Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Κυνηγημένοι από τους Μπολσεβίκους...


...
Πόσο διαφορετικά διαγράφονταν πραγματικά το μέλλον ενός ελληνόπουλου στη Σοβιετική Ένωση, από ότι στην Ελλάδα την περίοδο του μεσοπολέμου…Σύμφωνα με σχετική απογραφή του 1930, το ποσοστό της ανήλικης εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις της Αθήνας και του Πειραιά κυμαίνονταν στο 31% για τους άνδρες και στο 56,09% για τις γυναίκες. Τα ποσοστά ανάμεσα στα προσφυγόπουλα της Μικράς Ασίας και του Πόντου ήταν ακόμα υψηλότερα. Αντίστοιχα ήταν και τα ποσοστά του αναλφαβητισμού, που άγγιζαν το 41% για τους «γηγενείς» και το 43% για τους πρόσφυγες. 
2ο Σεμινάριο των Ελλήνων Καθηγητών της Βορείου Καυκασιακής χώρας για την τελειοποίηση της ειδικότητάς τους, 1932 (Αρχείο Ελληνισμού Μαύρης Θάλασσας)



Παρόλα αυτά, η μεταναστευτική τάση προς την Ελλάδα συνεχίστηκε την δεκαετία του 1920. Η επιθυμία των ελληνοποντίων να επιστρέψουν στην πατρίδα ήταν πράγματι μεγάλη. Οι δυσκολίες όμως ακόμα μεγαλύτερες, κυρίως λόγω της απροθυμίας των αστικών κυβερνήσεων της Ελλάδας να τους δεχτούν, με την δικαιολογία ότι μετέφεραν στις αποσκευές τους το μικρόβιο του κομμουνισμού! Ορισμένοι σήμερα επιχειρούν να μεταφράσουν αυτή την επιθυμία των ελληνοποντίων ως απόρροια διώξεων. Να τι αναφέρει σε συνέντευξή του ο Μιχάλης Κυνηγόπουλος, που ήρθε στην Ελλάδα από το Μπακού το 1930 (πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού):

-Γιατί φύγατε από κει; (ρωτάει ο ερευνητής που έκανε τη συνέντευξη)

-Για να έρθουμε στην πατρίδα.

-Μήπως υπήρχαν κάποιες διώξεις;

-Τίποτε…(απάντησε ο ερωτώμενος)

-Δηλαδή παρά το κομμουνιστικό καθεστώς δεν είχατε κάποιο πρόβλημα; (επιμένει)

-Όχι…ανεξαρτήτως πολιτικών φρονημάτων και πεποιθήσεων ζούσαμε καλά. Όσο να ναι το 1930, υπήρχε κομμουνισμός από το 1917. Ζούσαμε καλά. Ήθελε ο πατέρας μου μόνο και μόνο να έρθουμε στην Ελλάδα. Η μάνα μου αντιδρούσε για να είμαι ειλικρινής…Ο αδερφός μου σπούδαζε τότε στην σχολή καλών τεχνών…τα διακόψαμε όλα και ήρθαμε. Και μ’ όλα ταύτα αγαπητέ, ήρθαμε, [και] σε οκτώ μήνες ο πατέρας μου πέθανε. Πέθανε από τον καημό του. Σου λέει, πως την νιώθαμε την Ελλάδα, πως την ονειρευόμαστε και [πως] την βρήκαμε εδώ. Με τις παγαποντιές, με τις ραδιουργίες, τον μπλέξανε αυτόν, του φάγανε ότι λεφτά είχε…Ονειρευόμασταν την Ελλάδα σαν έναν επίγειο παράδεισο. Ε, όσο και καλά να ζεις δεν παύεις να νοιώθεις ξένος σε ένα ξένο κράτος.» Ερχόμενοι αντιμέτωποι με τον ρατσισμό και την επιθετικότητα των ντόπιων, αναφέρει τέλος πως στην Ελλάδα αισθάνθηκαν για πρώτη φορά ως «πολίτες δεύτερης κατηγορίας…ντρεπόμασταν να λέμε ότι είμαστε Πόντιοι».

Πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση; Ένα στοιχείο που –για ευνόητους λόγους- δεν θα το βρείτε να αναφέρεται πουθενά: Χιλιάδες εξ αυτών που τελικά κατάφεραν να επαναπατριστούν θα γυρίσουν και πάλι στη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του 1930 απογοητευμένοι από την πραγματικότητα της Ελλάδας.
Ήταν τόσοι πολλοί εκείνοι που γυρνούσαν πίσω, που έγινε ζήτημα και στις εργασίες της 14ης συνδιάσκεψης της Κομματικής Οργάνωσης των Μπολσεβίκων στην Αμπχαζία (1934). 
Εκεί, ειπώθηκε μεταξύ άλλων:
 «Οι Έλληνες, μόλις συμβεί κάτι το ‘ευχάριστο’ στην Αθήνα, φεύγουν για το εξωτερικό. Όμως, ύστερα από κάμποσο καιρό έρχεται πάλι το πλοίο και φέρνει πίσω χιλιάδες Έλληνες. Εμείς τους λέμε ‘καλώς ήρθατε, δικιά σας η γη, σας περιμένει’.»
Τονίστηκε βέβαια ταυτόχρονα πως τέτοιες μετακινήσεις ήταν «καταστροφικές» για την αγροτική πολιτική της περιοχής, αφού κάθε τόσο οι σοβιετικές αρχές αναγκάζονταν να βρίσκουν νέα γη για εκείνους που επέστρεφαν ακτήμονες, δίχως βιοποριστικά μέσα (χώρια οι λοιπές επιπτώσεις στον σχεδιασμό του κράτους σε μια σειρά τομείς). Εύλογα λοιπόν προκύπτει το ερώτημα: θα επέστρεφαν όλοι αυτοί σε μια χώρα όπου διώκονταν; Προφανώς όχι.

....
Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαμε μάρτυρες παρόμοιου φαινομένου...

Ο Δρ. Εμίλ Τζόζεφ Ντίλον, ο οποίος έζησε στη Ρωσία δουλεύοντας ως καθηγητής πανεπιστημίου από το 1877 και εγκατέλειψε τη χώρα το 1918 αποδοκιμάζοντας την Επανάσταση των μπολσεβίκων, δήλωσε κατάπληκτος με την επιστροφή του δέκα χρόνια αργότερα: «Παντού ο λαός σκέπτεται, εργάζεται, οργανώνεται, πραγματοποιεί ανακαλύψεις στους τομείς της επιστήμης και της παραγωγής. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαμε μάρτυρες παρόμοιου φαινομένου, κάτι ανάλογου ως προς την ποικιλία, την ένταση, την αφοσίωση στα ιδεώδη. Το επαναστατικό μένος σαρώνει κολοσσιαία εμπόδια και συγχωνεύει ετερογενή στοιχεία σε ένα και μόνο μεγάλο λαό. Πράγματι, δεν πρόκειται για ένα έθνος με την έννοια του παλιού κόσμου, αλλά για έναν ισχυρό λαό, συμπαγή χάρη στον σχεδόν θρησκευτικό ενθουσιασμό του. Οι μπολσεβίκοι πραγματοποίησαν πολλά από εκείνα που είχαν εξαγγείλει και περισσότερα από όσα φαίνονταν πραγματοποιήσιμα από οποιαδήποτε ανθρώπινη οργάνωση στις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγκάστηκαν να δράσουν. Κινητοποίησαν πάνω από 150.000.000 ανθρώπους απαθείς, ζωντανούς νεκρούς, και τους εμφύσησαν ένα νέο πνεύμα.»*

*Όπως παρατίθεται στο Webb S & Webb B (1935) «Soviet Communism: A New Civilization?» (London: Longmans, Greenand Co, Ltd) σελ.811

(Τα παραπάνω είναι αποσπάσματα από το 
«Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» )

1 σχόλιο: