Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Το επίπεδο της συνείδησης και του πολιτισμού- ...«ανάμεσα στην Πόλη και τη Βενετιά»


(ημερίδα ΚΜΕ-Οκτώβρης 2000 με θέμα¨: Ανατολή-Δύση)


Το ελληνικό έθνος μεγάλωσε «ανάμεσα στην Πόλη και τη Βενετιά». Η ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων, στις οποίες αναλυτικά αναφέρθηκα, υπήρξε ο πρώτος όρος της συγκρότησής του. Ομως, το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα, αρχίζει και η συνειδητή διαφοροποίηση των ελληνικών πληθυσμών από τις διοικήσεις στις οποίες υπάγονται. Βασικό στοιχείο της διαφοροποίησης αυτής είναι η θρησκεία ή το δόγμα: στον οθωμανοκρατούμενο χώρο, οι ορθόδοξοι υπάγονται στην εξουσία του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, κάτι που ταυτόχρονα τους ενιαιοποιεί αλλά και τους ξεχωρίζει από το μουσουλμανικό περίγυρο. Στις βενετοκρατούμενες χώρες, το βασικό διαφοροποιητικό στοιχείο είναι και πάλι το ορθόδοξο δόγμα, σε σχέση με το καθολικό της διοίκησης και των αρχόντων. Μόνο που εδώ, η μάλλον ήπια πολιτική της Βενετίας σε θρησκευτικά ζητήματα οδήγησε και σε απροσδόκητα αποτελέσματα: πολλές ευγενείς βενετικές οικογένειες προσχωρούν στην Ορθοδοξία. Αρκεί να αναφέρουμε ανάμεσά τους τους Σολωμούς και τους Καποδίστριες.

Η γλώσσα είναι άλλο ένα, πολύ ισχυρό, ενοποιητικό στοιχείο των πληθυσμών του ελλαδικού χώρου. Παρά τις ισχυρές επιβιώσεις άλλων γλωσσών (όπως, για παράδειγμα, τα αρβανίτικα, πολύ ζωντανά και στον αιώνα μας, τα βλάχικα, ή οι σλαβικές διάλεκτοι της Μακεδονίας), η παλαιότητα και το ειδικό πολιτισμικό βάρος της ελληνικής γλώσσας την κατέστησαν «Linguafranca» της περιοχής. Ιδιάζουσα σημασία έχει το γεγονός ότι η λαϊκή ελληνική γλώσσα αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε πλουσιότερα και φυσιολογικότερα στις βενετοκρατούμενες χώρες: Οχι γιατί - όπως κακώς συνηθίζουμε να λέμε - υπήρχε πλουσιότερη παιδεία (κάτι τέτοιο δεν πιστοποιείται από καμία πηγή) αλλά γιατί γλώσσα της διοίκησης ήταν τα ιταλικά και εμποδίστηκε, με αυτό τον τρόπο, η διγλωσσία που ταλάνισε τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, με την προσκόλληση των εκκλησιαστικών κυρίως κύκλων σε παλιότερες γλωσσικές μορφές.

Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να αφαιρέσει, από το βενετοκρατούμενο ελλαδικό χώρο, το γεγονός ότι, ιδιαίτερα (ίσως και μόνο) η Κρήτη από το σύνολο των εδαφών που συναπετέλεσαν αργότερα το ελληνικό κράτος γνώρισε Αναγέννηση. Αυτή η Αναγέννηση δεν αποτελούσε μόνο αντανάκλαση των αντίστοιχων διαδικασιών της Δυτικής Ευρώπης: Κατά τη γνώμη μας, υπήρξε κυρίως απότοκη των ίδιων των ιδιότυπων δομών της κρητικής κοινωνίας, μέχρι το 1669, μιας κοινωνίας που αποτύπωσε μοναδικά την ώσμωση των πολιτισμικών στοιχείων της «ανατολής» και της «δύσης». Η γλώσσα της κρητικής ποίησης και του κρητικού θεάτρου, γλώσσα λαϊκή, ελληνική, με ορισμένους (όχι πολλούς, αλλά χαρακτηριστικούς) ιταλισμούς (βενετισμούς, θα έλεγα καλύτερα), τα θέματα, τα μοτίβα και τα πρότυπα, όλα αυτά αποτυπώνουν έναν κόσμο που βρίσκεται στο μεταίχμιο των κόσμων, των χώρων και των κοινωνικών συστημάτων. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο Ερωτόκριτος: Ενα, κατά βάση, ιπποτικό μυθιστόρημα, που όμως διαδραματίζεται στην αρχαία Αθήνα, μεταφέροντας εκεί συμπεριφορές και συνήθειες του Μεσαίωνα. Σε αυτό το, κατ' επιφάνεια, αντιφατικό σχήμα, ενσωματώνονται πολιτικές επιθυμίες των Βενετοκρητικών του 17ου αιώνα: Ο Κρητικός Χαρίδημος στο κονταροχτύπημα κατατροπώνει τον «Καραμανίτη» Ασιάτη Σπιθόλιοντα, την ίδια εποχή κατά την οποία, στην πραγματική ζωή, Βενετοί και Τούρκοι αλληλοσκοτώνονταν κάτω από τα τείχη του Χάνδακα. Στο ίδιο σχήμα ενσωματώνονται και ευρύτερα κοινωνικά και ηθικά αιτήματα της Αναγέννησης: Η ταύτιση έρωτα και γάμου, που διεκδικεί το ζευγάρι Αρετούσας και Ερωτόκριτου, έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τις αντίστοιχες μεσαιωνικές πρακτικές.

Πριν κλείσω αυτό το κεφάλαιο, θα ήθελα να επισημάνω τούτο το, καθόλου ασήμαντο κατά τη γνώμη μου, γεγονός: Ο ελλαδικός χώρος δεν ήταν γυμνός από μνήμες και παρελθόν. Στη διαδικασία της διαμόρφωσης ενιαίας συνείδησης των πληθυσμών του, αυτοί μπολιάστηκαν τόσο με τα πολλαπλά στοιχεία που έφεραν μαζί τους τα φύλα που εγκαταστάθηκαν, σε αυτόν, όσο και οι φορείς των κατά καιρούς διοικήσεών του. Ομως, δεδομένης αυτής ακριβώς της ισχυρής πολιτιστικής κληρονομιάς, τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν οργανικά σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «νεοελληνικός πολιτισμός» και που αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της συνείδησης του ελληνικού έθνους. Ηχοι (γλωσσικοί και μουσικοί), χρώματα, λέξεις, συμπεριφορές συγχωνεύτηκαν σε μια οργανική σύνθεση και αποτέλεσαν μια, εν πολλοίς, ενιαία αλλά πολύχρωμη κουλτούρα που κινείται ανάμεσα στο «Δυτικό» Ερωτόκριτο με το λαγούτο του (αλλά και τον επίσης «Δυτικό» Σολωμό, που αποτελεί μετεξέλιξή του) και στους ήχους της βυζαντινής μουσικής (και τις δικές της μετεξελίξεις που φτάνουν μέχρι τον αιώνα μας). Αυτή η πολυπλοκότητα του πολιτισμού μας αντανακλά και συνδέει οργανικά την «ανατολή» με τη «δύση» χλευάζοντας τη μονομέρεια όσων αναγνωρίζουν στο συλλογικό μας υποσυνείδητο μόνο τη μια πλευρά του τραγουδιού μας, τη μια πλευρά της συμπεριφοράς μας, τη μια πλευρά της καρδιάς μας.





Η Επανάσταση του '21 και το ελληνικό κράτος


Το ελληνικό κράτος, που προέκυψε από τη μεγάλη Επανάσταση των Ελλήνων του 1821 ήταν ένα κράτος αστικό, όσον αφορά τους στόχους του και τις προϋποθέσεις συγκρότησής του (χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω την ύπαρξη επιβιώσεων και από το προηγούμενο κοινωνικό σύστημα). Ηταν επίσης ένα κράτος με «δυτικό» προσανατολισμό: τόσο με την έννοια της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, όσο και σε επίπεδο συνταγμάτων και διακηρύξεων της Επανάστασης, κειμένων σαφώς επηρεασμένων από τα αντίστοιχα κείμενα της Γαλλικής Επανάστασης. Ηταν δυτικό και ως προς ένα άλλο, ιδιαίτερης σημασίας κατά τη γνώμη μου, σημείο: ως προς την πολύ στενή οικονομική σχέση της αστικής του τάξης με την ισχυρότερη καπιταλιστική δύναμη της εποχής, τη Μεγάλη Βρετανία. Επρόκειτο για μια σχέση ετεροβαρή, δεδομένης της διαφοράς στην οικονομική δυναμικότητα των δύο αστικών τάξεων, της οποίας εξ άλλου ο ετεροβαρής χαρακτήρας επιτάθηκε λόγω της σύναψης δανείων από τη Μεγάλη Βρετανία, στην οποία προέβησαν οι επαναστατικές κυβερνήσεις. Δανείων που, με τη σειρά τους βοήθησαν τη διαδικασία της συσσώρευσης κεφαλαίων από την πλευρά της ελληνικής αστικής τάξης. Η θέση λοιπόν του ελληνικού κράτους (μικρού εδαφικά, με μικρή εσωτερική αγορά και σε στρατηγική γεωπολιτική θέση) στο καπιταλιστικό σύστημα και στη νέα εποχή είναι εξ αρχής δυσχερής και εξαρτημένη. Η θέση αυτή καθιστά την Ελλάδα πολύ ευάλωτη στις πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων που γίνονται φανερές ήδη από τη διαδικασία συγκρότησης του ελληνικού κράτους, με την επιβολή ενός ιδιότυπου καθεστώτος τριεθνούς «προστασίας» από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Η προϊστορία αυτή αντανακλάται και στις κατά καιρούς επιλογές διακρατικών συμμαχιών από την άρχουσα τάξη της Ελλάδας και τα κόμματα που την εκπροσωπούσαν, ενώ ερμηνεύει και την ένταξη της χώρας μας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα σε μια θέση εξαρτημένη, υποδεέστερη και ενδιάμεση.

Μέχρι τώρα, έχω χρησιμοποιήσει τους όρους «Ανατολή» και «Δύση» στη γεωγραφική τους διάσταση, αλλά και με την «ιστορική», σύμφωνα με την οποία σε αδρές γραμμές, η γεωγραφική διάκριση ανταποκρίνεται και σε ένα συγκεκριμένο τύπο μετάβασης από τον ένα οικονομικό - κοινωνικό σχηματισμό στον επόμενο. Εδώ κυρίως εντοπίζω και τα «ανατολικά» ή «δυτικά» στοιχεία που οδήγησαν στη διαμόρφωση του ελληνικού έθνους. Εάν είπα προηγουμένως ότι η Ελλάδα μεγάλωσε «ανάμεσα στην Πόλη και τη Βενετιά» το έκανα για να το τονίσω ακριβώς αυτό το στοιχείο. Δεν πιστεύω όμως - τονίζω για μια ακόμη φορά - ότι οι δύο διοικήσεις επέβαλαν από τα πάνω οποιοδήποτε σύστημα στον ελλαδικό χώρο. Απλώς λειτούργησαν ως καταλύτες, άλλοτε προωθώντας και άλλοτε επιβραδύνοντας τις φυσικές διαδικασίες εξέλιξης του χώρου. Πάντως, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο κατακτημένος ελλαδικός χώρος αποτελούσε οργανικό τμήμα της και δε νομίζω ότι μπορούμε να διαφοροποιήσουμε τις εξελίξεις στα πλαίσια του ελληνικού κόσμου από τις συνολικότερες της αυτοκρατορίας. Αντίθετα, στην περίπτωση των Βενετών, νομίζω ότι λειτουργεί περισσότερο το σχήμα «μητρόπολη - αποικία», για τούτο και αναφέρθηκα συχνά στην αντανάκλαση στην Κρήτη ή στα Ιόνια νησιά των εξελίξεων στη Μητρόπολη.

Θα ήθελα να κλείσω με ένα συμπέρασμα που σχετίζεται με την προηγούμενη ανάπτυξή μου, αλλά και αυτονομείται από αυτήν, μια και αναφέρεται στο σήμερα. Δεν παραγνωρίζω το στοιχείο του πολιτισμού. Στον πολιτισμό στηρίζονται και πολλές θεωρίες για το αν «είμαστε Ανατολή» ή «Δύση», θεωρίες οι οποίες κάποτε συνεπάγονται και συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις ή προτάσεις. Νομίζω ότι επιχείρησα μια απάντηση στην περί πολιτισμού παρέκβασή μου, λίγο πιο πάνω. Ομως, ξεφεύγοντας λίγο από τη λογική του αν εμείς, ως Ελληνες είμαστε «Ανατολή» ή «Δύση», θα πρόσθετα το εξής: δεν είναι τα συγκεκριμένα στοιχεία του εποικοδομήματος - μ' όλη τη σημασία που έχουν για την ψυχοσύνθεση ενός λαού - εκείνα που θα πρέπει να καθορίσουν τους στόχους ή τις συμμαχίες του στο σύγχρονο κόσμο, αλλά τα πραγματικά συμφέροντα των καταπιεζόμενων σήμερα τάξεων. Αυτές οι τάξεις, που ανήκουν σε διαφορετικά έθνη - κράτη, με διαφορετικές ιστορικές και πολιτισμικές καταβολές, κουβαλάνε μαζί τους την πολύχρωμη κουλτούρα και ιδιαίτερη φυσιογνωμία του χώρου τους. Ολες αυτές οι κουλτούρες - «ανατολικές» ή «δυτικές», «βόρειες» ή «νότιες», στο βαθμό που έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη λαϊκότητα, πλουτίζουν την πολυμορφία του σύγχρονου κόσμου και είναι όχι μόνο αποδεκτές, αλλά χρήσιμες και αναγκαίες σε μια διαδικασία επικοινωνίας των λαών και συντονισμού της δράσης και του αγώνα τους.

Το εθνολογικό υπόβαθρο και το επίπεδο της συνείδησης ανάμεσα στις αλώσεις



Οι δύο αλλεπάλληλες κατακτήσεις της Κωνσταντινούπολης και του ελλαδικού χώρου βρίσκουν την αυτοκρατορία σε μια ιστορική περίοδο κατά την οποία, από τη μία πλευρά, ολοκληρώνεται η διαδικασία περάσματος στο φεουδαρχικό σύστημα και, από την άλλη, υπάρχουν κάποια πρώιμα στοιχεία αστικής ανάπτυξης. Σε επίπεδο εποικοδομήματος, στον ελλαδικό χώρο παρέμεναν ζωντανές (και μάλιστα υπάρχει μια τάση επανενεργοποίησής τους) οι μνήμες του αρχαιοελληνικού παρελθόντος, κυρίως σε επίπεδο γλώσσας (λαμβάνοντας βέβαια υπ' όψιν τη φυσιολογική εξέλιξή της) αλλά και σε επίπεδο ηθών, εθίμων και συλλογικής μνήμης. Ενα στοιχείο που ενιαιοποιεί τους πληθυσμούς που τον κατοικούν είναι η θρησκεία: στη συντριπτική τους πλειοψηφία ανήκουν στο ορθόδοξο ανατολικό δόγμα. Αυτή η ενότητα μάλιστα τονώνεται όλο και περισσότερο λόγω της αυξανόμενης αντιπαλότητας ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες, αλλά, όπως είναι φυσικό - και λόγω της φραγκικής - λατινικής κατάκτησης.

Οι πληθυσμοί αυτοί δεν είναι εθνολογικά ενιαίοι. Ηδη, για παράδειγμα, από τον 7ο αιώνα μ.Χ. δημιουργούνται οι σλαβικές νησίδες στη Νότια κυρίως Ελλάδα, που είναι γνωστές σαν «σκλαβηνίες». Η εξέγερση των Σλάβων της Γιάννιτσας, στο τέλος του 13ου αιώνα, που απείλησε μάλιστα σοβαρά το φραγκικό κάστρο της Καλαμάτας (και που ανέπλασε μυθιστορηματικά ο Αγγελος Τερζάκης στην «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ») φανερώνει ότι υπάρχει ακόμα ένα είδος συνείδησης φυλετικής ιδιαιτερότητας σε αυτούς τους πληθυσμούς. Το 14ο και 15ο αιώνα συντελούνται οι λεγόμενοι «αλβανικοί εποικισμοί» που καταλαμβάνουν μάλιστα σημαντική έκταση στον ελλαδικό χώρο. Υπάρχουν και άλλοι λαοί και εθνότητες που θα συναπαρτίσουν, σε μια πορεία ιστορικής εξέλιξης, το νέο ελληνισμό. Εμείς αναφέρουμε εδώ δύο, κατά το μάλλον ή ήττον, χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Ηδη όμως, ανάμεσα στις δύο αλώσεις, τα κυρίαρχα πολιτισμικά στοιχεία του χώρου είναι η ελληνική γλώσσα στην πορεία διαμόρφωσης της νεότερης μορφής της, αλλά και το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Σε επίπεδο ιδεολογίας, υποχωρεί η εμμονή στην ιδιότητα του «ρωμαίου», οι μνήμες και η διεκδίκηση της κληρονομιάς της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Σε ορισμένους τουλάχιστον κύκλους λογίων επιχειρείται μία συνειδητή προσπάθεια επανασύνδεσης των πληθυσμών του ελλαδικού χώρου με το αρχαιοελληνικό του παρελθόν - ένα παρελθόν κατά το μάλλον ή ήττον απαξιωμένο από το χριστιανισμό και το Βυζάντιο. Δεν ξέρω αν θα ήταν τολμηρή μία προσπάθεια αναγωγής αυτής της τάσης για μεταβολή ιδεολογίας σε ορισμένα φανερώματα αστικής ανάπτυξης ορατά στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας - κυρίως στη Θεσσαλονίκη. Ομως, όπως είπαμε και παραπάνω, αυτή η ανέλιξη ανακόπτεται προσωρινά με την οθωμανική κατάκτηση του 1453.

ριζοσπάστης 26-10-2000
(ημερίδα που διοργάνωσε το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών με θέμα: «ΑΝΑΤΟΛΗ - ΔΥΣΗ: Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ενός διλήμματος»)

Τουρκοκρατούμενος και βενετοκρατούμενος ελλαδικός χώρος




Το επίπεδο της οικονομίας και της κοινωνίας


Ηδη, περιγράψαμε το γεωγραφικό σχήμα της κατάκτησης, έτσι όπως εμφανίζεται το 16ο αιώνα, όταν οι δύο κυριαρχίες συνυπάρχουν στον ελλαδικό χώρο σε μια ασταθή ισορροπία που διαταράσσεται από τους διαρκείς τουρκοβενετικούς πολέμους. Ο 16ος αιώνας σηματοδοτεί όμως και την αρχή της οριστικής αναδίπλωσης της Βενετίας από τον ανατολικό μεσογειακό χώρο. Πρόκειται για μια διαδικασία που ξεκινά τη δεκαετία του 1530, όταν τα νησιά του Αιγαίου περνούν, το ένα μετά το άλλο, στην κυριαρχία της Πύλης και ολοκληρώνεται το 1669 με την κατάληψη του Χάνδακα από τους Τούρκους. Με βάση αυτές τις χρονολογίες, νομίζω ότι δεν είναι αβάσιμη μια άτυπη περιοδολόγηση της εποχής, από την άλωση του 1453, μέχρι και την Επανάσταση του 1821. Η περιοδολόγηση αυτή δε στηρίζεται μόνο σε πολιτικά γεγονότα, αλλά εμπεριέχει και το στοιχείο της μεταβολής στην ίδια την οικονομία των δύο «υποπεριοχών» του ελλαδικού χώρου. Πρόκειται για μια μεταβολή, η οποία σχετίζεται και με εσωτερικές οικονομικές διαδικασίες των κυρίαρχων δυνάμεων, κυρίως της Βενετίας. Ως όριο λοιπόν θέτω το 1669, χρονιά που σηματοδοτεί την οριστική αποχώρηση της Βενετίας από το Αιγαίο (πλην Τήνου).

Η πρώτη περίοδος

Ας αρχίσουμε εξετάζοντας την πρώτη περίοδο. Οι Οθωμανοί Τούρκοι, πριν την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο της μετάβασης από την κοινωνία των γενών στο φεουδαρχικό σύστημα. Η ώσμωση της διαδικασίας αυτής με τις προϋπάρχουσες δομές του κατακτημένου βυζαντινού χώρου οδήγησε στη διαμόρφωση μιας πρώιμης οθωμανικής φεουδαρχίας, με κυρίαρχο στοιχείο το ότι ο Σουλτάνος (όχι ως πρόσωπο, αλλά ως εκπρόσωπος του κράτους) έχει την ψιλή κυριότητα της γης, την οποία εκχωρεί στους αξιωματούχους του. Τηρουμένων των αναλογιών, το γαιοκτητικό σύστημα των Οθωμανών θυμίζει πολύ περισσότερο το αντίστοιχο των χρόνων της βυζαντινής ακμής και λιγότερο εκείνο της όψιμης φάσης της αυτοκρατορίας, την πιο ολοκληρωμένη δηλαδή μορφή του φεουδαρχικού συστήματος στον ανατολικό χώρο. Ο περιορισμός της ισχύος και των εξουσιών των μεγάλων γαιοκτημόνων (πολύ ισχυρών κατά την όψιμη βυζαντινή περίοδο), εξ αιτίας της αφαίρεσης της πραγματικής κυριότητας της γης, δημιούργησε ικανοποίηση στους χωρικούς και βελτίωσε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των καλλιεργειών και της γεωργίας. Οι περισσότεροι περιηγητές της εποχής συμφωνούν στο ότι η οθωμανική ύπαιθρος εμφανίζει πολύ καλύτερη εικόνα από την αντίστοιχη της Δυτικής Ευρώπης, όπου η φεουδαρχία πνέει τα λοίσθια, παρά μάλιστα τις ερημώσεις και λεηλασίες που υπήρξαν τα αποτελέσματα των οθωμανικών κατακτήσεων και των βενετοτουρκικών πολέμων. Η τόνωση της γεωργίας βοηθά και την αντίστοιχη τόνωση των αστικών κέντρων και των αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Επίσης, η οθωμανική διοίκηση μεριμνά, ώστε να κατασκευαστούν δρόμοι, πράγμα που διευκολύνει τη μεταφορά των αγροτικών και των βιοτεχνικών προϊόντων, ενώ ακολουθεί και μια πολιτική εποικισμών και αναγκαστικών μετεγκαταστάσεων που συντελούν ριζικά στο να ξανακατοικηθεί η ερημωμένη ύπαιθρος αλλά και οι πόλεις. Εδώ σημειώνουμε το γεγονός ότι παρατηρείται και ένα είδος αναδίπλωσης του πληθυσμού της ελληνικής χερσονήσου (από τα παράλια και τις πεδιάδες μετακινείται προς τα βουνά και τα νησιά), κάτι που όμως δεν αλλάζει επί της ουσίας τους όρους για την άσκηση των οικονομικών του δραστηριοτήτων.

Αυτό το στοιχείο - ιδιαίτερα όσον αφορά την πληθυσμιακή αναδίπλωση προς τα νησιά - φαίνεται καλύτερα εάν κοιτάξουμε την πορεία της ελληνικής ναυτιλίας, η οποία ήδη από το τέλος του 15ου αιώνα, δείχνει την τάση που αργότερα την κατέστησε ουσιαστικό αιμοδότη της οικονομίας της αυτοκρατορίας. Στο μέσο και όψιμο Βυζάντιο η ναυτιλία του ανατολικού χώρου δεν ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη, καθώς δεν μπορούσε να συναγωνιστεί την αντίστοιχη βενετική. Οι αλλεπάλληλοι όμως τουρκοβενετικοί πόλεμοι εξασθένισαν, (μεταξύ άλλων παραγόντων) το βενετικό ναυτιλιακό εμπόριο, που δεν μπορούσε πια να μονοπωλήσει τους δρόμους της Αδριατικής. Μπορούμε, λοιπόν, να παρατηρήσουμε ότι ήδη, σε μια αρκετά πρώιμη περίοδο, τίθενται οι βάσεις για την ανάπτυξη των κοινωνικών στρωμάτων που θα μετεξελιχθούν στην ελληνική αστική τάξη: την τάξη που θα γίνει φορέας και κήρυκας της ελληνικής εθνικής ιδέας και της συγκρότησης ελληνικού κράτους.

Αν αυτή είναι, με λίγα λόγια, η εικόνα του οθωμανοκρατούμενου ελλαδικού χώρου, στην αντίστοιχη του βενετοκρατούμενου αντανακλώνται ισχυρά οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις της επικυρίαρχης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου. Η Βενετία είναι η πόλη που γέννησε τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Η Βενετία όμως είναι και μία πόλη - κράτος της οποίας οι διοικητικές και πολιτικές δομές αποτελούν ένα μεσαιωνικό απολίθωμα, βρίσκονται σε αναντιστοιχία με τις εξελίξεις της βάσης και, τελικά, μαζί με άλλους παράγοντες, εμποδίζουν την παραπέρα ανάπτυξή τους. Η έλλειψη επαρκούς ενιαίας εσωτερικής αγοράς στην Ιταλική Χερσόνησο, το άνοιγμα των νέων εμπορικών δρόμων στον Ατλαντικό, όπου η Βενετία δεν είχε πρόσβαση, οι διαρκείς συγκρούσεις με την άλλη μεγάλη ιταλική ναυτική δημοκρατία, τη Γένοβα, αλλά και με την Οθωμαντική αυτοκρατορία, η προϊούσα αναδίπλωση από το Αιγαίο και η απώλεια των προϊόντων της Ανατολής, όλα αυτά είναι στοιχεία που οδήγησαν στο να αναδιπλωθεί η διαδικασία γέννησης του καπιταλισμού στη Βενετία. Σε μια αντίστροφη ιστορική πορεία, σχετικά πρώιμα, οι ευγενείς της Βενετίας (πόλη στην οποία η ευγένεια δε συναρτιόταν με την κατοχή της γης, αλλά με την ενασχόληση με το εμπόριο) επενδύουν στη γη και γίνονται φεουδάρχες.

Η Κρήτη και κατά δεύτερο λόγο η Κέρκυρα μάς δίνουν, την εποχή για την οποία μιλάμε, την καλύτερη εικόνα του βενετοκρατούμενου ελλαδικού χώρου. Η πρώτη τελεί υπό βενετική κυριαρχία από το 1212 και η δεύτερη από το 1387. Η έκταση και το ενιαίο της διοίκησης της Κρήτης δίνουν στο νησί την εικόνα ενός σχετικά αυτόνομου κόσμου, με τις δικές του παραγωγικές δυνάμεις, τη διοίκησή του, τις λειτουργίες του οικονομικού και κοινωνικού του συστήματος. Η ύπαιθρος είναι διαρθρωμένη κατά τον παραδοσιακό φεουδαρχικό τρόπο: υπάρχουν οι άρχοντες - φεουδάρχες ιταλικής ή ελληνικής καταγωγής, («αρχοντορωμαίοι», ή «ρωμιόπουλοι»). Υπάρχει η ευρεία τάξη των άμεσων παραγωγών, που είναι δουλοπάροικοι, παρ' όλο που ο όρος συνήθως αποφεύγεται και χρησιμοποιείται γι' αυτούς ο όρος «πάροικος».

Κατά το 16ο και το 17ο αιώνα, η Κρήτη παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά της φθίνουσας φεουδαρχίας. Τα μεγάλα κτήματα τεμαχίζονται και μεταβιβάζονται, ενώ πολλοί από τους Βενετούς φεουδάρχες χρεώνονται σε Εβραίους δανειστές, με αποτέλεσμα να χάνουν το μεγαλύτερο μέρος της γαιοκτησίας τους, κάποτε ακόμα και να βυθίζονται στη φτώχεια. Η ίδια διαδικασία παρακμής αφορά και τους αρχοντορωμαίους που είναι πια απλώς ελεύθεροι γεωργοί απαλλαγμένοι από τις αγγαρείες και την υπηρεσία στις γαλέρες.

Η κατάσταση των άμεσων παραγωγών είναι άθλια: ο προβλεπτής Μοτσενίγο, το 1589, πρότεινε μια σοβαρή αγροτική μεταρρύθμιση που καταγράφει την τάση αποσύνθεσης του συστήματος. Συγκεκριμένα, πρότεινε τη μόνιμη και κληρονομική παραχώρηση γαιών στους καλλιεργητές έναντι μισθώματος. Η μεταρρύθμιση όμως δεν έγινε δεκτή και η δουλοπαροικία εξακολούθησε να ισχύει στην Κρήτη μέχρι την κατάληψή της από τους Οθωμανούς.

Οι πόλεις παρουσιάζουν, αντίθετα, συμπτώματα ακμής: αναπτυγμένη βιοτεχνία, ακόμα πιο αναπτυγμένο εμπόριο (παρά την αυστηρή μερκαντιλλιστική πολιτική της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου) αλλά και μια σπουδαία πολιτιστική ανάπτυξη, για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω.

Στην Κέρκυρα πάλι, η Βενετία παρά το γεγονός ότι η ίδια αναπτύσσει καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, διατηρεί και εδραιώνει (σε καμία περίπτωση δεν «εμφυτεύει») ένα προϋπάρχουν σύστημα γαιοκτησίας και κοινωνικής οργάνωσης, το οποίο κληρονόμησε από τους Βυζαντινούς και το οποίο προσομοιάζει στην «κλασική» φεουδαρχία, αλλά και διαφοροποιείται σε ορισμένα βασικά σημεία από αυτήν. Η δομή και η εξέλιξη αυτού του συστήματος θα μας απασχολήσει παρακάτω.

Αυτό είναι το σχήμα της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του ελλαδικού χώρου μέχρι το 1669 και την ανατροπή των ισχυουσών ισορροπιών, ανάμεσα στην «Ανατολή» και στη «Δύση», εάν δεχτούμε ότι η μία εκπροσωπείται από τους οθωμανούς και η δεύτερη από τη Βενετία. Η «ανατολή» επανεδραιώνει συντηρητικότερες οικονομικές δομές, οι οποίες όμως, σε εκείνη τουλάχιστον την ιστορική στιγμή, διαμορφώνουν όχι μόνο πολύ καλύτερους όρους διαβίωσης για τους ντόπιους πληθυσμούς, αλλά και γεννούν τα σπέρματα της οριστικής αποσύνθεσης τόσο του συστήματος όσο και της ίδιας της αυτοκρατορίας με τη δημιουργία των βαλκανικών εθνών και των κινημάτων τους. Στη δεύτερη περίπτωση της «Δύσης» αποτυπώνονται κυρίως οι παλινδρομήσεις της βάσης στη μητρόπολη. Ωστόσο, τα στοιχεία του πρώιμου αστισμού δεν είναι λίγα ούτε ασήμαντα με αποτέλεσμα να έχει σαφή ιστορική βάση αυτό που συχνά λέγεται, ότι δηλαδή η Κρήτη είναι η μόνη περιοχή της Ελλάδας που γνώρισε πραγματική Αναγέννηση.

Η δεύτερη περίοδος

Μετά το 1669, οι ισορροπίες ανατρέπονται. Κατ' αρχήν, ολόκληρος σχεδόν ο ελλαδικός χώρος - με το τριαντάχρονο διάλειμμα της Πελοποννήσου, από το 1685 μέχρι το 1718 - περνά στην οθωμανική κυριαρχία. Μόνο τα Ιόνια νησιά τελούν πια υπό τον έλεγχο της Βενετίας. Στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας συντελούνται βασικές αλλαγές με κυριότερη την εδραίωση του συστήματος των τσιφλικιών, που αποτελεί στην πραγματικότητα την εδραίωση και ολοκλήρωση του φεουδαρχικού συστήματος. Ομως, αυτή η αυτοκρατορία υπάρχει μέσα σε ένα διεθνές πλαίσιο το οποίο βαδίζει με ταχύτητα προς τον καπιταλισμό. η αναγκαιότητα να συναλλάσσεται με εχρηματισμένες οικονομίες έχει δύο ειδών επιπτώσεις: από τη μία δομεί ένα φορολογικό σύστημα στηριγμένο όχι στους έγγειους αλλά στους χρηματικούς φόρους, κάτι που, σε μια κοινωνία κατ' εξοχήν αγροτική, γίνεται δυσβάσταχτο γι' αυτούς που πρέπει να τους πληρώσουν. Από την άλλη όμως, η Οθωμανική αυτοκρατορία έχει όλο και περισσότερη ανάγκη από τις βιοτεχνικές, εμπορικές και, κυρίως, ναυτιλιακές δραστηριότητες των Ελλήνων αστών. Για τούτο και απονέμει προνόμια στα νησιά, για τούτο και ευνοεί τη βιοτεχνική παραγωγή των συντεχνιών. Το οθωμανικό κράτος συντελεί στην ανάπτυξη ελληνικής αστικής τάξης και την ίδια στιγμή την παρεμποδίζει. Την ευνοεί γιατί τη χρειάζεται, γιατί οι ελληνικοί πληθυσμοί είναι εκείνοι που κατ' εξοχήν ασκούν τις δραστηριότητες αυτές. Την παρεμποδίζει όμως γιατί οι βασικές οικονομικές δομές της αυτοκρατορίας και το βασικό θεσμικό πλαίσιο που τις αντανακλά παραμένει φεουδαρχικό, άρα εξ ορισμού εχθρικό στην αστική ανάπτυξη.

Η άλλη επικυρίαρχη δύναμη του ελλαδικού χώρου ζει την παρακμή της και, με έναν τρόπο, τη μεταφέρει στα Ιόνια νησιά. Εδώ υφίσταται μια μορφή φεουδαρχίας θεσμοθετημένη πάνω σε ένα προηγούμενο βυζαντινό υπόβαθρο. Τα χαρακτηριστικά της είναι, σε πολύ αδρές γραμμές, τα ακόλουθα:

Υπάρχουν οι μεγάλες γαιοκτησίες, τα φέουδα, ή «βαρονίες». Οι γαιοκτήμονες, που φέρουν τον τίτλο του βαρόνου, μπορεί να μην έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους στα νησιά, υπάρχουν ανάμεσά τους και πολλοί «Ελληνες το γένος». Οι κοινωνικές τάξεις είναι θεσμοθετημένες και παγιωμένες σε κάστες κατά τα δυτικά πρότυπα. Πέρα από τους γαιοκτήμονες, υπάρχουν οι καλλιεργητές της γης, χωρικοί οι οποίοι, όπως και στην περίπτωση της Κρήτης, είναι κατ' αρχήν, προσδεμένοι στη γη και βαρύνονται με αγγαρείες. Ομως, η δουλοπαροικία καταργείται στα Ιόνια νησιά μετά το 15ο αιώνα. Οι καλλιεργητές έχουν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν τους κλήρους τους και ο αριθμός όσων εμφανίζονται ως δουλοπάροικοι φθίνει διαρκώς. Οι άμεσοι παραγωγοί παραμένουν ωστόσο ως καλλιεργητές στις φεουδαρχικές ιδιοκτησίες, αλλά η σχέση τους με το χωροδεσπότη καθορίζεται από αγροληπτικές συμβάσεις οι οποίες ρυθμίζουν και το είδος των αποδόσεων προς αυτόν. Πάντως, η γαιοπρόσοδος αποδίδεται σε προϊόντα με ικανοποιητική κανονικότητα τουλάχιστον μέχρι το τέλος της βενετοκρατίας, ενώ επίσης ισχυρή αντοχή δείχνει και η δεκάτη.

Οι κάτοικοι των πόλεων, στο βαθμό που δεν ασκούν χειρωνακτική εργασία, μπορούν να φέρουν τον τίτλο του ευγενούς και να συμμετέχουν στα Μεγάλα Συμβούλια των νησιών, όπου υπάρχουν (πρόκειται για αντανάκλαση της βενετικής ευγένειας, που δε συναρτάται, όπως είδαμε και προηγουμένως, με την κατοχή γης). Οι έμποροι και οι τεχνίτες αποτελούν ένα είδος δεύτερης, ενδιάμεσης τάξης, η οποία πολλές φορές διεκδικεί σθεναρά το διαχωρισμό της από το «πόπολο», αν και σαν σύνολο ανήκει σε όσους φέρουν αυτή την υποτιμητική προσφώνηση. Χαρακτηριστική, από αυτή την πλευρά, είναι η εξέγερση των Ζακυνθινών αστών, στις αρχές του 17ου αιώνα, που είναι γνωστή ως «ρεμπελιό των ποπολάρων».

Το εμπόριο διεξάγεται στα Ιόνια νησιά υπό το άγρυπνο μάτι της βενετικής διοίκησης. Τα νησιά είναι σχεδόν μονοκαλλιεργητικά (ελιές στην Κέρκυρα, σταφίδα στην Κεφαλονιά και στη Ζάκυνθο) και τα προϊόντα τους διοχετεύονται στις αγορές αφού αναγκαστικά περάσουν από τη Βενετία, που ασκεί αυστηρή μερκαντιλλιστική πολιτική. Κατά τη γνώμη της ομιλούσας, το 18ο αιώνα, το - ατελώς πάντως ανεπτυγμένο - φεουδαρχικό σύστημα παρουσιάζει ακόμα πιο σαφή δείγματα αποσύνθεσης που εντείνονται, μεταξύ άλλων και από την παρέμβαση των αστών στην ύπαιθρο, με την άσκηση τοκογλυφικών δραστηριοτήτων.

Πάντως, εάν συγκρίνει κανείς την εικόνα που παρουσιάζει η πόλη της Κέρκυρας (τελευταίο πια κάπως σημαντικό αστικό κέντρο του βενετοκρατούμενου ελλαδικού χώρου) με την εικόνα ορισμένων τουλάχιστον αστικών οθωμανικών κέντρων (χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Γιάννενα του Αλή Πασά) κατά το 18ο αιώνα, μάλλον θα διαψευστεί η τρέχουσα θεωρία περί «ήπιας» βενετικής κυριαρχίας, σε σχέση με τη «βάρβαρη τουρκική».

Φτάνοντας μέχρι εδώ την ιστορική μας αναδρομή και προσπαθώντας να ιχνηλατήσουμε την πορεία μέχρι τη διαμόρφωση του ελληνικού έθνους, ας δούμε τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε, όσον αφορά 2 από τις 4 προϋποθέσεις συγκρότησής του: ο ενιαίος γεωγραφικά χώρος υπάρχει εξ αντικειμένου (μόλη τη φυσική του πολυδιάσπαση που, όμως, λόγω της θάλασσας, είναι τέτοιος που να ευνοεί την ανάπτυξη συγκεκριμένων οικονομικών δραστηριοτήτων). Ωστόσο, είναι διαιρεμένος σε δύο διοικήσεις που εκπορεύονται από εξωελλαδικά κέντρα. Οσον αφορά τις οικονομικές δραστηριότητες, υπάρχει μια σαφής τάση ανάπτυξης αστικής τάξης, κυρίως στον οθωμανοκρατούμενο χώρο (δηλαδή στην «Ανατολή»!) που ασχολείται κυρίως με το εμπόριο και τη ναυτιλία, αλλά και με τη βιοτεχνία (η οποία μάλιστα ξεφεύγει από το παραδοσιακό στάδιο της οικοτεχνίας και οργανώνεται κατά συντεχνίες, όχι στα μεσαιωνικά πρότυπα, αλλά πολύ κοντά στα πρώιμα συνεταιριστικά - καπιταλιστικά). Η ίδια διαδικασία συντελείται με πιο αργούς ρυθμούς στο βενετοκρατούμενο χώρο, όπου όμως αποσυντίθεται ταχύτερα το φεουδαρχικό σύστημα την ίδια εποχή που τα τσιφλίκια στην Ανατολή εδραιώνονται και κυριαρχούν.

Ο ελλαδικός χώρος στο κέντρο της διαίρεσης του ρωμαϊκού κράτους



Δώρα Μόσχου

Το θέμα της παρούσας εισήγησης είναι οπωσδήποτε τεράστιο και πολύπλοκο και μακριά από μας η σκέψη ότι θα μπορούσαμε να το αναπτύξουμε σε όλες τις διαστάσεις του. Θα ήθελα από την αρχή να ξεκαθαρίσω ορισμένα ζητήματα της ορολογίας που χρησιμοποιώ, και που κατά τη γνώμη μου διευκρινίζουν αρκετά από τα ζητήματα της μεθοδολογίας μου και των παραμέτρων που παίρνω υπ' όψη μου, όσον αφορά το σχηματισμό του ελληνικού έθνους.



Οταν αναφέρομαι στην έννοια έθνος δεν εννοώ την εθνότητα, αλλά τη σύγχρονη έννοια, σύμφωνα με την οποία το έθνος καθορίζεται από τη συμβίωση σε ενιαίο γεωγραφικό χώρο, την κοινή οικονομική δραστηριότητα, την κοινή γλώσσα και την κοινή παράδοση και συνείδηση. Οι διαδικασίες αυτές, όσον αφορά το ελληνικό έθνος και το σχηματισμό του, συντελούνται μέσα σε ιδιότυπες συνθήκες και αυτές θα προσπαθήσουμε να ιχνηλατήσουμε, κάτω όμως από το πρίσμα των «ανατολικών» και «δυτικών» στοιχείων που αποτυπώθηκαν στη φυσιογνωμία του. Επίσης, πρέπει να διευκρινίσω ότι παρακάτω, όπου χρησιμοποιώ τον όρο «Ελληνας» ή «ελληνικός», όταν αναφέρομαι στις περιόδους πριν από το 18ο αιώνα, εννοώ το μη μουσουλμάνο κάτοικο του ελλαδικού χώρου, κατά τεκμήριο ορθόδοξο και, σε πολύ μεγάλο βαθμό ελληνόφωνο, που βρίσκεται σε διαδικασία διαμόρφωσης ενιαίας συνείδησης.



Η διαμόρφωση του ελληνικού έθνους συντελείται μέσα στις ιδιάζουσες συνθήκες της κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου από ξενικές δυνάμεις. Μία σχετικά εύκολη, αλλά σχηματική ανάγνωση της διαδικασίας αυτής, θα μπορούσε να την εντάξει σε ένα σχήμα που εμπεριέχει, με τη σειρά του, σπέρματα αλήθειας αλλά και τον κίνδυνο της μηχανιστικής απλοποίησης. Τι θέλουμε να πούμε με τούτο: το ελληνικό έθνος διαμορφώνεται ανάμεσα σε ανατολή και δύση όπου οι όροι δεν έχουν μόνο τη γεωγραφική αλλά κυρίως την κοινωνική - οικονομική τους διάσταση. Σε μια τέτοια ανάγνωση της ιστορίας, η ανατολή κατά το πέρασμα από τους μέσους στους νεότερους, αλλά και κατά τους νέους χρόνους, χαρακτηρίζεται από μια σχετική καθυστέρηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και από μία ανάλογη καθυστέρηση (ενίοτε και από έντονες παλινδρομήσεις) στη διαδικασία της μετάβασης από τον ένα κοινωνικο - οικονομικό σχηματισμό στον επόμενο, στην περίπτωσή μας από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Η εμπλοκή του ελλαδικού χώρου και των πληθυσμών του σε αυτό το σχήμα οριοθετείται από δύο παραμέτρους που, κατά τη γνώμη μας, έχουν άνισο ειδικό βάρος σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους: η μία σχετίζεται με το ότι οι κυριαρχίες στον ελλαδικό χώρο έχουν αντιδιαμετρική γεωγραφική προέλευση και φέρνουν μαζί τους ορισμένα από τα στοιχεία που καθορίζουν το κοινωνικό σύστημα του κυρίαρχου, (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σύστημα «εμφυτεύεται» από πάνω στον κατακτημένο χώρο) αλλά και τα αντίστοιχα πολιτισμικά στοιχεία. Η δεύτερη παράμετρος - πολύ πιο ισχυρή κατά τον 18ο αιώνα - σχετίζεται με τη διαμόρφωση εθνικής ιδεολογίας και εθνικών αιτημάτων, καθώς και με τους συνολικούς ιδεολογικούς προσανατολισμούς των κοινωνικών φορέων που απαιτούν τη δημιουργία έθνους - κράτους στον ελλαδικό χώρο.



Ο ελλαδικός χώρος βρέθηκε στο κέντρο της διαίρεσης του ρωμαϊκού κράτους σε ανατολικό και δυτικό. Η τελική πολιτική του ένταξη στη Βυζαντινή αυτοκρατορία τον ενσωμάτωσε στους δικούς της ρυθμούς μετάβασης από το ένα κοινωνικό σύστημα στο άλλο. Υπαινίσσομαι εδώ την πιο μακροχρόνια, σε σχέση με τη Δύση, διαδικασία περάσματος από το δουλοκτητικό στο φεουδαρχικό σύστημα. Οι ρήξεις ανάμεσα στο βυζαντινό και στο φραγκικό - λατινικό κόσμο που κορυφώνονται με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204 βρίσκουν το μεν Βυζάντιο σε μια διαδικασία ολοκλήρωσης του φεουδαρχικού συστήματος, τη δε Δύση σε μια διαδικασία γένεσης πρώιμων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, στις ιταλικές πόλεις του Βορρά. Ωστόσο, η κατοχή μεγάλων τμημάτων του ελλαδικού χώρου από τους Δυτικούς δε συνοδεύεται και από τη μεταφύτευση των νέων αυτών σχέσεων παραγωγής. Βεβαίως, πρέπει να σημειώσουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του κατακτημένου χώρου αποδίδεται στους Φράγκους ηγεμόνες, των οποίων τα κρατίδια βιώνουν ακόμα σε καθεστώς αμιγούς φεουδαρχίας. Ομως, τα κομβικά, από οικονομικής πλευράς, σημεία του (λιμάνια, νησιά, σημεία ελέγχου των εμπορικών δρόμων) περνούν στον έλεγχο των πραγματικών κατακτητών της Κωνσταντινούπολης, των Βενετών. Συνολικά, η φραγκική κατάκτηση λειτουργεί σε μια κατεύθυνση παραπέρα εδραίωσης του φεουδαρχικού συστήματος, με την εφαρμογή των «Ασσιζών της Ρωμανίας» (του δυτικού δηλαδή φεουδαρχικού κώδικα, προσαρμοσμένου στο βυζαντινό χώρο), πράγμα το οποίο έχει δύο επιπτώσεις: μία στη βάση (όπου ανακόπτεται η όποια πορεία ανάπτυξης στοιχείων πρώιμου αστισμού) και μία στο εποικοδόμημα: ο ήδη διάχυτος αντιλατινισμός και αντιδυτικισμός του λαϊκού στοιχείου τονώνεται όλο και περισσότερο, ενδεδυμένος κυρίως το ένδυμα του αντικαθολικισμού.

Η διαδικασία κατάκτησης του βυζαντινού χώρου ολοκληρώνεται το 1453. Αυτή τη φορά, ο κατακτητής έρχεται από την Ανατολή. Εάν δούμε το γεωγραφικό σχήμα της κατάκτησης κατά το 16ο αιώνα, οπότε εμφανίζεται και πιο ολοκληρωμένο, μπορούμε να το περιγράψουμε ως εξής: ο κορμός της Ελλάδας ανήκει εξ ολοκλήρου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, εκτός από ορισμένες παράλιες πόλεις που παίζουν αρκετά σημαντικό ρόλο στο εμπόριο (π.χ. Μεθώνη και Κορώνη στην Πελοπόννησο). Ο νησιωτικός κόσμος της Ελλάδας όμως είναι λατινικός: οι Κυκλάδες ανήκουν σε Βενετούς άρχοντες, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου στους Γενουάτες, η Κέρκυρα στη Βενετία από το 1387, τα υπόλοιπα Ιόνια νησιά στους Τόκκους και στους Ανδεγαυούς, μέχρι την οριστική κατάληψή τους από τους Βενετούς. Την εποχή για την οποία μιλάμε, η Κρήτη είναι εδώ και τρεις αιώνες (και θα παραμείνει για έναν ακόμη) βενετική.

ριζοσπάστης

Ο Διαφωτισμός και η γέννηση του ελληνικού έθνους-κράτους








Συνεχίζω την ιστορική μου αναδρομή, αναφερόμενη στο 18ο αιώνα. Ο αιώνας αυτός είναι καθοριστικός από πολλές απόψεις: Στον οθωμανοκρατούμενο ελλαδικό χώρο (κάποτε και έξω από αυτόν αλλά σε συνάρτηση με αυτόν) συντελείται η διαμόρφωση της αστικής τάξης των Ελλήνων, κυρίως μέσα από την ένταση και την επέκταση των εμπορικών και ναυτιλιακών δραστηριοτήτων, αλλά και την ανάπτυξη της βιοτεχνίας σε ορισμένα αστικά κέντρα (Γιάννενα, Αμπελάκια). Οι Ελληνες έμποροι ελέγχουν τόσο τους χερσαίους όσο και τους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους και, στην πραγματικότητα, διεξάγουν το εμπόριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Κεντρική και με τη Δυτική Ευρώπη. Το εξαγωγικό εμπόριο είναι κυρίως εμπόριο αγροτικών προϊόντων. Τα κύρια βιοτεχνικά προϊόντα που εξάγονται είναι τα βαμβακερά νήματα, που προορίζονται κυρίως για τις γερμανικές αγορές, τα οποία όμως αποτελούν πολύ μικρό ποσοστό των εξαγωγών. Αυτό το γεγονός όμως δε σημαίνει και ελλειμματική ανάπτυξη της οικοτεχνίας ή της βιοτεχνίας: Φαίνεται ότι άλλοι παράγοντες, κυρίως η χαμηλή τιμή, καθιστούν περισσότερο ελκυστικά στις ευρωπαϊκές αγορές τα αντίστοιχα προϊόντα της Αιγύπτου ή της Αμερικής. Αντίθετα, το εισαγωγικό εμπόριο αφορά κυρίως βιομηχανικά προϊόντα, από τη Γαλλία, την Αγγλία, τις ιταλικές πόλεις, τη Γερμανία, τη Ρωσία, την Πολωνία. Ενα μέρος από τα προϊόντα αυτά προορίζεται για την εσωτερική κατανάλωση, ενώ ένα άλλο επανεξάγεται προς τη Δυτική Ευρώπη. Επίσης, ένα τμήμα των εισαγωγών αποτελείται από χρηματαποστολές, με τις οποίες ικανοποιούνται εν μέρει οι ανάγκες της αυτοκρατορίας σε ρευστό χρήμα.



Πάντως, το πρώτο ελληνικό κεφάλαιο που αποκτά βαρύνουσα οικονομική σημασία είναι οπωσδήποτε το ναυτιλιακό, για τους λόγους που αναφέραμε προηγουμένως. Παραθέτω ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία: Το 1764, ο εμπορικός στόλος της πόλης του Μεσολογγίου αριθμούσε 75 πλοία, από τα οποία τα 57 είχαν μάλιστα ναυπηγηθεί σε ελληνικούς ταρσανάδες. Σύμφωνα με τον Pouqueville, στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 19ου αιώνα, τα πλοία «ελληνικών» συμφερόντων ανέρχονταν σε 615, συνολικής χωρητικότητας 153.590 τόνων, ενώ τα πληρώματα αποτελούνταν από 37.526 άτομα. Η ναυτιλία, λοιπόν, κλάδος κατ' εξοχήν βιομηχανικός (και που, εξάλλου, προϋποθέτει και την ανάπτυξη άλλων, βιομηχανικού χαρακτήρα κλάδων, όπως της ναυπηγικής), η οποία ευνοήθηκε από ένα πλέγμα διεθνών και εσωτερικών οικονομικών και πολιτικών συγκυριών, αποτέλεσε το βασικό κύτταρο των ελληνικών αστικών δραστηριοτήτων.

Αυτή η δραστήρια αστική τάξη ασφυκτιά στο οθωμανικό οικονομικό - κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο, διεκδικεί τη δημιουργία ενιαίας αγοράς και διατυπώνει την εθνική ιδέα και τα αιτήματα που απορρέουν από αυτήν. Σε αυτή της την προσπάθεια έχει φυσικό σύμμαχο τη μικρή και μεσαία αγροτιά, που πλήττεται βαρύτατα από την άγρια φορολογία των Οθωμανών. Ιδεολογικά, η αστική τάξη του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα αναζητά μια ιστορική συνέχεια που θα αποτελέσει τη βάση για τα εθνικά της αιτήματα. Αυτή τη βάση τη βρίσκει στην αρχαιότητα, εγκαταλείποντας την ιδέα της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που, ωστόσο, παραμένει ζωντανή στη συνείδηση του κλήρου. Μια ενδιαφέρουσα μάλιστα πλευρά αυτού του ζητήματος είναι το ότι μερίδα του ανώτατου κλήρου έβλεπε πιθανή μια μετεξέλιξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ελληνική, χωρίς επανάσταση, αλλά με τη διάβρωσή της από το ελληνικό στοιχείο, που είχε ισχυρά ερείσματα στην οικονομία και τη διοίκηση.

Η κύρια όμως τάση ανάμεσα στους αστούς είναι η στροφή προς τη «δύση». Σε παλαιότερες εποχές, κατά την περίοδο της ακμής της Βενετίας, μια αντίστοιχη στροφή προς τη Δύση σήμαινε την ελπίδα ότι η Βενετία θα μπορούσε να αποτελέσει το «αντίπαλο δέος» για τους Οθωμανούς. Ωστόσο, είναι χαρακτηριστικά λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες, στη διάρκεια των τουρκοβενετικών πολέμων, οι ελληνικοί πληθυσμοί στάθηκαν στο πλευρό των Βενετών εναντίον των Τούρκων.

Αργότερα, η ελπίδα για την απελευθέρωση του «Γένους» ανατέθηκε σε μια «ανατολική» δύναμη, με ειδική σχέση με το βυζαντινό κόσμο, του οποίου εξάλλου παρουσιάζεται και ως διάδοχος: τη Ρωσία. Γι' αυτή τη χώρα, θα πρέπει να παραθέσουμε μερικά συμπληρωματικά στοιχεία: η Ρωσία είναι η χώρα η οποία αξιοποιεί, σε πολιτικό επίπεδο, την «κληρονομιά» της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και είναι η μόνη αξιόλογη δύναμη η οποία δε συναινεί στο δόγμα της διατήρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κάνουμε εδώ ακόμη μία παρέκβαση: η παροχή εμπορικών προνομίων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία προς τις καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες χώρες της Δύσης - ιδιαίτερα τη Γαλλία - οι γνωστές «διομολογήσεις - είναι βασικός παράγων ανάμεσα σε εκείνους που θα καθορίσουν τη στάση των ίδιων αυτών δυνάμεων απέναντί της, όταν ξεκινά η διαδικασία δημιουργίας εθνών-κρατών στα εδάφη της. Εν πολλοίς, οι δυνάμεις που είχαν τέτοιου είδους συμφέροντα στην αυτοκρατορία, δεν επιδίωκαν τη διάλυσή της. Ανάμεσα όμως σε αυτές δε συγκαταλέγεται η Ρωσία. Η στάση της, λοιπόν, έχει, μεταξύ άλλων, αποτέλεσμα και τη σύναψη δύο συμφωνιών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία: τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774, και τη Συνθήκη του Αϊναλί Καβάκ το 1779. Με αυτές τις δύο συνθήκες, η Ρωσία αναλαμβάνει επισήμως την «προστασία» των μη μουσουλμανικών εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ ιδιαιτέρως η πρώτη από αυτές αποτελεί έναν από τους παράγοντες εκείνους που οδήγησαν στη ραγδαία ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας κατά το τέλος του 18ου αιώνα, αφού επέτρεπε στα ελληνικά πλοία να μεταφέρουν ρωσικό σιτάρι με ρωσική σημαία.

Το 18ο αιώνα, πάντως, η ώριμη πια αστική τάξη ζητά, κατά βάση, την απελευθέρωση του έθνους με τις δικές του δυνάμεις. Αν στρέφεται για βοήθεια σε μια εξωτερική δύναμη, αυτή δεν είναι άλλη από τη Γαλλία του τέλους του αιώνα, μια Γαλλία που είναι εκείνη την εποχή, στα μάτια των λαών, η «μάνα της επανάστασης». Εξάλλου, σε μια κοσμοθεωρία που αναπτύχθηκε κυρίως στη Γαλλία εδράζεται και το ιδεολογικό υπόβαθρο της ελληνικής επανάστασης: στο γαλλικό διαφωτισμό, ο οποίος ενσωματώνει στα κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα αιτήματα της ανερχόμενης αστικής τάξης το στοιχείο της συγκρότησης κράτους για εκείνους τους λαούς που τελούν υπό ξενική κυριαρχία και ολοκληρώνουν την εθνική τους διαμόρφωση.

Ο ελληνικός διαφωτισμός, από την άποψη αυτή, είναι ένα «δυτικό» ρεύμα. Ωστόσο, όπως ανέφερα και προηγουμένως, τίποτε δεν εμφυτεύεται σε ένα χώρο από τα πάνω. Στην ελληνική περίπτωση, ο διαφωτισμός βρίσκει την πιο ολοκληρωμένη του ίσως έκφραση στο κήρυγμα του Ρήγα, ο οποίος τον αναπτύσσει, εισάγοντας ένα επιπλέον στοιχείο, χαρακτηριστικό για το βασικό χώρο δράσης της ελληνικής αστικής τάξης: πρόκειται για το στοιχείο της παμβαλκανικής εξέγερσης και της συγκρότησης μιας παμβαλκανικής ομοσπονδίας, στην οποία ωστόσο κυρίαρχη θέση θα είχε το ελληνικό έθνος. Αν και ασύνειδα, ο Ρήγας διατύπωσε τη μεγάλη αλήθεια του καιρού του: οι Ελληνες αστοί, καθώς αποτελούσαν ένα είδος «διαβαλκανικής αστικής τάξης», σύμφωνα με τη διατύπωση του καθηγητή Σβορώνου, ήταν και ο λαός εκείνος της χερσονήσου που θα μπορούσε να καθοδηγήσει μια τελεσφόρα εξέγερση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χωρίς να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι και άλλα βαλκανικά έθνη βρίσκονται σε διαδικασία διαμόρφωσης συνείδησης, όπως για παράδειγμα το σερβικό.

Αν το εθνικό στοιχείο ήταν το προφανές χαρακτηριστικό της συνείδησης της αστικής τάξης του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού, στο βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η εθνική διαφοροποίηση δεν υφίσταται, ως έντονη τουλάχιστον αίσθηση ούτε μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα και την αποχώρηση της Βενετίας από το Ιόνιο. Εκείνο όμως που υφίσταται πολύ πιο έντονα είναι το - συνηθέστατα ακατέργαστο - μίσος του «πόπολου» για τους «αρχόντους». Το μίσος αυτό εκφράζεται πολύ πιο συνειδητά από την πλευρά των αστών (και όχι των χωρικών που ζουν, ως επί το πλείστον, σε άθλια κατάσταση και η πρόσβασή τους στην παιδεία είναι ανύπαρκτη). Οι αστοί, αντίθετα, έχουν το εμπόριο στα χέρια τους και αρκετές δυνατότητες να μορφωθούν και να έρθουν σε επαφή με τα λεγόμενα «γαλλικά γράμματα». Πριν από την άφιξη των δημοκρατικών Γάλλων στα Ιόνια και τη θριαμβική τους υποδοχή από τους κατοίκους τους, υπάρχουν αρχειακά κείμενα που πιστοποιούν την ύπαρξη μιας ορισμένης συνωμοτικής δραστηριότητας των αστών, ιδιαίτερα στη Ζάκυνθο, που είχε αρκετά ανησυχήσει τις βενετικές αρχές, καθώς τη συνεδύασαν με την άφιξη στα νησιά του νέου προξένου της - επαναστατικής - Γαλλίας Σαν Σοβέρ. Ούτως ή άλλως, πάντως, τα Ιόνια Νησιά ακολούθησαν διαφορετικές ιστορικές περιπέτειες μέχρι την οριστική τους ένταξη στο ελληνικό κράτος, το 1864 και οι αλλεπάλληλες κατοχές τους από «δυτικές» κυρίως δυνάμεις (πέρα από το σύντομο διάλειμμα της Ιονίου Πολιτείας του 1801, που τελούσε υπό ρωσική και οθωμανική «προστασία») αποτύπωσαν στην πολιτισμική φυσιογνωμία του χώρου (μαζί με τη μακραίωνη βενετική κυριαρχία) πολλές συμπεριφορές γραφικές και ακατανόητες για τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο (αλλά αναμφισβήτητα χαριτωμένες).

ριζοσπάστης

Η Ορθοδοξία, το Βυζάντιο και η Δύση


ο Τηλέμαχος Λουγγής, πρόεδρος του ΚΜΕ, βυζαντινολόγος και διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών





Θα ήταν, πιστεύω, χρήσιμο για το αντικείμενο που μας απασχολεί να αρχίσω από μια θεμελιακή διευκρίνιση: Δεν πρόκειται εδώ για το θέμα της θρησκείας, δηλαδή της πίστης, αλλά με την υπόσταση και την ιστορική πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η πίστη, όπως λέει ο απόστολος Παύλος1, είναι πεποίθηση γι' αυτά που ελπίζουμε ότι θα συμβούν και ταυτόχρονα, βεβαίωση γι' αυτά που δεν μπορούμε να δούμε. Αντίθετα, ο κλήρος γενικά και, στην περίπτωσή μας, ο ορθόδοξος κλήρος, ιδιαίτερα ο επισκοπικός, αποτελεί τμήμα της άρχουσας τάξης, ενώ ο αρχικός σχηματισμός του συνδέεται με τον καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στους ανθρώπους στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες2 . Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατάγεται από μια προκαπιταλιστική κοινωνία, το Βυζάντιο, ανδρώθηκε στο Βυζάντιο και στο Βυζάντιο επίσης επιτέλεσε μια συγκεκριμένη εποχή, το 13ο /14οαιώνα, τον όποιο προοδευτικό της ρόλο3 . Είναι χαρακτηριστικό το ότι, στα μέρη όπου κυριάρχησε η Ορθόδοξη Εκκλησία, δηλαδή. στην Ανατολική Ευρώπη, εκεί η αστική τάξη αναπτύχθηκε καθυστερημένα, ανάμεσα σε τεράστιες αντινομίες και εκεί ακριβώς όπου κυριαρχούσε η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έγινε ποτέ μεγάλη αστική επανάσταση κατά το υπόδειγμα της Δύσης, το 17ο, το 18ο και το 19ο αιώνα.


Επισκοπικός και ενοριακός κλήρος


Από την εποχή του Ε. Renan4 είναι γνωστό το ότι το ρωμαϊκό κράτος και η χριστιανική Εκκλησία συμφιλιώθηκαν επί Κωνσταντίνου Α΄ (306-337) διά μέσου των επισκόπων, που ήδη ήταν πανίσχυροι μέσα στην Εκκλησία5 . Αυτή η απόλυτη εξουσία των επισκόπων ανάμεσα στους χριστιανούς (σύμφωνα με την έκφραση του Jones) συμβαδίζει με την αλματώδη αύξηση της περιουσίας της Εκκλησίας.Σε κάθε πόλη, σε κάθε επαρχία της αυτοκρατορίας, οι επίσκοποι έχουν μιαν αληθινά δεσπόζουσα παρουσία6αλλά και περιουσία και στη Νεαρά αρ. 7, που δημοσίευσε ο Ιουστινιανός το 535, διαβάζουμε ότι η Εκκλησία έχει στην κατοχή της πάμπολλα ακίνητα, αγρούς, γεωργούς και ανδράποδα αγροικικά (δούλους)7, δηλαδή οι δούλοι όχι μόνο δεν καταργήθηκαν με την επικράτηση του χριστιανισμού, αλλά πέρασαν σχεδόν αμέσως και στην ιδιοκτησία της Εκκλησίας, όπου επιτελούν υπηρετικές εργασίες.

Την εποχή του Ιουστινιανού, που είναι εποχή παρακμής και πτώσης της αρχαίας παραγωγής που στηριζόταν στην εργασία των δούλων, τα εργαστήρια βιοτεχνίας όπου τώρα εργάζονται ελεύθεροι περνούν επίσης όλο και περισσότερο στην ιδιοκτησία της Εκκλησίας8 . Η περιουσία της Εκκλησίας έχει ήδη κηρυχτεί αναπαλλοτρίωτη από ένα νόμο του αυτοκράτορα Λέοντα Α΄ (457-474) το 4709 και θωρακίζεται ακόμα περισσότερο από τον Ιουστινιανό με ένα νόμο του 530, όπου διαβάζουμε: Μηδεμίαν του λοιπού γίνεσθαι εκκλησιαστικών πραγμάτων έκδοσιν10 . Αντίθετα από τον επισκοπικό, ο απλός ενοριακός κλήρος αποτελούσε πάντα, σύμφωνα με τη διατύπωση του Ενγκελς, το πληβειακό τμήμα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας και, κατά κανόνα, δε συμμετείχε στα πλούτη της11 . Γι' αυτό και ο ενοριακός κλήρος παντού και πάντα βρισκόταν πολύ πιο κοντά στο λαό από ό,τι ο επισκοπικός κλήρος, που ανήκε πάντα στην άρχουσα τάξη.

Η ηγεσία της Εκκλησίας στην ανώτατη κοινωνική βαθμίδα

Ηδη, λοιπόν, από την πρώιμη βυζαντινή εποχή, ξεκαθαρίζεται απόλυτα η ταξική διάρθρωση και διαίρεση της κοινωνίας ως προς τον ηγετικό ρόλο της Εκκλησίας: Στην ύπαιθρο και στις πόλεις δεσπόζει ο θεοφιλέστατος επίσκοπος και, μετά από αυτόν, οι εν τη χώρα πρωτεύοντες12 ή κατά τη διατύπωση ενός άλλου νόμου, ακόμα σαφέστερη, οι εν τοις κτήτορσι πρωτεύοντες13 , δηλαδή οι πρώτοι ανάμεσα στους μεγαλογαιοκτήμονες. Επιπλέον, στο θεοφιλέστατο επίσκοπο κάθε περιοχής πρέπει να απευθύνονται όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη που ανήκουν (εν οιαδήποτε τάξει του βίου) λέει, με τη γνωστή του νομική τυπικότητα ο Ιουστινιάνειος Κώδικας14 , και έτσι έχουμε μια πανηγυρική αναγνώριση της ταξικής δομής της κοινωνίας από τις πηγές, κάτι που οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι και ιστορικοί αρνούνταν κατηγορηματικά να παραδεχτούν μέχρι πριν από σχετικά λίγα χρόνια.

Σε αντίθεση, λοιπόν, με την αρχαία κοινωνία, όπου κυρίαρχη παραγωγική δύναμη είναι οι δούλοι και κυρίαρχη ταξική αντίθεση είναι εκείνη ανάμεσα στους δούλους και τους ελεύθερους πολίτες, η μεσαιωνική κοινωνία, όπου η δουλοκτησία παύει να είναι κυρίαρχη παραγωγική δύναμη χωρίς και να καταργείται εντελώς, διακρίνει διαφορετικές κοινωνικές τάξεις ανάμεσα στους ελεύθερους ανθρώπους (μόνο τυπικά ελεύθεροι οι περισσότεροι) και τοποθετεί την ηγεσία της Εκκλησίας στην ανώτατη κοινωνική βαθμίδα, όπου είναι υποχρεωμένοι να ανατρέχουν όλοι οι άνθρωποι ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκουν. Δεν είναι καθόλου περίεργο, μετά από αυτά, το ότι οι κλασικοί του μαρξισμού θεωρούσαν ότι η εκκλησιαστική ιδιοκτησία αποτελούσε το προπύργιο των παραδοσιακών, δηλαδή μεσαιωνικών, σχέσεων γαιοκτησίας και ότι η πτώση της περιουσίας της Εκκλησίας σημαίνει και πτώση των μεσαιωνικών σχέσεων γαιοκτησίας15. Συμπερασματικά, αποκαλούσαν τον κλήρο φορέα μεσαιωνικής ιδεολογίας16 .

Περιουσία τεραστίων διαστάσεων

Από τον 4ο έως τον 7ο αιώνα, η εκκλησιαστική περιουσία παίρνει τεράστιες διαστάσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή17 . Σύμφωνα με τον ειδωλολάτρη ιστορικό Ζώσιμο, οι μοναχοί από πολύ νωρίς το πολύ μέρος της γης ωκειώσαντο προφάσει του μεταδιδόναι πάντα πτωχοίς, πάντας, ως ειπείν, πτωχούς καταστήσαντες18 . Ιδιαίτερα η μοναστηριακή περιουσία περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό κολόνων καθώς και αρκετούς δούλους19 . Αυτή είναι η κατάσταση, όταν τον 7ο αιώνα, ωριμάζει η κρίση της πρωτοβυζαντινής κοινωνίας σε συνδυασμό με τους τεράστιους εξωτερικούς κινδύνους. Το κράτος βρίσκεται σχεδόν συνεχώς μπροστά σε χρεοκοπία και αναγκάζεται να ζητήσει απεγνωσμένα την οικονομική βοήθεια της Εκκλησίας.

Το 612, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος θα κατάσχει χρήματα και θα επιτάξει πολύτιμα (χρυσά και ασημένια) σκεύη της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης για να μπορέσει να κόψει νόμισμα. Για το περιστατικό αυτό οι πηγές λένε ότι ο Ηράκλειος πήρε χρήματα εν δανείω20 , αλλά, καθώς οι εχθροί επιτίθενται από παντού, το δάνειο δε θα αποπληρωθεί και η Εκκλησία θα γίνει πιο προσεκτική στο μέλλον. Οταν, δυο χρόνια αργότερα, οι Πέρσες θα φτάσουν μπροστά στην Αλεξάνδρεια, ο διοικητής Αιγύπτου πατρίκιος και αυγουστάλιος Νικήτας απευθύνεται για χρήματα στον πατριάρχη Ιωάννη επειδή το κράτος βρίσκεται σε άθλια οικονομική κατάσταση, αλλά ο πάμπλουτος πατριάρχης, γνωστός και ως Ιωάννης ο Ελεήμων (613-619), αρνείται να δώσει στον επίγειο καίσαρα αυτά που, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, ανήκουν στο θεό!21 Ετσι, ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Σωφρόνιος θα παραδώσει στους Αραβες τα Ιεροσόλυμα το 638, έτσι ο πατριάρχης Κύρος θα παραδώσει την Αλεξάνδρεια στους Αραβες το 642.

Οταν ο ισχυρός κοσμικός προστάτης της Εκκλησίας εξασθενεί, όπως συμβαίνει με το βυζαντινό κράτος τον 7ο αιώνα, τότε η Εκκλησία δεν έχει το παραμικρό πρόβλημα να τον αλλάξει με έναν άλλο ισχυρό προστάτη και είναι πασίγνωστα τα σημαντικά προνόμια που απένειμαν οι Αραβες στις εκκλησίες των νεοκατακτημένων περιοχών.

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Ποιος ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος;



Καθ' οδόν: Με τον Κώστα...



Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν ούτε μεγάλος στρατηγός. Αν και νίκησε τους αντιπάλους του δεν έδειξε ιδιαίτερα στρατιωτικά προσόντα. Οι πιο πολλές νίκες του οφείλονται στο φανατισμό των στρατιωτών του, στην επιδεξιότητα των αρχηγών τους και στην καλύτερη τεχνική οργάνωσή τους («Η μεταστροφή του Κωνσταντίνου» του Ρούμπενς)
Ο Κωνσταντίνος (< λατ. Constantinus < επίθ. constans) είναι ο σταθερός, επίμονος, πεισματάρης, ταυτόχρονα δε και διαρκής - όχι εφήμερος. Το χαρακτηρισμό «Κονστάνς» τον έδιναν στους αυτοκράτορες, κατά τους χρόνους που ο αυτοκρατορικός θρόνος της Ρώμης ήταν εξαιρετικά ασταθής, αφού οι πραιτοριανοί έφταναν μέχρι του σημείου να πουλούν το θρόνο σε δημοπρασία, όπως ακριβώς συνέβη με τον Δίδιο Ιουλιανό.



Πρώτος ο Ευτρόπιος έδωσε στο παιδί του, μελλοντικό αυτοκράτορα, το όνομα Κωνστάντιους (επίρρημα ανάλογο με το «διαρκώς - συνεχώς»). Εμεινε γνωστός ως Κωνστάντιος Χλωρός χάρη στους βυζαντινούς ιστορικούς που εξελλήνισαν το όνομα και έδωσαν και το προσωνύμιο «Χλωρός», δηλαδή «Ο Χλωμός», λόγω του χλομού του προσώπου. Ο Κωνστάντιος Χλωρός, το παιδί του (από την παλλακίδα Ελένη) το ονόμασε Κωνσταντίνον (δηλαδή μικρούλη, πεισματάρη). Αργότερα, ο «μικρούλης» Κωνσταντίνος αναδείχθηκε Μέγας και συνέχισε την πατρική παράδοση, δίνοντας στα παιδιά του τα ονόματα: «Κωνσταντίνος - Κωνστάντιος και Κώνστανς, που εκφράζουν όλα μαζί τη διάρκεια, τη σταθερότητα και την πίστη. Εκτοτε αυτό το όνομα έφεραν 13 αυτοκράτορες του Βυζαντίου.
Πώς ο «μικρούλης, πεισματάρης» έγινε Μέγας





...Ηταν καιροσκόπος και κολάκευε τους χριστιανούς για να αποφύγει τη διάλυση της αυτοκρατορίας. Το θεόπεμπτο όραμα δεν υπήρξε ποτέ. Το ΧΡ με τη λατινική του γραφή χρησιμοποιούνταν από τους Εθνικούς στις ευχές που λέγονταν στους αυτοκράτορες. Το σύμπλεγμα αυτό σήμαινε να ζήσει πολλά χρόνια ο αυτοκράτορας, ενώ οι χριστιανοί πίστευαν πως ήταν τα αρχικά γράμματα του Χριστού (Το όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Λεπτομέρεια από τοιχογραφία του Ραφαήλ στο Βατικανό)
Στο ενεργητικό των στρατιωτικών του ανδραγαθιών οΚωνσταντίνος έχει νικηφόρους πολέμους και λεηλασίες. Για την κατάκτηση της μονοκρατορίας προκαλεί πολύνεκρους εμφύλιους πολέμους και εξοντώνει τους νόμιμους κληρονόμους του στέμματος. Ο φόβος της κοινωνικής αναταραχής εξαιτίας της παιδοκτονίας και της συζυγοκτονίας τον ανάγκασε να καταφύγει στα θρησκευτικά ιερατεία για άφεση αμαρτιών. Ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Σώπατρος, στον οποίο οΚωνσταντίνος κατέφυγε ζητώντας συμβουλές, του απάντησε: κανένας καθαρμός δεν είναι αρκετός για τέτοια ανομήματα. Το ίδιο του απάντησαν και οι ειδωλολάτρες ιερείς: Δεν υπάρχει τρόπος καθαρμού για τέτοια δυσσεβήματα. Εξοργισμένος ο Κωνσταντίνοςδιέταξε την εκτέλεση του Σώπατρου με την κατηγορία ότι με τις μαγικές του παρεμβάσεις σταμάτησε τους νοτιάδες και εμπόδισε τα αιγυπτιακά σιτοκάραβα να φτάσουν στην πρωτεύουσα. Οι χριστιανοί ιερείς προθυμοποιήθηκαν να δώσουν άφεση αμαρτιών αν βαπτιστεί: «... και βαπτίσματι υπέσχοντο πάσης αυτόν αμαρτίας καθαίρειν».


Η μεταστροφή του...


Η χριστιανική παράδοση παρουσιάζει τον Κωνσταντίνοως κρυπτοχριστιανό και λέει ότι παραμονή της μάχης έξω από τη Ρώμη έγινε η μεταστροφή του, με αφορμή ένα (υποτιθέμενο) θεόπεμπτο όραμα (διαδεδομένο τέχνασμα για τη διάδοση των θρησκειών): Παραμονή μάχης είδε ένα σταυρό σχηματιζόμενο από τα γράμματα Χ και Ρ που πλαισιωνόταν από την επιγραφή «(Εν) τούτω νίκα». Η απάντηση των ιστορικών είναι ότι η μεταστροφή του είναι ψέμα. Για πολιτικούς λόγους έδειχνε συμπάθεια στους χριστιανούς.





...Ούτε και άγιος. Οχι μόνο δεν έγινε ποτέ χριστιανός, αλλά ότι έκανε το έκανε για το θεαθήναι και για δημοκοπία. Ηταν ιδιαίτερα αιμοβόρος και σκληρός. Δεν το είχε σε τίποτα να σκοτώσει και να κρεμάσει τον κάθε αντίπαλό του ακόμη και για ασήμαντο λόγο. Σκότωσε με βάρβαρο τρόπο τη γυναίκα του Φαύστα και το γιο του Κρίσπο, από φόβο μην τυχόν τον καούν ποτέ αυτοκράτορα οι Ρωμαίοι (H αγία Ελένη ζητά από τον άγιο Κωνσταντίνο τη θανάτωση της Φαύστας)
Οι χριστιανοί είναι μειοψηφία μέσα στην αυτοκρατορία. Ειδικά στην ύπαιθρο ήταν πάρα πολύ λίγοι και μόνο στις πόλεις η νέα θρησκεία είχε οπαδούς. Είχαν όμως γερή οργάνωση και πίστευαν στην ιδεολογία τους με φανατισμό που τους έκανε να μη λογαριάζουν τα βασανιστήρια, τα άγρια θηρία, τη φωτιά, την κρεμάλα και τον αποκεφαλισμό. Το θάρρος, ο φανατισμός και η πίστη τους προκάλεσαν το θαυμασμό ακόμα και των αντιπάλων τους. Οσοι ήταν δειλοί και λιποψύχησαν βγήκαν από την οργάνωση. Είναι λίγοι, οργανωμένοι, ξέρουν τι θέλουν και πιστεύουν στις ιδέες τους. Ο ένας από αυτούς άξιζε για εκατό άλλους ανοργάνωτους. ΟΚωνσταντίνος κατάλαβε ότι είχαν δυνατότητα που δεν μπορούσε να μη τη λογαριάσει.



Οσα σχετικά αναφέρονται από την Εκκλησία για το όραμα του Κωνσταντίνου και τη διαταγή στους στρατιώτες του να χαράξουν στις ασπίδες τους το Χ(χριστό) Ι(ησούς) δεν στέκουν. Ο Κωνσταντίνος μέχρι το τέλος της ζωής του λάτρευε τον Ηλιο. Ούτε ήταν δυνατό να χαράξει στις ασπίδες των λεγεώνων του το μονόγραμμα του Χριστού, γιατί δεν ήταν όλοι οι στρατιώτες του χριστιανοί. Αν έδινε τέτοια εντολή οι μη χριστιανοί θα στασίαζαν. Επειτα, θα έπρεπε πρώτα ο ίδιος να δώσει το παράδειγμα και να δηλώσει πως είναι χριστιανός και πως ο Ηλιος και οι άλλοι θεοί δεν είναι αληθινοί.

Δεν είδε κανένα όραμα ούτε ήταν ανόητος ώστε την παραμονή της μάχης που κρινόταν η τύχη του να διακινδύνευε τη διάλυση του στρατού του (το μονόγραμμα αυτό ήταν αρχικά διαδεδομένο και στους χριστιανούς και στους παγανιστές). Μιλώντας γενικά και αόριστα για το θεό αντλούσε πολιτικά οφέλη από τους οπαδούς και των δύο θρησκειών. Είναι ο πρώτος αυτοκράτορας που εκμεταλλεύεται το χριστιανισμό και τη διάδοσή του προκειμένου να κερδίσει τις κατώτερες τάξεις που του πρόσφεραν και τους στρατιώτες.

Τους πρώτους αιώνες οι χριστιανοί είχαν ταχτεί κατά των πολέμων και της στράτευσης και απέκρουαν τις αυτοκρατορικές αξιώσεις για στράτευση. Ο ρωμαϊκός στρατός ήταν μισθοφορικός και απαρτιζόταν από φτωχούς και τους κοινωνικά απόκληρους. Κατατάσσονταν στις λεγεώνες για να εξασφαλίσουν πόρους ζωής και όχι γιατί ήθελαν να γίνουν στρατιώτες. Μετά το 235 (περίοδος εμφυλίων, στρατιωτικής αναρχίας και σιτοδείας) οι φτωχοί χριστιανοί κατατάσσονται μαζικά στο στρατό. Οι αρχιερείς των χριστιανών που πριν απαγόρευαν την κατάταξη, τώρα προπαγανδίζουν την ιδέα οι χριστιανοί να γίνουν στρατιώτες. Ηθελαν να πάρουν τα κλειδιά της αυτοκρατορίας και για να το πετύχουν αυτό έπρεπε να καταταγούν στο στρατό.

Οταν ο Κωνσταντίνος έγινε κυρίαρχος της Δύσης έβαλε στόχο την επικράτηση στην Ανατολή όπου οι χριστιανοί ήταν και πολλοί και μαχητικοί. Επρεπε να τους πάρει μαζί του. Δε βγήκε ποτέ να διακηρύξει ότι είναι χριστιανός. Πρώτον, γιατί δεν ήταν και, δεύτερον, θα προκαλούσε στάσεις και επαναστάσεις, γιατί και πολλοί από τις λεγεώνες του ήταν Εθνικοί και η πλειοψηφία της αριστοκρατίας και της πλουτοκρατίας λάτρευαν άλλους θεούς.

Ο μονοκράτορας

Επί μονοκρατορίας του το εκκλησιαστικό ιερατείο, εξαγορασμένο από τη γενναιοδωρία του, νομιμοποιεί τη βία και γίνεται σύμμαχος και εταίρος στη νομή της εξουσίας. Εκμεταλλεύεται την επιρροή των χριστιανών στις μάζες. Με τη βοήθεια και τη φιλανθρωπία, που ασκούσαν οι χριστιανοί, μπορούσαν να επηρεάσουν το λαό. Η διδασκαλία για τη μεταθανάτια ζωή, την ανάσταση και την εγκαθίδρυση της βασιλείας των χριστιανών ήταν ελκυστική και τραβούσε μάζες στην Εκκλησία. Επιπλέον, ζητούσε από τους πιστούς πλήρη υποταγή και αναγνώριση του δόγματος. Στους «αντιπροσώπους» του θεού πλέον κυριαρχεί ο χρυσός και το ιερατείο συναγωνίζεται σε μεγαλοπρέπεια και χλιδή το παλάτι. Ο Κωνσταντίνος είναι αυτός που αποφασίζει πλέον για κάθε δραστηριότητα των χριστιανών, ενώ ταυτόχρονα καταφεύγει στα μαντεία, μεταφέρει και οικοδομεί στη νέα πρωτεύουσα ναούς και μνημεία της αρχαίας λατρείας και παραμένει αρχιερέας της. Ετσι και οι δύο θρησκείες γίνονται τα στηρίγματα της απολυταρχικής εξουσίας του. Οταν πέθανε οΚωνσταντίνος , οι Εθνικοί του έστησαν ανδριάντα με τη μορφή του Απόλλωνα - Ηλιου, η ρωμαϊκή Σύγκλητος τον θεοποίησε και η χριστιανική Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και ισαπόστολο γιατί σταμάτησε τους διωγμούς και προστάτευσε το χριστιανισμό.

Το χτίσιμο της Πόλης
Το 324 ήταν μονοκράτορας. Το 326 είδε ένα όνειρο και κάποια φωνή του έλεγε να χτίσει μια πόλη και να την αφιερώσει στη Θεοτόκο. Μη γνωρίζοντας πού να χτίσει αυτή την πόλη κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Ομως τα υλικά που είχε συγκεντρώσει για να χτίσει εκεί την πόλη του ...ονείρου του, τα άρπαξαν αετοί και τα πήγαν στο Βυζάντιο. Κατάλαβε τότε ότι επρόκειτο για θαύμα και μήνυμα και άρχισε να χτίζει τη νέα πόλη στο Βυζάντιο. Η πόλη αυτή ονομάστηκε Νέα Ρώμη ή Κωνσταντινούπολη (εγκαινιάστηκε ως νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στις 11 Μάη του 330). Η πόλη και τα κτίρια μιμούνται σε μεγάλο βαθμό την παλιά πρωτεύουσα Ρώμη. Για να χτιστεί χρειάστηκαν είκοσι χρόνια. Από τότε οι δύο αετοί έγιναν το λάβαρο όσων ονειρεύονταν την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Οι μεγάλες δαπάνες εξαγοράς και επίδειξης μεγαλείου και οικοδόμησης της νέας πρωτεύουσας καλύπτονται με τη φορολόγηση του λαού. Ο «Χρυσάργυρος», ο εξοντωτικός φόρος σε χρυσό και ασήμι, φέρνει σε απόγνωση τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Η αδυναμία καταβολής αντιμετωπιζόταν με βασανιστήρια και φυσική εξόντωση. Οι γονείς αναγκάζονται να πωλούν τα παιδιά τους και να εκπορνεύουν τις κόρες τους. Οι αγρότες πλήρωναν φόρο για τα βόδια τους, τα μουλάρια, τους σκύλους... επιβλήθηκε φόρος οικοδομής, ο αερικός και ο καπνικός, κεφαλικός φόρος. Ακόμη και τα αφοδεύματα και τα ούρα φορολογήθηκαν.

Η διάδοση του ονόματος

Το όνομα Κωνσταντίνος είναι καθαρά χριστιανικό, δεν έχει ειδωλολατρικές καταβολές και το έφεραν 13 αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Το γεγονός αυτό, συνδυασμένο με τον εντέχνως καλλιεργούμενο μύθο για το «μαρμαρωμένο βασιλιά» ΚωνσταντίνοΠαλαιολόγο, συντέλεσε ώστε το όνομα να γίνει ένα από τα πλέον δημοφιλή. Τρίτο σε συχνότητα εμφάνισης (πίσω από τον Γιώργο και τον Γιάννη) με 3.286 εμφανίσεις σε δείγμα 42.945 ανδρικών ονομάτων (7,65%). Από το Κωνσταντίνος προέκυψαν και τα γυναικεία ονόματα Κωνσταντίνα (341 εμφανίσεις σε δείγμα 24.415 γυναικείων ονομάτων - ποσοστό 1,40%), Κωνσταντία (46 εμφανίσεις), Κωνστάντζα (1),Κωνσταντινιά (5), Κωνσταντούλα (5), Κωστούλα (5), Κωστία (1) και το Κωνστάντω.




Ηρακλής ΚΑΚΑΒΑΝΗΣ


YΓ: Για την Ελένη εδώ


rizospastis