Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Τουρκοκρατούμενος και βενετοκρατούμενος ελλαδικός χώρος




Το επίπεδο της οικονομίας και της κοινωνίας


Ηδη, περιγράψαμε το γεωγραφικό σχήμα της κατάκτησης, έτσι όπως εμφανίζεται το 16ο αιώνα, όταν οι δύο κυριαρχίες συνυπάρχουν στον ελλαδικό χώρο σε μια ασταθή ισορροπία που διαταράσσεται από τους διαρκείς τουρκοβενετικούς πολέμους. Ο 16ος αιώνας σηματοδοτεί όμως και την αρχή της οριστικής αναδίπλωσης της Βενετίας από τον ανατολικό μεσογειακό χώρο. Πρόκειται για μια διαδικασία που ξεκινά τη δεκαετία του 1530, όταν τα νησιά του Αιγαίου περνούν, το ένα μετά το άλλο, στην κυριαρχία της Πύλης και ολοκληρώνεται το 1669 με την κατάληψη του Χάνδακα από τους Τούρκους. Με βάση αυτές τις χρονολογίες, νομίζω ότι δεν είναι αβάσιμη μια άτυπη περιοδολόγηση της εποχής, από την άλωση του 1453, μέχρι και την Επανάσταση του 1821. Η περιοδολόγηση αυτή δε στηρίζεται μόνο σε πολιτικά γεγονότα, αλλά εμπεριέχει και το στοιχείο της μεταβολής στην ίδια την οικονομία των δύο «υποπεριοχών» του ελλαδικού χώρου. Πρόκειται για μια μεταβολή, η οποία σχετίζεται και με εσωτερικές οικονομικές διαδικασίες των κυρίαρχων δυνάμεων, κυρίως της Βενετίας. Ως όριο λοιπόν θέτω το 1669, χρονιά που σηματοδοτεί την οριστική αποχώρηση της Βενετίας από το Αιγαίο (πλην Τήνου).

Η πρώτη περίοδος

Ας αρχίσουμε εξετάζοντας την πρώτη περίοδο. Οι Οθωμανοί Τούρκοι, πριν την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο της μετάβασης από την κοινωνία των γενών στο φεουδαρχικό σύστημα. Η ώσμωση της διαδικασίας αυτής με τις προϋπάρχουσες δομές του κατακτημένου βυζαντινού χώρου οδήγησε στη διαμόρφωση μιας πρώιμης οθωμανικής φεουδαρχίας, με κυρίαρχο στοιχείο το ότι ο Σουλτάνος (όχι ως πρόσωπο, αλλά ως εκπρόσωπος του κράτους) έχει την ψιλή κυριότητα της γης, την οποία εκχωρεί στους αξιωματούχους του. Τηρουμένων των αναλογιών, το γαιοκτητικό σύστημα των Οθωμανών θυμίζει πολύ περισσότερο το αντίστοιχο των χρόνων της βυζαντινής ακμής και λιγότερο εκείνο της όψιμης φάσης της αυτοκρατορίας, την πιο ολοκληρωμένη δηλαδή μορφή του φεουδαρχικού συστήματος στον ανατολικό χώρο. Ο περιορισμός της ισχύος και των εξουσιών των μεγάλων γαιοκτημόνων (πολύ ισχυρών κατά την όψιμη βυζαντινή περίοδο), εξ αιτίας της αφαίρεσης της πραγματικής κυριότητας της γης, δημιούργησε ικανοποίηση στους χωρικούς και βελτίωσε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των καλλιεργειών και της γεωργίας. Οι περισσότεροι περιηγητές της εποχής συμφωνούν στο ότι η οθωμανική ύπαιθρος εμφανίζει πολύ καλύτερη εικόνα από την αντίστοιχη της Δυτικής Ευρώπης, όπου η φεουδαρχία πνέει τα λοίσθια, παρά μάλιστα τις ερημώσεις και λεηλασίες που υπήρξαν τα αποτελέσματα των οθωμανικών κατακτήσεων και των βενετοτουρκικών πολέμων. Η τόνωση της γεωργίας βοηθά και την αντίστοιχη τόνωση των αστικών κέντρων και των αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Επίσης, η οθωμανική διοίκηση μεριμνά, ώστε να κατασκευαστούν δρόμοι, πράγμα που διευκολύνει τη μεταφορά των αγροτικών και των βιοτεχνικών προϊόντων, ενώ ακολουθεί και μια πολιτική εποικισμών και αναγκαστικών μετεγκαταστάσεων που συντελούν ριζικά στο να ξανακατοικηθεί η ερημωμένη ύπαιθρος αλλά και οι πόλεις. Εδώ σημειώνουμε το γεγονός ότι παρατηρείται και ένα είδος αναδίπλωσης του πληθυσμού της ελληνικής χερσονήσου (από τα παράλια και τις πεδιάδες μετακινείται προς τα βουνά και τα νησιά), κάτι που όμως δεν αλλάζει επί της ουσίας τους όρους για την άσκηση των οικονομικών του δραστηριοτήτων.

Αυτό το στοιχείο - ιδιαίτερα όσον αφορά την πληθυσμιακή αναδίπλωση προς τα νησιά - φαίνεται καλύτερα εάν κοιτάξουμε την πορεία της ελληνικής ναυτιλίας, η οποία ήδη από το τέλος του 15ου αιώνα, δείχνει την τάση που αργότερα την κατέστησε ουσιαστικό αιμοδότη της οικονομίας της αυτοκρατορίας. Στο μέσο και όψιμο Βυζάντιο η ναυτιλία του ανατολικού χώρου δεν ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη, καθώς δεν μπορούσε να συναγωνιστεί την αντίστοιχη βενετική. Οι αλλεπάλληλοι όμως τουρκοβενετικοί πόλεμοι εξασθένισαν, (μεταξύ άλλων παραγόντων) το βενετικό ναυτιλιακό εμπόριο, που δεν μπορούσε πια να μονοπωλήσει τους δρόμους της Αδριατικής. Μπορούμε, λοιπόν, να παρατηρήσουμε ότι ήδη, σε μια αρκετά πρώιμη περίοδο, τίθενται οι βάσεις για την ανάπτυξη των κοινωνικών στρωμάτων που θα μετεξελιχθούν στην ελληνική αστική τάξη: την τάξη που θα γίνει φορέας και κήρυκας της ελληνικής εθνικής ιδέας και της συγκρότησης ελληνικού κράτους.

Αν αυτή είναι, με λίγα λόγια, η εικόνα του οθωμανοκρατούμενου ελλαδικού χώρου, στην αντίστοιχη του βενετοκρατούμενου αντανακλώνται ισχυρά οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις της επικυρίαρχης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου. Η Βενετία είναι η πόλη που γέννησε τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Η Βενετία όμως είναι και μία πόλη - κράτος της οποίας οι διοικητικές και πολιτικές δομές αποτελούν ένα μεσαιωνικό απολίθωμα, βρίσκονται σε αναντιστοιχία με τις εξελίξεις της βάσης και, τελικά, μαζί με άλλους παράγοντες, εμποδίζουν την παραπέρα ανάπτυξή τους. Η έλλειψη επαρκούς ενιαίας εσωτερικής αγοράς στην Ιταλική Χερσόνησο, το άνοιγμα των νέων εμπορικών δρόμων στον Ατλαντικό, όπου η Βενετία δεν είχε πρόσβαση, οι διαρκείς συγκρούσεις με την άλλη μεγάλη ιταλική ναυτική δημοκρατία, τη Γένοβα, αλλά και με την Οθωμαντική αυτοκρατορία, η προϊούσα αναδίπλωση από το Αιγαίο και η απώλεια των προϊόντων της Ανατολής, όλα αυτά είναι στοιχεία που οδήγησαν στο να αναδιπλωθεί η διαδικασία γέννησης του καπιταλισμού στη Βενετία. Σε μια αντίστροφη ιστορική πορεία, σχετικά πρώιμα, οι ευγενείς της Βενετίας (πόλη στην οποία η ευγένεια δε συναρτιόταν με την κατοχή της γης, αλλά με την ενασχόληση με το εμπόριο) επενδύουν στη γη και γίνονται φεουδάρχες.

Η Κρήτη και κατά δεύτερο λόγο η Κέρκυρα μάς δίνουν, την εποχή για την οποία μιλάμε, την καλύτερη εικόνα του βενετοκρατούμενου ελλαδικού χώρου. Η πρώτη τελεί υπό βενετική κυριαρχία από το 1212 και η δεύτερη από το 1387. Η έκταση και το ενιαίο της διοίκησης της Κρήτης δίνουν στο νησί την εικόνα ενός σχετικά αυτόνομου κόσμου, με τις δικές του παραγωγικές δυνάμεις, τη διοίκησή του, τις λειτουργίες του οικονομικού και κοινωνικού του συστήματος. Η ύπαιθρος είναι διαρθρωμένη κατά τον παραδοσιακό φεουδαρχικό τρόπο: υπάρχουν οι άρχοντες - φεουδάρχες ιταλικής ή ελληνικής καταγωγής, («αρχοντορωμαίοι», ή «ρωμιόπουλοι»). Υπάρχει η ευρεία τάξη των άμεσων παραγωγών, που είναι δουλοπάροικοι, παρ' όλο που ο όρος συνήθως αποφεύγεται και χρησιμοποιείται γι' αυτούς ο όρος «πάροικος».

Κατά το 16ο και το 17ο αιώνα, η Κρήτη παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά της φθίνουσας φεουδαρχίας. Τα μεγάλα κτήματα τεμαχίζονται και μεταβιβάζονται, ενώ πολλοί από τους Βενετούς φεουδάρχες χρεώνονται σε Εβραίους δανειστές, με αποτέλεσμα να χάνουν το μεγαλύτερο μέρος της γαιοκτησίας τους, κάποτε ακόμα και να βυθίζονται στη φτώχεια. Η ίδια διαδικασία παρακμής αφορά και τους αρχοντορωμαίους που είναι πια απλώς ελεύθεροι γεωργοί απαλλαγμένοι από τις αγγαρείες και την υπηρεσία στις γαλέρες.

Η κατάσταση των άμεσων παραγωγών είναι άθλια: ο προβλεπτής Μοτσενίγο, το 1589, πρότεινε μια σοβαρή αγροτική μεταρρύθμιση που καταγράφει την τάση αποσύνθεσης του συστήματος. Συγκεκριμένα, πρότεινε τη μόνιμη και κληρονομική παραχώρηση γαιών στους καλλιεργητές έναντι μισθώματος. Η μεταρρύθμιση όμως δεν έγινε δεκτή και η δουλοπαροικία εξακολούθησε να ισχύει στην Κρήτη μέχρι την κατάληψή της από τους Οθωμανούς.

Οι πόλεις παρουσιάζουν, αντίθετα, συμπτώματα ακμής: αναπτυγμένη βιοτεχνία, ακόμα πιο αναπτυγμένο εμπόριο (παρά την αυστηρή μερκαντιλλιστική πολιτική της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου) αλλά και μια σπουδαία πολιτιστική ανάπτυξη, για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω.

Στην Κέρκυρα πάλι, η Βενετία παρά το γεγονός ότι η ίδια αναπτύσσει καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, διατηρεί και εδραιώνει (σε καμία περίπτωση δεν «εμφυτεύει») ένα προϋπάρχουν σύστημα γαιοκτησίας και κοινωνικής οργάνωσης, το οποίο κληρονόμησε από τους Βυζαντινούς και το οποίο προσομοιάζει στην «κλασική» φεουδαρχία, αλλά και διαφοροποιείται σε ορισμένα βασικά σημεία από αυτήν. Η δομή και η εξέλιξη αυτού του συστήματος θα μας απασχολήσει παρακάτω.

Αυτό είναι το σχήμα της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του ελλαδικού χώρου μέχρι το 1669 και την ανατροπή των ισχυουσών ισορροπιών, ανάμεσα στην «Ανατολή» και στη «Δύση», εάν δεχτούμε ότι η μία εκπροσωπείται από τους οθωμανούς και η δεύτερη από τη Βενετία. Η «ανατολή» επανεδραιώνει συντηρητικότερες οικονομικές δομές, οι οποίες όμως, σε εκείνη τουλάχιστον την ιστορική στιγμή, διαμορφώνουν όχι μόνο πολύ καλύτερους όρους διαβίωσης για τους ντόπιους πληθυσμούς, αλλά και γεννούν τα σπέρματα της οριστικής αποσύνθεσης τόσο του συστήματος όσο και της ίδιας της αυτοκρατορίας με τη δημιουργία των βαλκανικών εθνών και των κινημάτων τους. Στη δεύτερη περίπτωση της «Δύσης» αποτυπώνονται κυρίως οι παλινδρομήσεις της βάσης στη μητρόπολη. Ωστόσο, τα στοιχεία του πρώιμου αστισμού δεν είναι λίγα ούτε ασήμαντα με αποτέλεσμα να έχει σαφή ιστορική βάση αυτό που συχνά λέγεται, ότι δηλαδή η Κρήτη είναι η μόνη περιοχή της Ελλάδας που γνώρισε πραγματική Αναγέννηση.

Η δεύτερη περίοδος

Μετά το 1669, οι ισορροπίες ανατρέπονται. Κατ' αρχήν, ολόκληρος σχεδόν ο ελλαδικός χώρος - με το τριαντάχρονο διάλειμμα της Πελοποννήσου, από το 1685 μέχρι το 1718 - περνά στην οθωμανική κυριαρχία. Μόνο τα Ιόνια νησιά τελούν πια υπό τον έλεγχο της Βενετίας. Στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας συντελούνται βασικές αλλαγές με κυριότερη την εδραίωση του συστήματος των τσιφλικιών, που αποτελεί στην πραγματικότητα την εδραίωση και ολοκλήρωση του φεουδαρχικού συστήματος. Ομως, αυτή η αυτοκρατορία υπάρχει μέσα σε ένα διεθνές πλαίσιο το οποίο βαδίζει με ταχύτητα προς τον καπιταλισμό. η αναγκαιότητα να συναλλάσσεται με εχρηματισμένες οικονομίες έχει δύο ειδών επιπτώσεις: από τη μία δομεί ένα φορολογικό σύστημα στηριγμένο όχι στους έγγειους αλλά στους χρηματικούς φόρους, κάτι που, σε μια κοινωνία κατ' εξοχήν αγροτική, γίνεται δυσβάσταχτο γι' αυτούς που πρέπει να τους πληρώσουν. Από την άλλη όμως, η Οθωμανική αυτοκρατορία έχει όλο και περισσότερη ανάγκη από τις βιοτεχνικές, εμπορικές και, κυρίως, ναυτιλιακές δραστηριότητες των Ελλήνων αστών. Για τούτο και απονέμει προνόμια στα νησιά, για τούτο και ευνοεί τη βιοτεχνική παραγωγή των συντεχνιών. Το οθωμανικό κράτος συντελεί στην ανάπτυξη ελληνικής αστικής τάξης και την ίδια στιγμή την παρεμποδίζει. Την ευνοεί γιατί τη χρειάζεται, γιατί οι ελληνικοί πληθυσμοί είναι εκείνοι που κατ' εξοχήν ασκούν τις δραστηριότητες αυτές. Την παρεμποδίζει όμως γιατί οι βασικές οικονομικές δομές της αυτοκρατορίας και το βασικό θεσμικό πλαίσιο που τις αντανακλά παραμένει φεουδαρχικό, άρα εξ ορισμού εχθρικό στην αστική ανάπτυξη.

Η άλλη επικυρίαρχη δύναμη του ελλαδικού χώρου ζει την παρακμή της και, με έναν τρόπο, τη μεταφέρει στα Ιόνια νησιά. Εδώ υφίσταται μια μορφή φεουδαρχίας θεσμοθετημένη πάνω σε ένα προηγούμενο βυζαντινό υπόβαθρο. Τα χαρακτηριστικά της είναι, σε πολύ αδρές γραμμές, τα ακόλουθα:

Υπάρχουν οι μεγάλες γαιοκτησίες, τα φέουδα, ή «βαρονίες». Οι γαιοκτήμονες, που φέρουν τον τίτλο του βαρόνου, μπορεί να μην έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους στα νησιά, υπάρχουν ανάμεσά τους και πολλοί «Ελληνες το γένος». Οι κοινωνικές τάξεις είναι θεσμοθετημένες και παγιωμένες σε κάστες κατά τα δυτικά πρότυπα. Πέρα από τους γαιοκτήμονες, υπάρχουν οι καλλιεργητές της γης, χωρικοί οι οποίοι, όπως και στην περίπτωση της Κρήτης, είναι κατ' αρχήν, προσδεμένοι στη γη και βαρύνονται με αγγαρείες. Ομως, η δουλοπαροικία καταργείται στα Ιόνια νησιά μετά το 15ο αιώνα. Οι καλλιεργητές έχουν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν τους κλήρους τους και ο αριθμός όσων εμφανίζονται ως δουλοπάροικοι φθίνει διαρκώς. Οι άμεσοι παραγωγοί παραμένουν ωστόσο ως καλλιεργητές στις φεουδαρχικές ιδιοκτησίες, αλλά η σχέση τους με το χωροδεσπότη καθορίζεται από αγροληπτικές συμβάσεις οι οποίες ρυθμίζουν και το είδος των αποδόσεων προς αυτόν. Πάντως, η γαιοπρόσοδος αποδίδεται σε προϊόντα με ικανοποιητική κανονικότητα τουλάχιστον μέχρι το τέλος της βενετοκρατίας, ενώ επίσης ισχυρή αντοχή δείχνει και η δεκάτη.

Οι κάτοικοι των πόλεων, στο βαθμό που δεν ασκούν χειρωνακτική εργασία, μπορούν να φέρουν τον τίτλο του ευγενούς και να συμμετέχουν στα Μεγάλα Συμβούλια των νησιών, όπου υπάρχουν (πρόκειται για αντανάκλαση της βενετικής ευγένειας, που δε συναρτάται, όπως είδαμε και προηγουμένως, με την κατοχή γης). Οι έμποροι και οι τεχνίτες αποτελούν ένα είδος δεύτερης, ενδιάμεσης τάξης, η οποία πολλές φορές διεκδικεί σθεναρά το διαχωρισμό της από το «πόπολο», αν και σαν σύνολο ανήκει σε όσους φέρουν αυτή την υποτιμητική προσφώνηση. Χαρακτηριστική, από αυτή την πλευρά, είναι η εξέγερση των Ζακυνθινών αστών, στις αρχές του 17ου αιώνα, που είναι γνωστή ως «ρεμπελιό των ποπολάρων».

Το εμπόριο διεξάγεται στα Ιόνια νησιά υπό το άγρυπνο μάτι της βενετικής διοίκησης. Τα νησιά είναι σχεδόν μονοκαλλιεργητικά (ελιές στην Κέρκυρα, σταφίδα στην Κεφαλονιά και στη Ζάκυνθο) και τα προϊόντα τους διοχετεύονται στις αγορές αφού αναγκαστικά περάσουν από τη Βενετία, που ασκεί αυστηρή μερκαντιλλιστική πολιτική. Κατά τη γνώμη της ομιλούσας, το 18ο αιώνα, το - ατελώς πάντως ανεπτυγμένο - φεουδαρχικό σύστημα παρουσιάζει ακόμα πιο σαφή δείγματα αποσύνθεσης που εντείνονται, μεταξύ άλλων και από την παρέμβαση των αστών στην ύπαιθρο, με την άσκηση τοκογλυφικών δραστηριοτήτων.

Πάντως, εάν συγκρίνει κανείς την εικόνα που παρουσιάζει η πόλη της Κέρκυρας (τελευταίο πια κάπως σημαντικό αστικό κέντρο του βενετοκρατούμενου ελλαδικού χώρου) με την εικόνα ορισμένων τουλάχιστον αστικών οθωμανικών κέντρων (χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Γιάννενα του Αλή Πασά) κατά το 18ο αιώνα, μάλλον θα διαψευστεί η τρέχουσα θεωρία περί «ήπιας» βενετικής κυριαρχίας, σε σχέση με τη «βάρβαρη τουρκική».

Φτάνοντας μέχρι εδώ την ιστορική μας αναδρομή και προσπαθώντας να ιχνηλατήσουμε την πορεία μέχρι τη διαμόρφωση του ελληνικού έθνους, ας δούμε τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε, όσον αφορά 2 από τις 4 προϋποθέσεις συγκρότησής του: ο ενιαίος γεωγραφικά χώρος υπάρχει εξ αντικειμένου (μόλη τη φυσική του πολυδιάσπαση που, όμως, λόγω της θάλασσας, είναι τέτοιος που να ευνοεί την ανάπτυξη συγκεκριμένων οικονομικών δραστηριοτήτων). Ωστόσο, είναι διαιρεμένος σε δύο διοικήσεις που εκπορεύονται από εξωελλαδικά κέντρα. Οσον αφορά τις οικονομικές δραστηριότητες, υπάρχει μια σαφής τάση ανάπτυξης αστικής τάξης, κυρίως στον οθωμανοκρατούμενο χώρο (δηλαδή στην «Ανατολή»!) που ασχολείται κυρίως με το εμπόριο και τη ναυτιλία, αλλά και με τη βιοτεχνία (η οποία μάλιστα ξεφεύγει από το παραδοσιακό στάδιο της οικοτεχνίας και οργανώνεται κατά συντεχνίες, όχι στα μεσαιωνικά πρότυπα, αλλά πολύ κοντά στα πρώιμα συνεταιριστικά - καπιταλιστικά). Η ίδια διαδικασία συντελείται με πιο αργούς ρυθμούς στο βενετοκρατούμενο χώρο, όπου όμως αποσυντίθεται ταχύτερα το φεουδαρχικό σύστημα την ίδια εποχή που τα τσιφλίκια στην Ανατολή εδραιώνονται και κυριαρχούν.

2 σχόλια:

  1. Πολύ καλή ανάρτηση και ενδιαφέρουσα, ευχαριστουμε. Μήπως γνωρίζεις τη συγγραφέα ;;; Κάπου στο κείμενο γράφει "η ομιλούσα" ....... Γιάννης Ν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ειναι η διδάκτωρ Ιστορίας Δωρα Μόσχου σε ημερίδα του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών με Θεμα Ανατολή- Δυση

    ΑπάντησηΔιαγραφή