, με ένα βιομηχανικό πάρκο με δυνατότητα να παράγει όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες που απαιτούνται για την εγχώρια κατανάλωση, πέρα από το τεράστιο πλεόνασμα που προορίζεται για εξαγωγή. Με ένα δυναμικό τομέα υπηρεσιών, όπου οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και τα πολυκαταστήματα ελέγχουν την εμπορία των περισσότερων προϊόντων, ένα εξελιγμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ενα δίκτυο τηλεπικοινωνιών και ΜΜΕ που αντιστοιχεί στο ύψος της διαδικασίας συσσώρευσης. Και ένα γεωργικό τομέα που τροφοδοτεί όχι μόνο την εγχώρια αγορά, αλλά εξελίχθηκε σ' έναν από τους κύριους εξαγωγείς εμπορευμάτων στον κόσμο.

Ανάπτυξη του καπιταλισμού και των ανισοτήτων
Ωστόσο, αυτό το επίπεδο παραγωγικής ανάπτυξης δεν αντανακλάται στην κατανομή του εισοδήματος, ούτε στις συνθήκες διαβίωσης των λαϊκών οικογενειών: πρόκειται για μια χώρα με πολύ μεγάλες ανισότητες. Αρκεί να πούμε ότι το 2009, το πλουσιότερο 10% της χώρας συγκέντρωσε το 42,5% του εθνικού εισοδήματος, σαράντα φορές περισσότερο από το 10% των φτωχότερων, ενώ το 5% των πλουσιότερων κατέχουν εισόδημα μεγαλύτερο από το 50% των φτωχότερων. Η Βραζιλία κατατάσσεται στην 85η θέση στην κατάταξη του Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών.

την οικονομία κυριαρχούν οι εκατό μεγαλύτεροι επιχειρηματικοί όμιλοι της χώρας. Ενδεικτικά, αυτοί οι όμιλοι σημείωσαν το 2010 έναν όγκο πωλήσεων που αντιστοιχεί στο 56% του ΑΕΠ. Αν ψάξουμε λίγο ακόμη, βλέπουμε ότι τον ίδιο χρόνο, οι 20 μεγαλύτεροι όμιλοι είχαν πωλήσεις που αντιστοιχούν στο 35% του ΑΕΠ, ενώ μόνο οι δέκα μεγαλύτεροι όμιλοι το περίπου 25% του ΑΕΠ. Αυτοί οι όμιλοι έχουν ηγετική θέση στη βιομηχανία, την εξόρυξη, τον αγροτοδιατροφικό τομέα, στο χρηματοπιστωτικό τομέα, το εμπόριο και τις υπηρεσίες γενικά, δηλαδή κανένας τομέας της οικονομίας της Βραζιλίας δε διαφεύγει της διαδικασίας μονοπώλησης.

Δημιουργήθηκε μια σύνθετη αστική κοινωνία, όπου περίπου το 83% του πληθυσμού ζει στις πόλεις, με υψηλό επίπεδο της αστικής συγκέντρωσης στις μητροπόλεις. Οι είκοσι μεγαλύτερες μητροπολιτικές περιοχές της χώρας έχουν 76 εκατομμύρια κατοίκους, περίπου το 40% του βραζιλιάνικου πληθυσμού. Μόνο η μητροπολιτική περιοχή του Σάο Πάολο έχει περισσότερο από το 10% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Ακριβώς όπως ο μονοπωλιακός καπιταλισμός συγκεντρώνει τις επιχειρήσεις και τον πληθυσμό στις μεγάλες πόλεις, συγκεντρώνει και το προλεταριάτο. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός της χώρας είναι 93,9 εκατομμύρια, με 19,6 εκατομμύρια αυτοαπασχολούμενους και 3,6 εκατομμύρια εργοδότες. Το προλεταριάτο αποτελείται από 58,3 εκατομμύρια.

Πρόκειται για ένα νεαρό προλεταριάτο, η πλειονότητα του οποίου κυμαίνεται μεταξύ 18-35 ετών, με διπλάσια έτη στην εκπαίδευση σε σχέση με τους εργαζόμενους, κατά την περίοδο της ανόδου των αγώνων στα τέλη της δεκαετίας του '70. Ενα προλεταριάτο που δεν έχει περάσει από το «σχολείο» της ταξικής πάλης και επομένως δεν έχει πείρα στη σύγκρουση με το κεφάλαιο. Με ένα πολύ χαμηλό ποσοστό συνδικαλισμού - μόλις το 16,7% είναι οργανωμένοι.

Η επισφάλεια κυριαρχεί στις συνθήκες εργασίας της. Σημαντικό μέρος δουλεύει σε συνθήκες όπου δεν υπάρχει σεβασμός για ελάχιστα δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί εδώ πάνω από έναν αιώνα από τους εργαζόμενους, όπως η αργία της Κυριακής και οι 40 ώρες εργασία την εβδομάδα. Περίπου το 1/3 των εργαζομένων εργάζεται πάνω από 45 ώρες εβδομαδιαίως. Για να κατανοήσουμε τις πραγματικές συνθήκες εργασίας των μισθωτών στις μεγάλες πόλεις, αρκεί να πούμε ότι στο εμπόριο, στα εμπορικά κέντρα, στα callcenters, οι περίπου είκοσι εκατομμύρια εργαζόμενοι δουλεύουν Κυριακή με Κυριακή, σ' ένα καθεστώς με διαβαθμίσεις στην ελαστικότητα, όπου η αργία ορίζεται από τα συμφέροντα του κεφαλαίου, δηλαδή χωρίς καμία κοινωνική ζωή με την οικογένεια, τα παιδιά ή τους φίλους.

Οι χαμηλοί μισθοί είναι σε κραυγαλέα αντίθεση με το βαθμό ανάπτυξης της οικονομίας, καθώς οι επιχειρηματίες έχουν από τα υψηλότερα ποσοστά κέρδους στο βιομηχανικό κόσμο, ενώ πληρώνουν τους χαμηλότερους μισθούς. 18,2 εκατομμύρια εργατών λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό.

Σε μια χώρα που στερείται νοσοκομείων, κέντρων υγείας και η μετακίνηση είναι δημόσιος κίνδυνος, οι φαραωνικές δαπάνες του μουντιάλ προκαλούν έντονα κριτικά αισθήματα. Σύμφωνα με υπολογισμούς της ίδιας της κυβέρνησης, ήδη έχουν δαπανηθεί περίπου 12,8 δισ. δολάρια, αλλά αυτό το νούμερο είναι υποτιμημένο. Δεν είναι μόνο οι δαπάνες που εξοργίζουν το λαό. Ένα σύνολο προβλημάτων που συνδέεται με την καπιταλιστική κερδοφορία, την αλαζονεία της FIFA και τις υπερτιμολογήσεις στα έργα προσθέτουν κι άλλο λάδι στη φωτιά της λαϊκής δυσαρέσκειας.

Εκτοπισμός χιλιάδων φτωχών από τις παραγκουπόλεις - φαβέλες

Το μουντιάλ άνοιξε την όρεξη της κερδοσκοπίας στην αγορά ακινήτων, για την απόκτηση των γειτονικών περιοχών στα στάδια και την οικοδόμηση ξενοδοχείων και πολυτελών διαμερισμάτων. Η κυβέρνηση, σε συμμαχία με τις μεγάλες κατασκευαστικές και κτηματομεσιτικές επιχειρήσεις, ενέτεινε τις εξώσεις και τον εκτοπισμό των φτωχών πληθυσμών από αυτές τις περιοχές. Παραγκουπόλεις, που βρίσκονταν στις περιοχές αυτές, μυστηριωδώς κάηκαν για να εξαναγκαστούν οι κάτοικοι να τις εγκαταλείψουν. Οι υπολογισμοί των Λαϊκών Επιτροπών του μουντιάλ - μία από τις οργανώσεις που στηρίζει τις διαδηλώσεις - δείχνουν ότι περίπου 250.000 άτομα με βία και καταστολή εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους από περιοχές γύρω από τα στάδια όπου πραγματοποιούνται αγώνες. Ήταν καθημερινό φαινόμενο οι αστυνομικές δυνάμεις με τρακτέρ και εκσκαφείς να εκδιώκουν ολόκληρες περιοχές, κατεδαφίζοντας τα σπίτια των οικογενειών, οι αστυνομικοί να χτυπούν άνδρες γυναίκες και παιδιά των οποίων το μοναδικό λάθος ήταν ότι ζούσαν κοντά στα γήπεδα, όπου θα διεξαχθούν οι αγώνες του Παγκόσμιου Κυπέλλου και δε θέλανε να φύγουν από εκεί που ζούσαν.

Όσοι εκδιώχθηκαν βίαια από τα σπίτια τους μεταφέρθηκαν σε πολύ απομακρυσμένες περιοχές, όπου βασικές υπηρεσίες, όπως οι μεταφορές και η εκπαίδευση είναι ακόμα πιο επισφαλείς. Είναι χιλιάδες οι διαλυμένες οικογένειες που τους αφαίρεσαν την κοινωνική ζωή που διατηρούσαν επί χρόνια με συγγενείς και γείτονες. Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη δύναμη της κινητοποίησης και του αγώνα των κινημάτων για την κατοικία στις μεγάλες βραζιλιάνικες μητροπόλεις, ιδιαίτερα σε Σάο Πάολο και Ρίο ντε Τζανέιρο.

Και θέσπιση «γενικού νόμου του Κυπέλλου»


Για να ικανοποιήσει τα συμφέροντα της αγοράς του ποδοσφαίρου, η κυβέρνηση ενέκρινε το «Γενικό Νόμο του Κυπέλλου». Πρόκειται για καταχρηστικούς νόμους που έχουν στόχο να διασφαλίσουν την κερδοφορία του μουντιάλ για τη FIFA, τους χορηγούς και ένα σύνολο επιχειρήσεων που λαμβάνουν κυβερνητικές χρηματοδοτήσεις, για να κατασκευάσουν στάδια και να οργανώσουν τη διοργάνωση. Πρακτικά θέτει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης κατά τη διάρκεια του μουντιάλ. Ο νόμος αυτός καθορίζει ζώνες αποκλεισμού 2 χλμ. γύρω από τα στάδια, όπου μόνο οι χορηγοί και οι εταιρείες που συνδέονται με αυτούς μπορούν να πωλούν οτιδήποτε. Στις 12 πόλεις που διεξάγονται οι αγώνες, η κυκλοφορία πεζών και αυτοκινήτων είναι περιορισμένη στη διάρκεια των αγώνων. Σε πόλεις όπως το Σαλβαδόρ και το Ρίο ντε Τζανέιρο, οι γύρω κάτοικοι πήραν «διαπιστευτήρια» για να πηγαινοέρχονται σπίτια τους. Δημιουργήθηκε νέο ποινικό πλαίσιο για όσους χρησιμοποιούν τα λογότυπα του μουντιάλ χωρίς άδεια της FIFA.

Η κυβέρνηση, γνωρίζοντας τη βαθιά λαϊκή δυσαρέσκεια, ετοίμασε έναν κατασταλτικό μηχανισμό ωσάν η χώρα να είναι σε περίοδο πολέμου. Χιλιάδες στρατιώτες της «Εθνικής Δύναμης» και της «Στρατιωτικής Αστυνομίας» έχουν εξοπλιστεί με ό,τι πιο σύγχρονο για να καταλαμβάνουν τους δρόμους και να καταστέλλουν τις διαδηλώσεις.

Οι ειδικές δυνάμεις καταστολής, που αποτελούν την αιχμή του δόρατος, μοιάζουν με αλλόφρονα «ρόμποκοπς» με άδεια να πετούν δακρυγόνα, αέριο πιπεριού, βόμβες κρότου - λάμψης, ελαστικές σφαίρες, να συλλαμβάνουν αυθαίρετα διαδηλωτές και να πυροβολούν ενάντια στον ανυπεράσπιστο πληθυσμό όπως είχε συμβεί και τον Ιούνη. Υποβοηθούνται από ένα άλλο ειδικό σώμα, τη λεγόμενη «ομάδα νίντζα» που αποτελείται από εκατοντάδες μαχητές πολεμικών τεχνών, που κινούνται με πολιτικά μεταξύ των διαδηλωτών, με στόχο το χτύπημα και τον έλεγχό τους.

Για να δοθεί ένα νομικό προκάλυμμα στην καταστολή, η κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα για την εξασφάλιση του νόμου και της τάξης κατά τη διάρκεια του μουντιάλ θυμίζοντας τις σκοτεινές μέρες του «Νόμου περί Εθνικής Ασφάλειας» της δικτατορίας. Το διάταγμα αντιμετωπίζει τους διαδηλωτές σαν εσωτερικό εχθρό και τους εξισώνει με μέλη συμμορίας. Προβλέπει μεγάλες ποινές για διαδηλωτές που κλείνουν δρόμους, σταματούν λεωφορεία και απεργούν. Πρόκειται για έναν νόμο έκτακτης ανάγκης, που αναστέλλει εγγυήσεις και δικαιώματα που προβλέπονται από το ίδιο το Σύνταγμα. Και όλα από την κυβέρνηση του Κόμματος των Εργαζομένων και των συμμάχων του, για να διασφαλιστεί η εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου και τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου και της FIFA.

Απεργίες και διαδηλώσεις του οργανωμένου εργατικού κινήματος

Στο δεύτερο μισό του Μάη εμφανίζεται ένα νέο στοιχείο: Η είσοδος στη μάχη των οργανωμένων εργαζομένων. Αυτό διαφάνηκε ήδη μετά από τον Ιούνη του 2013, λ.χ. με τη νικηφόρα απεργία των οδοκαθαριστών στο Ρίο ντε Τζανέιρο, εν μέσω καρναβαλιού, την απεργία των εργαζομένων στο Πετροχημικό Συγκρότημα του Ρίο ντε Τζανέιρο (όπου οι συνελεύσεις έφτασαν σε συμμετοχή 20.000 εργαζομένων). Όλες αυτές οι απεργίες είχαν ένα κοινό: Διεξήχθησαν ερήμην των ψευτοσωματειων, τα οποία κάνανε τα πάντα για να τις σταματήσουν, ευθυγραμμιζόμενα με την κυβέρνηση, τους εργοδότες και την αστυνομία.

Το κύμα διαδηλώσεων και απεργιών εξαπλώθηκε. Απήργησαν οι δάσκαλοι του Σάο Πάολο, οι καθηγητές του Ρίο ντε Τζανέιρο, οι πανεπιστημιακοί καθηγητές, οι οδηγοί λεωφορείων του Σάο Πάολο και των μητροπολιτικών δήμων. Μέχρι και η στρατιωτική αστυνομία στην Μπαΐα και οι αστυνομικοί σε 13 κρατίδια.

Στο Σάο Πάολο, εμφανίστηκε ένας νέος τύπος απεργίας: Οι οδηγοί των λεωφορείων πραγματοποίησαν απεργία - έκπληξη, μια μέρα μετά την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ του σωματείου και των εργοδοτών. Ακινητοποιούσαν τα λεωφορεία στα αμαξοστάσια αφαιρώντας και τα κλειδιά. Επίσης, αφήνανε σε σειρά τα λεωφορεία στις μεγάλες λεωφόρους, καθιστώντας αδύνατη την κυκλοφορία, Ακινητοποίησαν το Σάο Πάολο επί 2 μέρες, αφήνοντας σε απελπισία τόσο το κυβερνητικό - εργοδοτικό συνδικάτο όσο και την εργοδοσία, την αστυνομία και τις κυβερνητικές αρχές.

Μπορούμε να πούμε ότι υπόγεια στην κοινωνία διαμορφώνεται, χωρίς οι άνθρωποι να το συνειδητοποιούν πλήρως, μια διαδικασία πολιτικής ανυπακοής που αυτήν τη στιγμή ωθείται μόνο από την λαϊκή οργή και αγανάκτηση. Αυτή η συγκυρία θέτει στις επαναστατικές δυνάμεις σοβαρά καθήκοντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου