Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Για τη φύση του χρήματος-B' Μέρος (1800-1945)

 via aristeroblog


Γιώργος Π. Τριανταφυλλόπουλος
Μια και το χρήμα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο μιας μεγάλης συζήτησης και αφού καθορίζει, καθώς λένε, τη ζωή μας η κατανόηση του τι είναι χρήμα πρέπει να βρεθεί στο επίκεντρο επίσης του ενδιαφέροντος. Το τι είναι χρήμα δεν ήταν πάντα το ίδιο στην ιστορία και σήμερα είναι μια έννοια μάλλον αρκετά μπλεγμένη. Το σίγουρο είναι ως τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1980 και μετά πολλά άλλαξαν στον τρόπο με τον οποίο ορίζουμε το χρήμα.
Όλη η ιστορία του χρήματος και των μεταβολών στην ουσία του συνδέονται άρρηκτα με τις μεταβολές στον ίδιο τον καπιταλισμό. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι πως το χρήμα του σήμερα είναι μια έννοια, αλλά και μια ουσία, που ανταποκρίνεται στον καπιταλισμό της χρηματοπιστωτικής φάσης, στον καπιταλισμό του παρασιτισμού. Υπό την έννοια επομένως αυτή η ιστορία και οι μεταβολές του καπιταλισμού αντανακλώνται και στην ιστορία του χρήματος.
Στο πλαίσιο της κατανόησης του καπιταλισμού, της ιστορικής διαδρομής του αλλά, και κυρίως, για την  κατανόηση της σημερινής φάσης του είπα να γράψω κάποια αρθράκια για το χρήμα. Μπορεί για κάποιους να είναι λίγο βαρετά αλλά μέσα από αυτά μπορούμε να διακρίνουμε προς τα πού πάει ο καπιταλισμός κι μαζί του κι εμείς. Το πρώτο άρθρο είναι στο:  http://eparistera.blogspot.com/2011/12/blog-post_28.html
Η αρχή του δέκατου ένατου αιώνα βρήκε τη Βρετανία σε πόλεμο και την Τράπεζα της Αγγλίας να έχει αναστείλει το δικαίωμα εξαγοράς των τραπεζογραμματίων και τη μετατροπή τους σε χρυσό. Αποτέλεσμα αυτής της κίνησης ήταν
να εξαφανιστούν τα μικρά μεταλλικά νομίσματα τα οποία αποθησαυρίζονταν.
Η τράπεζα τότε, για να διευκολύνει τις συναλλαγές τύπωσε χαρτονομίσματα μικρής αξίας, της μιας και των δύο λιρών. Από το 1802 η συναλλαγματική ισοτιμία της στερλίνας με το φράγκο και το μάρκο γνώρισε γρήγορη πτώση  και μεγάλες ποσότητες χρυσού κατευθύνθηκαν έξω από τη Βρετανία. Καθώς οι τιμές πολλών αγαθών, αλλά και του χρυσού, αυξάνονταν στην Βρετανία των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα μια μεγάλη συζήτηση άρχισε γύρω από τη φύση του χρήματος.Μια συζήτηση διεξήχθη στο βρετανικό κοινοβούλιο για να διερευνήσει και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε.
Το μεγάλο ερώτημα ήταν αν είχαν υποτιμηθεί τα τραπεζογραμμάτια της Τράπεζας της Αγγλίας ή αν είχε ανέβει η τιμή του χρυσού. Εκτός από τα μέλη της βουλής των Κοινοτήτων στη συζήτηση πήρε μέρος και ο Ricardo. Η συζήτηση δεν κατέληξε πουθενά και η συζήτηση συνεχίζεται μέχρι σήμερα μια και «Τότε, όπως και σήμερα, ήταν ακαθόριστο το τι έκανε έναν άνθρωπο νομισματικό εμπειρογνώμονα» όπως ισχυρίζεται ο Galbraith (Galbraith Το χρήμα σ 42). Η μετατρεψιμότητα επανήλθε στην Βρετανία το 1821, μετά τη λήξη του πολέμου, και τα τραπεζογραμμάτια μπορούσαν ελεύθερα να μετατρέπονται σε χρυσό στην παλιά τιμή ανταλλαγής.
Σε αρκετές περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα, παρουσιάστηκαν περιπτώσεις μαζικής απαίτησης μετατροπής των τραπεζογραμματίων σε χρυσό. Στην Βρετανία τέτοιες ισχυρές πιέσεις μετατρεψιμότητας εκδηλώθηκαν στις κρίσεις του 1825, του 1833 με την πιο θεαματική αυτή του 1890 όταν κινδύνευσε με κατάρρευση ο τραπεζικός οίκος των Baring λόγω του ότι βρέθηκε να κατέχει 21 εκατομμύρια αφερέγγυες ομολογίες της Αργεντινής. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις η κρίση αντιμετωπιζόταν με άνοδο του επιτοκίου από την κεντρική Τράπεζα. 
Το 1844 ψηφίστηκε στη Βρετανία ο Νόμος περί Τραπεζών. «Ο νόμος αυτός υπήρξε η πρώτη προσπάθεια καπιταλιστικού κράτους να προβεί σε συστηματική ρύθμιση της προσφοράς του χρήματος για να επιτύχει μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα» γράφουν οι Λαπαβίτσας και Itoh (Λαπαβίτσας-Itoh σ 25). Στην ψήφιση του νόμου αποφασιστική ήταν η συμβολή της λεγόμενης Σχολής της Κυκλοφορίας-απογόνου της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος του Ricardo- και πρόγονος των σημερινών μονεταριστικών απόψεων. Πριν την ψήφιση του νόμου η Τράπεζα της Αγγλίας εφάρμοσε τον λεγόμενο «κανόνα του Palmer» σύμφωνα με τον οποίο η Τράπεζα έπρεπε να κατέχει τίτλους που θα ισοδυναμούσαν με τα δύο τρίτα του παθητικού της και τα αποθέματα σε χρυσό να αποτελούν το υπόλοιπο του ενεργητικού της. Ο «κανόνα του Palmer» ήταν ένας εμπειρικός κανόνας ο οποίος ουσιαστικά επέβαλε τα αποθέματα σε χρυσό της Τράπεζας να είναι περίπου ίσα με το ένα τρίτο των τραπεζογραμματίων της που βρίσκονταν σε κυκλοφορία.
Ο Νόμος περί Τραπεζών του 1844, που αποτέλεσε και τον καταστατικό χάρτη της Τράπεζες της Αγγλίας, χώρισε την τράπεζα σε δύο τμήματα. Το Εκδοτικό και το Τραπεζικό. Το ενεργητικό του εκδοτικού τμήματος κατείχε το μεγαλύτερο μέρος των αποθεμάτων σε χρυσό και άργυρο-ο τελευταίος δεν έπρεπε να είναι περισσότερος από το ένα τέταρτο του συνολικού ποσού- και το παθητικό το μεγαλύτερο μέρος των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων. Η ποσότητα των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων βρισκόταν επομένως, σε κάθε στιγμή, σε ευθεία αναλογία με τα αποθέματα χρυσού που κατείχε η Τράπεζα. Το ενεργητικό του Τραπεζικού τμήματος κατείχε κυρίως τις προεξοφλημένες συναλλαγματικές και τίτλους του δημοσίου. Το τμήμα αυτό μπορούσε να προσθέσει άλλες 14 εκατομμύρια λίρες στο παθητικό του ασφαλισμένο από κρατικούς τίτλους.
Ο νόμος του 1844 παραχωρούσε στην Τράπεζα της Αγγλίας μονοπώλιο στην έκδοση τραπεζογραμματίων σε όλη τη χώρα θέτοντας ποσοτικά όρια, που μειώνονταν με το χρόνο, στο εκδοτικό δικαίωμα των υπόλοιπων τραπεζών. Ο Νόμος περί Τραπεζών στηρίχθηκε στη θεωρητική προσέγγιση του νομίσματος και του ρόλου του από τη Σχολή της Κυκλοφορίας, του ιδεολογικού προκατόχου του μονεταρισμού. Κατά την κρίση του 1847 ο Νόμος ανεστάλη, κάτω από τη νομισματική πίεση που δημιούργησε η κρίση. Το θεωρητικό υπόβαθρό του έδειξε από την αρχή τη λαθεμένη έδρασή του καθώς, σε κάθε κρίση που ακολούθησε ο Νόμος αναστελλόταν. Ο όγκος του χρυσού που βρισκόταν σε κυκλοφορία στη Βρετανία το 1856 ανέρχονταν, σε αξία,  στα 75 εκατομμύρια λίρες ενώ το 1895 υπολογίζεται στα 92,5 εκατομμύρια λίρες η αξία του κυκλοφορούντος χρυσού, εκ των οποίων τα 30 εκατομμύρια βρίσκονταν πιθανά στα χέρια τραπεζιτών, ενώ ο όγκος όλων των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων  από 39 εκατομμύρια λίρες έφτασε μόλις τα 40 εκατομμύρια. (Λαπαβίτσας Itoh σ 330).
  Το 1800 η καχυποψία των Γάλλων απέναντι στις τράπεζες, μετά την κατάρρευση του συστήματος του Low, υποχώρησε και ιδρύθηκε η Κεντρική Τράπεζα της Γαλλίας. Αμέσως σχεδόν μετά την πολιτική ενοποίηση της Γερμανίας η κεντρική Τράπεζα της Πρωσίας έγινε η Κεντρική Τράπεζα του Ράϊχ το 1875. Ανάμεσα στα σημαντικά νομίσματα καθιερώθηκε μια σταθερή σχέση ανταλλαγής ενώ μέσα στην κάθε χώρα τα τραπεζογραμμάτια ήσαν ελεύθερα μετατρεπτά σε χρυσό. Οι κεντρικές τράπεζες ήσαν αυτές που καθόριζαν την τακτική και προστάτευαν τη μετατροπή των τραπεζογραμματίων σε χρυσό.
  Αν και ο χρυσός εξακολουθούσε να είναι σπάνιος η όλο και μεγαλύτερες ποσότητες χρυσού που ανακαλύπτονταν, στην Αμερική, στην Αυστραλία και στην Αφρική δημιουργούσαν ανησυχία σε αρκετούς για τη σταθερότητα της αξίας των τραπεζογραμματίων και των νομισμάτων. Φυσικά οι διακυμάνσεις στην αξία του νομίσματος είχε σημαντικές αλλά και διαφορετικές επιπτώσεις στις διάφορες τάξεις. Όπως επισημαίνει ο Ricardo: «Μπορεί να διατυπωθεί σαν μια αρχή με παγκόσμια εφαρμογή ότι κάθε άνθρωπος βλάπτεται ή ωφελείται από τη διακύμανση της αξίας του κυκλοφορούντος μέσου, σε αναλογία με το πόσο η περιουσία του αποτελείται από χρήματα, ή από το πόσο οι σταθερές χρηματικές του υποχρεώσεις υπερβαίνουν τις σταθερές απαιτήσεις που μπορεί να έχει αυτός από άλλους». (Ricardo. Pamphlets and Papers, 1809-1811. σ 136).
Ενώ στην Ευρώπη συνέβαιναν όσα έχουμε περιγράψει, στις αμερικάνικες αποικίες τα πράγματα ήσαν λίγο διαφορετικά. Από τη Νέα Αγγλία ως τη Βιρτζίνια, στα πρώτα χρόνια του αποικισμού, σαν μικρά νομίσματα χρησιμοποιήθηκαν όστρακα, τα οποία ήδη χρησιμοποιούσαν σα νομίσματα οι ιθαγενείς πληθυσμοί. Το 1641 τα όστρακα έγιναν επίσημο χρήμα στη Μασαχουσέτη αλλά καθώς πλησίαζε ο δέκατος όγδοος αιώνας η χρήση τους περιοριζόταν όλο και περισσότερο. Στη Βιρτζίνια, από την αρχή σχεδόν του αποικισμού, ο καπνός χρησιμοποιήθηκε σαν χρήμα και από το 1642 έγινε το επίσημο νόμισμα της αποικίας και το ίδιο έγινε στο Μέρυλαντ και στην Καρολίνα. Ένα χρήμα παράξενο, αφού μπορούσε να καλλιεργηθεί και γι αυτό, το 1666, οι παραπάνω αποικίες επέβαλαν περιορισμούς στην καλλιέργεια καπνού.
Μια και η «παραχάραξη» ήταν εύκολη, με τη χρήση κακής ποιότητας καπνού ώστε να αυξηθεί η παραγωγή, δημιουργήθηκαν δημόσιες αποθήκες στις οποίες παραδινόταν ο καπνός, ζυγιζόταν,  κατατασσόταν σε κατηγορίες και εκδίδονταν πιστοποιητικά που αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένη ποσότητα καπνού, αντί να κυκλοφορεί ο ίδιος ο καπνός. Τα πιστοποιητικά αυτά έγιναν το νόμιμο χρήμα στη Βιρτζίνια το 1727 και κυκλοφορούσαν ως το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα. Πέρα από τα όστρακα και τον καπνό διάφορα άλλα αγαθά χρησιμοποιήθηκαν σαν χρήμα στις διάφορες αποικίες και σε διάφορες χρονικές περιόδους. Το ρύζι, τα βόδια, το στάρι, το ουίσκι και διάφορα άλλα χρησιμοποιήθηκαν σαν νομίσματα. Πέρα όμως από τα παραπάνω στην Αμερική πιστώνεται και η πρώτη χρήση χαρτονομισμάτων.
Τα χαρτονομίσματα διαφοροποιούνται από τα τραπεζογραμμάτια μόνο στο ότι ο εκδότης δεν είναι μια τράπεζα αλλά το ίδιο το κράτος. Αντί μια κυβέρνηση να δόση τις ομολογίες της στην τράπεζα και να χρησιμοποιήσει κατόπιν τα τραπεζογραμμάτιά της για τις πληρωμές της εκδίδει απευθείας το ίδιο το χαρτονόμισμα χωρίς τη διαμεσολάβηση τράπεζας. Κατά τα άλλα διατηρούν τα χαρακτηριστικά των τραπεζογραμματίων όντας κι αυτά υποσχέσεις πληρωμής με την άμεση ανταλλαξιμότητά τους με χρυσό. Τα πρώτα μάλιστα χαρτονομίσματα είχαν κι ένα παραπάνω πλεονέκτημα με το να προσφέρουν κι ένα μικρό τόκο όταν θα επιστρέφονταν για εξαγορά. Ενισχύθηκαν επίσης με την υποχρέωση των πιστωτών να αποδέχονται υποχρεωτικά για την εξόφλησή τους χαρτονομίσματα.
Η πρώτη έκδοση χαρτονομισμάτων έγινε το 1690 από την αποικία του Κόλπου της Μασαχουσέτης για να πληρωθούν οι στρατιώτες μιας επίθεσης κατά του Κεμπέκ αφού δεν υπήρχε χρυσός για την πληρωμή τους και τα λάφυρα, που τους είχε υποσχεθεί ο αρχηγός, δεν ήρθαν αφού το Κεμπέκ δεν έπεσε. Παρ’ όλη την άσχημη αυτή αρχή τα χαρτονομίσματα συνέχισαν να εκδίδονται σε όλο και μεγαλύτερους αριθμούς μιας και με αυτά πληρώνονταν και οι φόροι. Κατά τη διάρκεια του δέκατου όγδοου αιώνα και άλλες αποικίες άρχισαν να εκδίδουν χαρτονομίσματα. Η Νέα Αγγλία, η Νότια Καρολίνα, το Ρόουντ Άϊλαντ, η Πενσυλβάνια το 1723 και κατόπιν η Νέα Υόρκη, το Νιου Τζέρσεϋ, το Ντελαγουέρ και το Μέρυλαντ.
Οι περισσότερες από τις αποικίες έκαναν μια συνετή χρήση της έκδοσης χαρτονομισμάτων αν και υπήρξαν και περιπτώσεις αντίθετες όπως αυτές της Νότιας Καρολίνας και του Ρόουντ Άϊλαντ. Η πλέον επιτυχημένη έκδοση χαρτονομισμάτων ήταν αυτή της Πενσυλβάνια και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι εκεί δραστηριοποιούνταν ο Φραγκλίνος, ένθερμος υποστηρικτής των χαρτονομισμάτων, ο οποίος , το 1729 δημοσίευσε το «μία σύντομη έρευνα πάνω στη φύση και την αναγκαιότητα των χαρτονομισμάτων». Το 1751 η Βρετανία απαγόρεψε την έκδοση χαρτονομισμάτων από τις αποικίες, αρχικά  στη Νέα Αγγλία και μετά δεκατρία χρόνια σε όλες τις αποικίες.
 Η έκδοση χαρτονομισμάτων επαναλήφθηκε αμέσως μετά το ξέσπασμα της αμερικανικής επανάστασης. Ούτως ή άλλως δεν υπήρχαν και άλλες λύσεις για τη χρηματοδότησή της. Η φορολογία, η οποία μπορούσε να αποτελέσει την εναλλακτική πρόταση, ήταν σχεδόν αδύνατη όχι μόνο λόγω της παραδοσιακής αντιπάθειας των Αμερικανών προς αυτή αλλά και για λόγους πρακτικούς. Πριν και από την συγκέντρωση του Πρώτου Ηπειρωτικού Κογκρέσου ορισμένες αποικίες άρχισαν πάλι την έκδοση χαρτονομισμάτων για να ανταποκριθούν στις πολεμικές δαπάνες. Η Αμερικάνικη επανάσταση χρηματοδοτήθηκε από τα χαρτονομίσματα. Το Αμερικάνικο Σύνταγμα έδωσε το δικαίωμα νομισματοκοπίας μόνο στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση απαγορεύοντας ταυτόχρονα σε όλους την τύπωση χαρτονομισμάτων.
Το εγχείρημα όμως επαναλήφθηκε το 1812-1814 πάλι κάτω από την πίεση των πολεμικών αναγκών και πάλι κατόπιν κατά τη διάρκεια του αμερικάνικου εμφυλίου. Η μη ψήφιση του καταστατικού της Κεντρικής Τράπεζας το 1810 είχε σαν αποτέλεσμα την παύση κάθε ελέγχου στην έκδοση χαρτονομίσματος από τις υπόλοιπες τράπεζες. Η έκδοση χαρτονομισμάτων από 45 εκατομμύρια δολάρια το 1812 έφτασε τα 100 εκατομμύρια το 1817. «Άλλες εταιρείες και έμποροι εκδίδαν νόμισμα. Ακόμα και οι κουρείς και οι μπάρμαν συναγωνίζονταν την τράπεζα σ΄ αυτό το σημείο… σχεδόν κάθε πολίτης θεωρούσε πως ήταν συνταγματικό του δικαίωμα να εκδίδει χαρτονομίσματα» ( αναφέρεται από το Galbraith Το χρήμα σ 83). 
 Στον πίνακα 2 βλέπουμε τις κατά κεφαλή καταθέσεις στις ΗΠΑ και το κατά κεφαλή νόμισμα σε κυκλοφορία από το 1840 ως το 1910. Μπορούμε να παρατηρήσουμε τη ραγδαία άνοδο των καταθέσεων από το 1870 και μετά και την ομαλή αύξηση του κυκλοφορούντος νομίσματος.
ΠΙΝΑΚΑΣ 2
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗ ΝΟΜΙΣΜΑ ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ
1840
7,01
10,88
1850
6,28
11,99
1860
9,84
13,82
1870
19,42
19,42
1880
44,20
19,37
1890
72,57
22,66
1900
117,24
27,35
1910
194,20
34,07
ΠΗΓΗ: ΝΙΕΜΙ THE US ECONOMY σ 199
Η εμπειρία όμως αυτή δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο της Αμερικής. Την ίδια τακτική ακολούθησε και η Γαλλία κατά τη δική της επανάσταση. Ίδιες ανάγκες οδηγούν επομένως σε παρόμοιες λύσεις. Μια και ο χρυσός και ο άργυρος ήταν ιδιοκτησία των πλούσιων και μπορούσε να κρυφτεί ή να εξαχθεί οι Γάλλοι συνέδεσαν το χαρτονόμισμα που κυκλοφόρησαν, το ασσιανιάτο (assignats),  με τη γη η οποία δε έφευγε από τη θέση της. Στη διάθεση της επανάστασης δε βρισκόταν ούτε πολύτιμα μέταλλα, ούτε δάνεια, ούτε φόροι μια και οι φόροι ήσαν ένας από τους στόχους της Τρίτης Τάξης και είχαν κηρυχτεί παράνομοι από την Εθνοσυνέλευση τον Ιούνιο του 1789.
 Η εκκλησιαστική γη ήταν αρχικά μόνο στη διάθεσή της και αυτή, πολύ έξυπνα, χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση γραμματίων τα οποία θα εξαργυρώνονταν με γη. Το Δεκέμβρη του 1789 η εθνοσυνέλευση προχώρησε στην έκδοση 400 εκατομμυρίων γαλλικών λιρών, των ασσινιάτων, τα οποία υποτίθεται πως θα εξαγοράζονταν μέσα σε πέντε χρόνια με τα έσοδα από την πώληση ίσης αξίας γης της εκκλησίας και του στέμματος. Τα ασσινιάτα ήταν έντοκα, με επιτόκιο 5%, και πράγματι μπορούσε κάποιος να τα ανταλλάξει με γη. Η επόμενη έκδοση ασσινιάτων, το καλοκαίρι του 1790, ο τόκος εγκαταλείφθηκε. Η αξία των ασσινιάτων παρέμεινε αρχικά σταθερή αλλά από το 1793 η αξία τους είχε αρχίσει να μειώνεται αφενός λόγω της όλο και μεγαλύτερης κυκλοφορίας τους από τις Γαλλικές αρχές αλλά και λόγω του ιδιότυπου πολέμου της Αγγλίας που έδωσε την άδεια στους εξόριστους Γάλλους να τυπώνουν ασσινιάτα και να τα εξάγουν στη Γαλλία. Η υπονόμευση και η μείωση της αξίας των ασσινιάτων, αλλά και η εκπλήρωση του ρόλου τους, οδήγησαν το Διευθυντήριο, το 1979, πάλι στον κανόνα του χρυσού και του αργύρου.
 Ξαναγυρίζοντας για λίγο στις ΗΠΑ μπορούμε να πούμε πως σε όλο, σχεδόν, τον δέκατο ένατο αιώνα επικρατούσε μια νομισματική και τραπεζική αναρχία η οποία και επιτάθηκε κατά τη διάρκεια του αμερικάνικού εμφυλίου. Τράπεζες ιδρύονταν και τύπωναν τα δικά τους τραπεζογραμμάτια χορηγώντας και τα δικά τους δάνεια. «Εντούτοις, την εποχή που φτάσαμε στον εμφύλιο πόλεμο, το αμερικάνικο νομισματικό σύστημα ήταν, χωρίς ανάλογό του, το πιο μπερδεμένο στη μακριά ιστορία του εμπορίου και της συνδεμένης με αυτό απληστίας. Τα νομίσματα που έφταναν στο Άμστερνταμ πριν από το 1609, ήταν σε σύγκριση, η απλότητα προσωποποιημένη. Γύρω στα 7.000 διαφορετικά τραπεζογραμμάτια βρίσκονταν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σε κυκλοφορία, τυπωμένα από περίπου 1.600 διαφορετικές ή μη ανύπαρκτες πια πολιτειακές τράπεζες» γράφει ο Galbraith (Το χρήμα σ 97). Κι αυτό χωρίς να υπολογίσουμε γύρω στις 5.000 πλαστές εκδόσεις.
Το χάος αυτό δεν εμπόδισε την οικονομική και παραγωγική ανάπτυξη των ΗΠΑ η οποία αυτή την περίοδο απογειωνόταν. Το 1863 ψηφίστηκε ο νόμος εθνικών τραπεζών ο οποίος καθιέρωσε ένα νέο σύστημα για τις εθνικές τράπεζες με το οποίο ορίστηκε πως μπορούσαν να εκδίδουν τραπεζογραμμάτια στο 90% της αξίας των ομοσπονδιακών ομολογιών που θα αγόραζε η εκδότρια τράπεζα και θα κατέθετε στο κεντρικό θησαυροφυλάκιο. Η έκδοση επομένως τραπεζογραμματίων συνδέθηκε με το κυβερνητικό χρέος. Μετά το 1837 το νόμισμα των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν το χρυσό κυρίως νόμισμα. Πριν από τον εμφύλιο πόλεμο το νόμισμα που επικρατούσε ήταν το αργυρό και χρυσό κέρμα και όλο και περισσότερο το χρυσό. Τα μόνα χάρτινα νομίσματα που κυκλοφορούσαν ήσαν τα γραμμάτια διαφόρων τραπεζών. 
 Καθώς το 1861 άρχισε ο αμερικάνικος εμφύλιος πόλεμος οι ανάγκες της κυβέρνησης για χρήμα γίνονταν όλο και μεγαλύτερες. Το οικονομικό έτος 1861 τα έξοδα της κυβέρνησης των ΗΠΑ ήταν 67 εκατομμύρια και το επόμενο έτος ανέβηκε στα 475 εκατομμύρια. Το 1865 έφτασαν τα 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια ποσό ρεκόρ που το ξαναέφτασαν μόνο το 1917. Τα έσοδα το 1862 ανήλθαν στα 52 εκατομμύρια και το έλλειμμα αυτού του έτους ανήλθε στα 423 εκατομμύρια. Αν και τα έσοδα το 1865 ανήλθαν στα 334 εκατομμύρια δολάρια το έλλειμμα πλησίασε το ένα δισεκατομμύριο. Ο μόνος τρόπος να καλυφθεί το έλλειμμα ήταν η έκδοση χαρτονομισμάτων και ο δανεισμός.
 Από το 1862 άρχισε η έκδοση τραπεζογραμματίων, τα οποία ήσαν νόμιμο χρήμα, και λόγω του χρώματός τους ονομάστηκαν γκρήνμπανκς. Ο αριθμός των γκρήνμπανκς που εκδίδονταν αυξανόταν συνεχώς καθώς οι ανάγκες της κυβέρνησης αυξάνονταν κατακόρυφα. Παρότι η απόσυρση των γκρήνμπανκς άρχισε το 1866 η διαδικασία σταμάτησε το 1868 και από το 1871 άρχισε η επανέκδοση των γκρήνμπανκς. Το 1867 οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες είχαν αποφασίσει να κάνουν το χρυσό ως το μόνο απόθεμα για τα νομίσματά τους καθώς και το μέσο για τις μεταξύ τους πληρωμές. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησαν και οι ΗΠΑ και το ασημένιο δολάριο σταμάτησε να κυκλοφορεί.  
 Μέσα από τις παραπάνω ιστορικές διεργασίες είχε γεννηθεί το χαρτονόμισμα, απλά κομμάτια τυπωμένο χαρτί, τα οποία μπορούσαν, στο μέλλον συνήθως, να αντικατασταθούν με κάτι με το οποίο ουδέποτε ανταλλάχτηκαν μια και το ρόλο των πληρωμών που είχαν αναλάβει τον έπαιζαν αρκετά καλά.
 Κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα η κυριαρχία της Βρετανίας στη βιομηχανική παραγωγή, στο εμπόριο και στις ξένες επενδύσεις είχαν σαν αποτέλεσμα την κυριαρχία της στερλίνας στο παγκόσμιο νομισματικό σύστημα. όπως το διατυπώνει ο Jones:   «Οι τεράστιες επενδύσεις της Βρετανίας στο εξωτερικό έδωσαν μεγάλη ώθηση στη ζήτηση στερλίνας, η οποία εδραιώθηκε ως το σημαντικότερο διεθνές νόμισμα και χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα για τη χρηματοδότηση όχι μόνο του βρετανικού εξωτερικού εμπορίου, αλλά και για τη χρηματοδότηση του μεγαλύτερου μέρους του εμπορίου του υπόλοιπου κόσμου» (Geoffrey Jones σ  82).
 Το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου είχε σαν αποτέλεσμα οι εμπλεκόμενες χώρες-Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία και Αυστρία-να εγκαταλείψουν τον κανόνα του χρυσού. Καθώς ένα μεγάλο μέρος των αμερικανικών χρεογράφων βρισκόταν στα χέρια των Βρετανών-ίσως πάνω από έξι δισεκατομμύρια δολάρια-έντονη ήταν ην ανησυχία στις ΗΠΑ για εξαργύρωση αυτών των ομολόγων πράγμα που με τη σειρά του θα οδηγούσε σε εξαφάνιση των, όχι και μεγάλων, αποθεμάτων χρυσού των ΗΠΑ. Το νέο Ομοσπονδιακό Τραπεζικό Σύστημα είχε μόνο 203 εκατομμύρια σε χρυσό στα θησαυροφυλάκιά του.
Οι φόβοι της αδυναμίας εξαργύρωσης των χρεογράφων οδήγησαν σε μαζική ρευστοποίησή τους αλλά μετά από λίγο χρόνο έγινε αντιληπτό πως οι ΗΠΑ, μακριά από τον πόλεμο, ήσαν η ασφαλέστερη χώρα. Η διαδικασία αντιστράφηκε και μεγάλες ποσότητες χρυσού άρχισαν να εισρέουν στις ΗΠΑ. Παράλληλα η πολεμική προσπάθεια έδωσε τεράστια ώθηση στη ζήτηση αγαθών από τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα σταριού και πολεμικού υλικού. Στο τέλος του 1917 οι ΗΠΑ είχαν στην κατοχή τους 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε χρυσό έναντι 1,5 που είχαν το 1914. Το 1918 τα αποθέματα χρυσού των ΗΠΑ έφτασαν τα 2,9 δισεκατομμύρια δολάρια για να εκτιναχτούν στα 4,2 δισεκατομμύρια στο τέλος του 1926. Το αποτέλεσμα της παραπάνω διαδικασίας ήταν να μειωθούν σε μεγάλο βαθμό τα αποθέματα σε χρυσό των Κεντρικών Τραπεζών της Γαλλίας και της Ρωσίας και φυσικά να είναι αδύνατη η ανταλλαξιμότητα των χαρτονομισμάτων με χρυσό. Αν στις παραπάνω χώρες ο κανόνας του χρυσού υπονομεύτηκε από την απουσία χρυσού, στις ΗΠΑ αυτό έγινε για τον αντίθετο λόγο. Από την πληθώρα χρυσού. Η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο, το 1917, σηματοδότηση την έξοδο και της χώρας αυτής από τον κανόνα του χρυσού.
 Κατά τους Λαπαβίτσα και Itoh «Ο βαθμιαίος εξοβελισμός του εμπορευματικού χρήματος από τις διεθνείς πληρωμές μεταξύ καπιταλιστικών χωρών κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα έχει μεταβάλει σε σημαντικό βαθμό τις λειτουργίες της κεντρικής τράπεζας και των τραπεζογραμματίων της. Η έναρξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου σηματοδότησε την εδραίωση του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους στην καπιταλιστική οικονομία η οποία εκφράστηκε και με την απόφαση του περιορισμού του ρόλου του χρυσού στις εγχώριες και τις διεθνείς συναλλαγές» (Λαπαβίτσα, Itoh σ 222).     
Μία από της κληρονομιές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου ήταν η νομισματική αστάθεια των νομισμάτων πολλών χωρών. Η αποδέσμευση των νομισμάτων από τον κανόνα του χρυσού ή η τεχνική σταθερότητα που επιβλήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, εγκαταλείφτηκε μετά τον πόλεμο και τα περισσότερα ευρωπαϊκά νομίσματα ήσαν πολύ κάτω από τις προπολεμικές ισοτιμίες τους με το δολάριο. Οι ΗΠΑ υιοθέτησαν τον κανόνα του χρυσού το 1919 ενώ και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούσαν να επανέλθουν στον κανόνα του χρυσού αν και αυτό αποδείχθηκε δύσκολο σε αρκετές περιπτώσεις. Έτσι μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ο κανόνας του χρυσού εγκαταλείφθηκε ουσιαστικά παντού. Κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του έπαιξε έναν ουσιώδη ρόλο στην ενοποίηση των οικονομιών, κυρίως των αναπτυγμένων οικονομικά χωρών, καθορίζοντας έναν σχετικά σταθερό κανόνα στις μεταξύ τους οικονομικές και εμπορικές δοσοληψίες. 
 Η κατάσταση μετά τον πόλεμο είχε διαμορφωθεί ως εξής: «Στο ένα άκρο βρισκόταν μια επίλεκτη ομάδα χωρών που είχαν κατορθώσει να ανακτήσουν τις προπολεμικές ισοτιμίες τους: οι χώρες αυτές ήσαν η Βρετανία, η Ελβετία, η Ολλανδία, η Δανία, η Σουηδία και η Νορβηγία. …Στο άλλο άκρο βρίσκονταν πέντε χώρες-η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Πολωνία η Γερμανία και η Ρωσία-οι οποίες αναγκάστηκαν να εισαγάγουν νέες νομισματικές μονάδες, επειδή τα βίαια πλήγματα του πληθωρισμού καταβαράθρωσαν τα  νομίσματά τους. Οι υπόλοιπες χώρες σταθεροποιήθηκαν ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα, με ισοτιμίες των εθνικών τους νομισμάτων πολύ χαμηλότερες από τις προπολεμικές, όπως, παραδείγματος χάριν, η Γαλλία, με αξία του νομίσματός της στο 20% της προηγούμενης αξίας του σε δολάρια, το Βέλγιο (στο 14,3%), η Ιταλία (στο 25%), η Ρουμανία (στο 3,7%) η Βουλγαρία (στο 3,7%), η Γιουγκοσλαβία (στο 9,1%), η Τσεχοσλοβακία (στο 14,3%), η Φιλανδία (στο 12,5%).» (Aldcroft σ 83).
 Στη Γαλλία το φράγκο, καθώς ο πληθωρισμός στη Γαλλία ανέβαινε και ο δανεισμός περιοριζόταν, άρχισε να καταρρέει από το 1922. Μετά τον πόλεμο το φράγκο ήταν γύρω στα 5,45 το δολάριο. Στο τέλος του 1922 ήταν 13,84 φράγκα το δολάριο και στο τέλος του 1923 19,02. Το 1926 με μια σειρά κυβερνητικών παρεμβάσεων η υποτίμηση του φράγκου σταμάτησε και η τιμή του σταθεροποιήθηκε μαζί με τη σταθεροποίηση και των τιμών. Καθώς η Γαλλία ήταν μια, από τις λίγες χώρες, στην οποία σημειώθηκε μεγάλη εισροή χρυσού ξαναγύρισε στον κανόνα χρυσού το 1928. Η μετάβαση όμως δεν ήταν ουσιαστική καθώς μόνο οι πολύ πλούσιοι μπορούσαν να μετατρέψουν τα φράγκα σε χρυσό καθώς το ελάχιστο απαιτούμενο ποσό για τη μετατροπή ήταν 215.000 φράγκα. (τα στοιχεία από Galbraith Το χρήμα σ 155-172).
 Η νομισματική σταθεροποίηση στις χώρες της Ευρώπης ήταν μια μακρόχρονη διαδικασία και η νομισματική μεταρρύθμιση έγινε, σε κάποιες χώρες λίγο πριν τη νομισματική κατάρρευση. Στη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ιταλία, αν και ο πληθωρισμός κυμαινόταν σε μέτρια επίπεδα, τα μέτρα για τη νομισματική μεταρρύθμιση προχώρησαν με αργούς ρυθμούς με τη Γαλλία να την ολοκληρώνει το 1928 συνοδευόμενη από αύξηση της φορολογίας και μείωση των κρατικών δαπανών, ενώ στην Ιταλία, ο Μουσολίνι, με μια δέσμη αυστηρών αντιπληθωριστικών μέτρων στήριξε τη λιρέτα σε μια υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία.
Στη Γερμανία ένας πρωτόγνωρος πληθωρισμός, από το τέλος του 1923, ανάγκασε τη γερμανική κυβέρνηση να λάβει μια σειρά μέτρων για τη σταθεροποίηση του νομίσματος. Τα κυριότερα από αυτά ήσαν. το σταμάτημα της χρηματοδότησης της παθητικής αντίστασης στο Ρουρ, η σύνδεση των φόρων με το χρυσό και η εισαγωγή ενός νέου νομίσματος, του Rentenmark, που αντικαθιστούσε το παλιό. Η έκδοση του νέου νομίσματος ήταν αυστηρά περιορισμένη και στηριζόταν σε ένα διεθνές δάνειο που με τη σειρά του διασφαλιζόταν από πραγματικά περιουσιακά στοιχεία. Το Rentenmark ακολούθησε δηλαδή το δρόμο που είχαν ανοίξει τα ασσινιάτα. Με μια διαφορά. Κανείς δε μπορούσε να ανταλλάξει Rentenmark με γη ή άλλα περιουσιακά στοιχεία του γερμανικού κράτους. Το νομισματικό ιδεώδες κατέστη κυρίαρχο στην οικονομική σκέψη αρκετών κυβερνήσεων και οικονομολόγων και κυριάρχησε η θέση για κάποια υποτιθέμενη κυριαρχία του νομισματικού συστήματος επί της οικονομίας.
 Ως το τέλος της δεκαετίας του 1920 όλες οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν σταθεροποιήσει τα νομίσματά τους και είχαν τιθασεύσει τον μεγάλο πληθωρισμό έχοντας υιοθετήσει κάποια εκδοχή του κανόνα του χρυσού, αν και τα χρυσά νομίσματα έπαψαν να κυκλοφορούν σε όλες σχεδόν τις χώρες. Μια και τα αποθέματα χρυσού πολλών χωρών ήσαν περιορισμένα έγινε αποδεκτός ένας κανόνας χρυσού συναλλάγματος με τις χώρες να υποκαθιστούν τα αποθεματικά τους σε χρυσό με ξένο συνάλλαγμα. Το ποσοστό λοιπόν του ξένου συναλλάγματος στις κεντρικές τράπεζες αυξήθηκε εντυπωσιακά προς το τέλος της δεκαετίας του 1920. «Τα 1927, το ξένο συνάλλαγμα αποτελούσε το 42% των συνολικών αποθεματικών (σε χρυσό και ξένο συνάλλαγμα) στις είκοσι τέσσερις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες ενώ το 1913 το ποσοστό αυτό ήταν περίπου 12%.» (Aldcroft σ 89).
Τα κύρια αποθεματικά νομίσματα έγιναν η στερλίνα και το δολάριο, με την κεντρική τράπεζα της Γαλλίας να κατέχει το μεγαλύτερο αποθεματικό στον κόσμο, προς το τέλος της δεκαετίας του 1920. Η ύπαρξη πλέον περισσότερων από πριν κεφαλαιαγορών είχε σαν αποτέλεσμα την ευκολότερη μετάβαση κεφαλαίων που ακολουθούσαν το μεγαλύτερο επιτόκιο. Η ύπαρξη, στις κεντρικές τράπεζες, μεγάλων αποθεματικών σε συνάλλαγμα, άμεσα μετατρέψιμων σε χρυσό, είχε σαν αποτέλεσμα την άσκηση ισχυρής πίεσης, ιδιαίτερα στη στερλίνα, αφού η Βρετανία δεν θα μπορούσε να καλύψει τη μετατροπή των στερλινών σε χρυσό σε περίπτωση κρίσης.
Οι υποχρεώσεις της Βρετανίας σε στερλίνες προς τις κεντρικές τράπεζες ήσαν τουλάχιστον τετραπλάσιες των αποθεμάτων της σε χρυσό. Στην αντίθετη θέση βρίσκονταν οι Ηνωμένες Πολιτείες τα αποθέματα χρυσού των οποίων υπερέβαιναν τα τέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια, στα τέλη της δεκαετίας του ’20, τη στιγμή που οι υποχρεώσεις τους προς τις κεντρικές τράπεζες ήσαν μόλις 0,6 δισεκατομμύρια δολάρια. (Aldcroft σ 92). Το πρόβλημα επιδεινωνόταν από τον πρόχειρο τρόπο με τον οποίο είχαν καθοριστεί οι συναλλαγματικές ισοτιμίες και την απροθυμία, αλλά και αδυναμία,  των κυβερνήσεων να τις αλλάξουν. Οι χώρες με υποτιμημένο νόμισμα, όπως η Γαλλία, δεν ήθελαν να χάσουν το πλεονέκτημα της υποτίμησης ιδιαίτερα αυτό των κεφαλαιακών ροών, οι δε χώρες με τα υπερτιμημένα νομίσματα δε δέχονταν να τα υποτιμήσουν κυρίως λόγω της μείωσης του κύρους και της αξιοπιστίας τους.
Η Βρετανία ήταν ο αδύνατος κρίκος του συστήματος πλέον με τα αποθέματά της σε χρυσό να μειώνονται συνεχώς. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία και οι ουδέτερες χώρες της Ευρώπης απορροφούσαν αυξανόμενο ποσοστό των παγκόσμιων αποθεμάτων χρυσού, με αποτέλεσμα να έχει ανέλθει το μερίδιό τους, στο τέλος της δεκαετίας του 1920, στο 65% του συνόλου, ενώ το ποσοστό τους στο σύνολο το 1913 ήταν 54%» επισημαίνει ο Aldcroft (Aldcroft σ 92). Το νομισματικό σύστημα που στήθηκε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ήταν επομένως ασταθές μια και άρχισε να στηρίζεται, όλο και περισσότερο, σε υποκατάστατα του χρυσού και η ευστάθειά του εξαρτιόταν από τη σταθερότητα του αποθεματικού νομίσματος, την οικονομική επάρκεια της χώρας έκδοσής του αλλά και από τα κερδοσκοπικά παιχνίδια.
Η νομισματική σταθερότητα έγινε δυνατή μόνο όταν τιθασεύτηκε ο πληθωρισμός στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ο πλήρης κανόνας του χρυσού (Full gold standard) εγκαταλείφτηκε όμως γενικά. Οι περισσότερες χώρες προτίμησαν να υιοθετήσουν μια ήπια εκδοχή του κανόνα του χρυσού η οποία συνίστατο σε μια σταθερή ισοτιμία του εθνικού νομίσματος με ένα ξένο νόμισμα που είτε ήταν χρυσό είτε ένας κανόνας χρυσού. Έτσι η πλήρης μετατρεψιμότητα σε χρυσό των χαρτονομισμάτων ανήκε πλέον στο παρελθόν ακόμη και στις χώρες, όπως η Βρετανία, η Δανία και η Νορβηγία, που υιοθέτησαν ένα κανόνα χρυσού αφού κι εκεί τα χαρτονομίσματα δε μετατρέπονταν αμέσως σε χρυσό και τότε μόνο σε μια σταθερή ισοτιμία και για μικρά ποσά. Όπως γράφει ο Κίντλεμπερκερ: «Το διεθνές οικονομικό σύστημα κατέστη ασταθές διότι η Αγγλία δε μπόρεσε να αναλάβει την ευθύνη και οι ΗΠΑ την αποσιώπησαν, όσον αφορά τη σταθεροποίηση σε τρεις ιδιαίτερους τομείς. Πρώτον, διατηρώντας σχετικά ανοιχτή μια αγορά για εμπορεύματα που δεν εύρισκαν αγοραστές. Δεύτερον, προμηθεύοντας χωρίς να υπολογίζει τα κυκλικά φαινόμενα, μακροπρόθεσμα δάνεια. Τρίτον, υποτιμώντας το εύρος της κρίσης. Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ήταν ασταθές, εκτός αν μια χώρα το σταθεροποιούσε, καθώς το είχε κάνει τον 19ο αιώνα και μέχρι το 1913 η Αγγλία. Το 1929, οι Άγγλοι δεν το μπορούσαν και οι Αμερικανοί δεν το ήθελαν. Όταν κάθε χώρα βάλθηκε να προστατέψει τα εθνικά της συμφέροντα, το παγκόσμιο γενικό συμφέρον διαχωρίστηκε, μαζί και τα ξεχωριστά συμφέροντα του κάθε έθνους.» μάλλον όμως ξεχνά ο Κίντλεμπερκερ ότι πάντα ήταν έτσι. Οι καταστάσεις ισορροπίας που αναπολεί δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας ουράνιας αρμονίας αλλά ισορροπία συμφερόντων την οποία κανείς δεν είχε τη δύναμη να διαταράξει. Όταν οι συνθήκες μεταβάλλονταν αυτό θα άλλαζε όπως και πραγματικά έγινε λίγο μετά την περίοδο που σκιαγραφεί παραπάνω.
 Η κρίση του 1929 οδήγησε σε κατάρρευση το τραπεζικό σύστημα με τη μεγαλύτερη πίεση να δέχεται, το καλοκαίρι του 1931, η στερλίνα της οποίας η θέση ήταν ιδιαίτερα αδύνατη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Οι μεγάλες εκροές κεφαλαίων αυτή την περίοδο οδήγησαν τη Βρετανία σε αδυναμία διατήρησης της σταθερής ισοτιμίας της στερλίνας. Η θέση της Βρετανίας επιδεινώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε η μόνη λύση να είναι πλέον η απομάκρυνση της Βρετανίας από το σύστημα σταθερών ισοτιμιών και την επίσημη απομάκρυνση της στερλίνας από τον κανόνα του χρυσού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου