Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Συζητώντας για την τακτική και την στρατηγική του ΚΚΕ σήμερα

Lenin Reloaded

Αν και, λόγω έλλειψης χρόνου και των έκτακτων γεγονότων στην Κύπρο, δεν διάβασα όλες τις τοποθετήσεις του προσυνεδριακού, μού φάνηκε πως η πειστικότερη ως τώρα υπεράσπιση της έννοιας του ΑΑΔΜ τοποθέτηση που διάβασα ήταν αυτή η οποία εγκαταλείπει την απόπειρα να την θεμελιώσει θεωρητικά και στρέφεται σε υπαρκτά και πρακτικά προβλήματα. Αντιγράφω λοιπόν ένα σκέλος της τοποθέτησης του Ξενοφώντα Φλώρου:
Το πρόβλημα είναι το εξής: Μεγάλες μάζες εργατικών και μικροαστικών στρωμάτων που θίγονται από τον καπιταλισμό (ειδικά λόγω κρίσης και δυσκολιών της αστικής τάξης στο οικονομικό πεδίο και στις συμμαχίες της), μας ακούνε και συμφωνούν μέχρι ένα σημείο με αυτά που τους λέμε, σε ένα βαθμό συνειδητοποιούν ότι τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν, δεν έχουν όμως πειστεί για το ζήτημα της εξουσίας. Η μικροαστική ιδεολογία είναι έντονη σε αυτά τα στρώματα, άρα αντικειμενικά παλαντζάρουν ιδεολογικά μεταξύ εργατικής και αστικής τάξης και είναι βουλησιαρχικό το να προβλέπουμε ότι μικροαστικά στρώματα από μόνα τους θα συμφωνήσουν «στον αντικαπιταλιστικό αγώνα με κατεύθυνση τη λαϊκή εξουσία» (Θέση 66).
Ζητούμενο είναι το πώς θα απομακρύνουμε αυτόν τον κόσμο από τις συμμαχίες της αστικής τάξης, πώς θα τον τραβήξουμε στη συμμαχία της εργατικής τάξης, στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού.
Ο τρόπος κατά τη γνώμη μου για να πειστούν ανώριμες πολιτικά μάζες ότι η λύση
για τα προβλήματά τους έγκειται στην αλλαγή στο επίπεδο της εξουσίας, είναι αρχικά η κοινή δράση, να πατήσουμε πάνω σε προβλήματα που τους θίγουν άμεσα, να δείξουμε τον ένοχο και να τους συσπειρώσουμε σε στόχους και αιτήματα που αμφισβητούν την υπάρχουσα κατάσταση και φέρνουν τον τελικό σκοπό πιο κοντά. Να καταλάβουν κάτω από την παρέμβασή μας αλλά και από την ίδια τους την αγωνιστική πείρα στην πορεία της ταξικής πάλης ότι είναι απαραίτητη η αλλαγή κοινωνικοοικονομικού συστήματος.
Το ΑΑΔΜ, για παράδειγμα, συσπείρωνε σε αντιμονοπωλιακούς αντιιμπεριαλιστικούς στόχους. Αυτό φυσικά δεν υπονοούσε ότι υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο εξουσίας μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, που αντιστοιχεί σε αυτή τη γραμμή συσπείρωσης! Εμείς ξέρουμε ότι δεν υπάρχει τέτοιο στάδιο και ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου. Ο κόσμος που απευθυνόμαστε όμως δεν το έχει λυμένο.
Δηλαδή, θα πει κάποιος, δε θα μιλήσουμε για την εξουσία;
Φυσικά και θα μιλήσουμε. Παράλληλα και ταυτόχρονα, σαν ΚΚΕ θα προσπαθούμε να βαθύνουμε τους δεσμούς μας με τον κόσμο, ζυμώνοντας τις επεξεργασμένες θέσεις μας για το σοσιαλισμό. Κάποιους θα τους κερδίζουμε ακόμα παραπέρα. Αλλά το ζήτημα της εξουσίας δεν μπορεί να μπαίνει σαν προϋπόθεση στη συμμαχία που θέλουμε να οικοδομήσουμε, γιατί ένα μεγάλο κομμάτι εργαζομένων δεν θα έρθει καν κοντά μας για να μας ακούσει.
Τα παραπάνω δεν συνιστούν έκπτωση από τις θέσεις μας ούτε προσπάθεια κοροϊδίας απέναντι στα λαϊκά στρώματα, άλλωστε ο κόσμος ξέρει ποιοι είμαστε και τι πρεσβεύουμε. Συνιστούν προσπάθεια συμμαχίας. Και η συμμαχία εξ ορισμού σημαίνει υποχώρηση, συμβιβασμό. Αλλωστε, για αυτούς που ήδη συμφωνούν, δε χρειάζεται συμμαχία... Το ζητούμενο είναι να βρούμε ποιες είναι αυτές οι υποχωρήσεις, που τελικά θα βοηθήσουν στη συσπείρωση δυνάμεων για τον τελικό σκοπό. Αυτό μπορεί να ακούγεται απλό, αλλά στην πράξη είναι πράγματι πολύ δύσκολο.
Οπως και να 'χει όμως, η τακτική, η γραμμή συσπείρωσης και κατ' επέκταση τα συνθήματα, υπηρετούν το στρατηγικό στόχο, δεν ταυτίζονται με αυτόν. Ούτε θέσφατα είναι, ούτε στατικά. Οφείλουμε να τα μεταβάλλουμε κατά περίπτωση. Πρέπει να είμαστε ευέλικτοι, με πυξίδα πάντα το στρατηγικό μας στόχο. Δεν είναι σωστό να προδικάζουμε μελλοντικές καταστάσεις με βάση τη σημερινή τάξη πραγμάτων.
Ο τρόπος σύνδεσης της καθημερινής πάλης με τη στρατηγική κρίνεται και εκ του αποτελέσματος. Με αυτό το κριτήριο, μέχρι τώρα, οι επιλογές μας δε φαίνεται να δικαιώνονται. Μακάρι να ρίχναμε το σύνθημα για «δικτατορία του προλεταριάτου» και να συσπειρώναμε κοινωνικές δυνάμεις στο δρόμο για την επανάσταση. Δεν γίνεται έτσι όμως...
Κάτι τελευταίο. Το αν το ΚΚΕ πρέπει να παλεύει για τη διαχείριση του καπιταλισμού ή για την ανατροπή του, κρίθηκε το 1991. Σήμερα, 22 χρόνια μετά, το ότι δε θα συμμετέχουμε σε μια αστική κυβέρνηση ή σε μια κυβέρνηση διαχείρισης του καπιταλισμού και της κρίσης του, όπως πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ το Μάη του 2012, είναι δεδομένο. Δεν έχει νόημα να δίνουμε συγχαρητήρια στον εαυτό μας που δεν κατάφεραν να μας ενσωματώσουν! Αντίθετα, πατώντας πάνω στα εδώ και δεκαετίες αυτονόητα, πρέπει να προβληματιστούμε για το πώς θα πείσουμε περισσότερο κόσμο σε αυτήν την κατεύθυνση. Επιτυχία, λοιπόν, για το ΚΚΕ είναι, κρατώντας τις θέσεις του, να φέρει περισσότερους εργαζόμενους πιο κοντά σε αυτές και στον αγώνα, να γίνει πιο μαζικό.
Θα ξεκινήσω από την πρώτη παράγραφο του αποσπάσματος: ποιος υποστηρικτής του ΚΚΕ, είτε είναι μέλος είτε όχι, δεν είχε ως τα τώρα άφθονες ευκαιρίες να διαπιστώσει την πραγματικότητα αυτού που ο Φλώρος εκφράζει πολύ ωραία και συνοπτικά με τη διατύπωση "μας ακούνε μέχρι ένα σημείο;" Και ποιος δεν μπόρεσε να εντοπίσει ότι το "σημείο" μέχρι το οποίο "μας ακούνε", και άρα το σημείο από το οποίο και πέρα παύουν να μας ακούνε είναι αυτό ακριβώς που λέει, δηλαδή το σημείο του ζητήματος "της εξουσίας";


Η περιγραφή λοιπόν της πρακτικής δυσκολίας της προπαγάνδας από τον σύντροφο είναι και με το παραπάνω ακριβής. Αλλά εδώ θα έπρεπε νομίζω να ξεδιαλυθεί άμεσα κάτι σημαντικό, το οποίο μπορούμε να ξεδιαλύνουμε θέτοντας ένα ερώτημα: Τι δηλαδή ακούνε όσοι ακούνε το ΚΚΕ μέχρι το σημείο όπου τίθεται το ζήτημα της εξουσίας; Σε τι είναι "μαζί μας;"


Είναι μαζί μας, δείχνει και πάλι σωστά ο σύντροφος, όταν τους λέμε ότι τα πράγματα πάνε στραβά, και ότι πρέπει να αλλάξουν. Είναι μαζί μας στο βαθμό που φυσικά καταλαβαίνουν ότι υπό την παρούσα κατάσταση θίγονται βασικά και θεμελιώδη συμφέροντά τους. Είναι μαζί μας, θα πρόσθετα εγώ, στον βαθμό που τους λέμε ότι αυτοί φορολογούνται περισσότερο από τους εφοπλιστές ή ότι καθώς αυτοί σφίγγουν το ζωνάρι, άλλοι κερδοφορούν και κάνουν επενδύσεις. Αυτά ευκολότατα τα δέχονται εκ μέρους μας οι εργατικές και μικροαστικές μάζες, τα αναπαράγουν, τα χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους.


Το πρόβλημα είναι βέβαια ότι δεν είμαστε μόνο εμείς που τους λέμε ότι τα πράγματα πάνε στραβά και ότι πρέπει να αλλάξουν. Δεν είμαστε μόνο εμείς που τους λέμε ότι θίγονται βασικά συμφέροντά τους. Το ίδιο κάνει σύσσωμη η αντιπολίτευση, από τον ΣΥΡΙΖΑ ως την Χρυσή Αυγή, με διαφορετικές βέβαια μεθόδους και διαφορετικά σημεία επικέντρωσης κάθε φορά. Ο κόσμος αυτός "είναι μαζί μας", μας "ακολουθεί", στον βαθμό που μπορεί να μας δει ως άλλο ένα "αντιμνημονιακό" κόμμα. Αλλά όταν του θέσουμε το ζήτημα των βαθύτερων αιτίων και το ζήτημα της αναγκαιότητας της κατάληψης της εξουσίας, και όχι της κυβέρνησης, ως προϋπόθεση αντιμετώπισης αυτών των αιτίων, ε, παύει να μας ακολουθεί, και ακολουθεί αυτούς που δεν του θέτουν τέτοια ζητήματα.


Τι σημαίνει λοιπόν στην πράξη ότι υπάρχει κόσμος που "μας ακολουθεί" μέχρι ένα σημείο; Σημαίνει ότι υπάρχει κόσμος που "μας ακολουθεί", και που θα μας ψήφιζε, αν ήμασταν πειστικοί ως ένα κόμμα "διαμαρτυρίας" για την κατάσταση που βιώνει, καθώς και, ανιστρόφως, ότι δεν μας ακολουθεί και δεν μας ψηφίζει στον βαθμό πουδεν μας προσλαμβάνει ως ένα κόμμα "διαμαρτυρίας." Αλλά τι είναι το "κόμμα διαμαρτυρίας" στην πράξη και στην ουσία; Είναι ένα κόμμα το οποίο μια μερίδα της κοινωνίας αισθάνεται ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει ως μέσο, ως όχημα, για να διαπραγματευτεί κάτι καλύτερο με τον καπιταλισμό, κάποιους καλύτερους όρους, ένα καλύτερο "μείγμα διαχείρισης" όπως λέμε. Είναι ένα μέσο "λαϊκού εκβιασμού."


Το πρόβλημα με αυτόν τον "λαϊκό εκβιασμό" είναι ότι δεν πιάνει. Δεν έχει κανένα αποτέλεσμα. Και αυτό δεν το λέμε εμείς, το λέει ξανά και ξανά η πραγματικότητα της ραγδαίας διάψευσης των ελπίδων για "εναλλακτική διαχείριση", με τελευταίο παράδειγμα την Κύπρο, όπου η απουσία ισχυρού εργατικού κινήματος και ο περιορισμός της δυναμικής του "Όχι" στις αστικές κοινοβουλευτικές δυνάμεις προλείανε το έδαφος για ένα καταστροφικό ναι,που επιπλέον παρουσιάστηκε ρητά από το Eurogroup ως αρχικός στόχος της δικής του πολιτικής τακτικής εκβιασμού του κυπριακού λαού. Πράγμα που μας φέρνει απευθείας στο σημείο από το οποίο και μετά οι μάζες στις οποίες αναφέρεται ο σύντροφος "δεν μας ακούν": στο σημείο της αναγκαιότητας της εξουσίας, το οποίο εμείς υπερτονίζουμε, χάνοντας την στήριξη αυτών μαζών, ακριβώς επειδή δεν γίνεται αλλιώς. Αν δεν το υπερτονίζαμε, τότε αναγκαστικά θα εντασσόμασταν και εμείς, σφυροδρέπανο ή όχι σφυροδρέπανο, στις πολιτικές εκείνες δυνάμεις που υπόσχονται θελκτικά πράγματα για τις μάζες αλλά διαψεύδονται διαρκώς από την πραγματικότητα: δηλαδή θα κερδίζαμε από τον εναρμονισμό μας με την ψευδή τους συνείδηση της πραγματικότητας αλλά θα καταποντιζόμασταν όταν θα έπρεπε να αποδείξουμε ότι μπορούμε πράγματι να αλλάξουμε τη ζωή τους εντός του καπιταλισμού, χωρίς την ανατροπή της αστικής εξουσίας.


Για τον σύντροφο, το ζήτημα είναι πώς θα μπορέσουμε να "απομακρύνουμε αυτόν τον κόσμο από τις συμμαχίες της αστικής τάξης", συμβιβαζόμενοι προφανώς στο επίμαχο θέμα της αναγκαιότητας κατάληψης της εξουσίας, στο θέμα της άμεσης αναγκαιότητας του σοσιαλισμού: "συμμαχία", γράφει, "εξ ορισμού σημαίνει υποχώρηση, συμβιβασμό". Αυτό είναι στον νου του (και νομίζω σωστά) το νόημα του επιχειρήματος όσων επιμένουν στο ΑΑΔΜ: είναι η κωδικοποίηση αυτής της διάθεσης συμβιβασμού.


Αλλά βέβαια, ο συμβιβασμός ο οποίος πηγάζει από την απόρριψη της επιμονής στην αναγκαιότητα της κατάληψης της εξουσίας και του σοσιαλισμού δεν θα ήταν και τόσο συμβιβασμός: θα ήταν απλώς άτακτη υποχώρηση του κόμματος και αυτόματη ενσωμάτωσή του στο "αντιμνημονιακό μέτωπο" που επιχειρούν να αρθρώσουν χρόνια τώρα διάφορα αστικά κόμματα και τάσεις. Θα συμβιβαζόμασταν, στην ουσία, μόνο εμείς, και το αποτέλεσμα θα ήταν αναπόφευκτα η απονομιμοποίησή μας όταν θα γινόταν σαφές ότι αδυνατούμε να πράξουμε το αδύνατο, δηλαδή να αλλάξουμε τον σημερινό καπιταλισμό, στον σημερινό κόσμο με τον σημερινό συσχετισμό ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε έναν άλλο καπιταλισμό με το μαγικό όπλο της διαμαρτυρίας.


Αυτό ο σύντροφος το καταλαβαίνει, για αυτό γράφει: "δε θα μιλήσουμε για την εξουσία; Φυσικά και θα μιλήσουμε. Παράλληλα και ταυτόχρονα, σαν ΚΚΕ θα προσπαθούμε να βαθύνουμε τους δεσμούς μας με τον κόσμο, ζυμώνοντας τις επεξεργασμένες θέσεις μας για το σοσιαλισμό. Κάποιους θα τους κερδίζουμε ακόμα παραπέρα. Αλλά το ζήτημα της εξουσίας δεν μπορεί να μπαίνει σαν προϋπόθεση στη συμμαχία που θέλουμε να οικοδομήσουμε, γιατί ένα μεγάλο κομμάτι εργαζομένων δεν θα έρθει καν κοντά μας για να μας ακούσει". Δεν απαγορεύεται, με άλλα λόγια, να προσπαθούμε να πάμε τον κόσμο παραπέρα, απλώς αυτή η προσπάθεια πρέπει να έρχεται σε ένα δευτερεύον επίπεδο, γιατί αλλιώς διώχνουμε τους εργαζόμενους εκ των προτέρων.Όμως το πρόβλημα είναι και πάλι πως η κατάληψη της εξουσίας και ο σοσιαλισμός ή είναι αντικειμενικά ή δεν είναι αντικειμενικά προϋπόθεση της αλλαγής της σημερινής κατάστασης. Αν δεν είναι αντικειμενικά τέτοια, τότε δεν πολυέχει νόημα το ΚΚΕ να είναι αυτοτελές κόμμα πλέον, θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει ένα κόμμα, πχ, με τον ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση για τη λαϊκή ανακούφιση. Αυτό άλλωστε ήταν το αίτημα μιας μερίδας των εργαζομένων πριν και μετά τις εκλογές. Δεν ήταν ένα παράλογο αίτημα εφόσον προϋπέθετε ήδη τη μη αναγκαιότητα του σοσιαλισμού και το εφικτό, συνάμα, ενός πιο ανθρώπινου καπιταλισμού. Ούτε ήταν ένα αίτημα κακόβουλο ή διαβολικό. Ήταν ένα αίτημα απόλυτα φυσιολογικό από τη σκοπιά αυτή. Αν, μέσα στο ΚΚΕ, συμμερίζεται κάποιος την ιδέα ότι είναι εφικτή η καλυτέρευση της θέσης του λαού χωρίς την προϋπόθεση της κατάληψης της εξουσίας και δεν προτείνει συμμαχία με τον ΣΥΡΙΖΑ, τότε δεν νομίζω ότι είναι ειλικρινής και έντιμος ως προς τις λογικές συνεπαγωγές των αρχών αντίληψής του. Θα μπορούσε φυσικά να πει ότι το νόημα αυτής της κατεύθυνσης είναι το ΚΚΕ να γίνει ΣΥΡΙΖΑ στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ, να γίνει το ίδιο το κόμμα του 27% και να επιλύσει έτσι και πολλά από τα οικονομικά του προβλήματα και την εσωκομματική γκρίνια. Αλλά η ουσία θα παρέμενε η ίδια: ότι δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί την αντικειμενική μορφή της επιβαλλόμενης κομμουνιστικής τακτικής σήμερα. Το αν το ΚΚΕ θα ήταν ένας "σοβαρότερος", "επιστημονικότερος", περισσότερο συνεκτικός ΣΥΡΙΖΑ είναι δευτερεύον και μάλλον αδιάφορο, μιας και όλα αυτά θα έπρεπε να κριθούν στην πράξη που θα επέβαλλε η εμπειρία του κυβερνητισμού κάτω από τις σημερινές συνθήκες.


Αν, απ' την άλλη πλευρά, η ΚΕ έχει δίκαιο ότι η κατάληψη της εξουσίας και ο σοσιαλισμός είναι αντικειμενική προϋπόθεση της αλλαγής της σημερινής κατάστασης, τότε πολύ απλά δεν στέκει η πρόταση της "βασικής συμφωνίας" με τις μάζες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες του καπιταλισμού και της μετάθεσης σε ένα δεύτερο επίπεδο της ανάλυσης για τις αιτίες αυτών των συνεπειών και το μοναδικό διαθέσιμο θεραπείας τους, που είναι η ανατροπή της αστικής εξουσίας. Απ' το πρίσμα αυτό, δεν πρόκειται καθόλου για δύο διαφοροποιήσιμα πράγματα αλλά για μια αρραγή ενότητα: δεν υπάρχει κομμουνιστική ανάλυση των συνεπειών χωρίς ανάλυση των αιτιών, και δεν υπάρχει ανάλυση των αιτιών χωρίς πρόταση για ανατροπή της εξουσίας από την οποία πηγάζουν οι αιτίες.


Αυτός νομίζω πως είναι και ο πυρήνας του ζητήματος που επανέρχεται στη συζήτηση του προσυνεδριακού, δηλαδή της σχέσης στρατηγικής και τακτικής: ο ισχυρισμός ότι το κόμμα έχει αποκόψει την στρατηγική από την τακτική στην πραγματικότητα προέρχεται ο ίδιος από μια διάσπαση των δύο που πριμοδοτεί την τακτική σε αντίθεση με την αντίληψη της αρραγούς ενότητας των δύο. Εξού και η παράλληλη κριτική ότι το κόμμα έχει εξαλείψει εντελώς την τακτική, ότι οι Θέσεις αντανακλούν μόνο στρατηγική και έχουν μετατρέψει την τακτική πλήρως σε αντανάκλαση της στρατηγικής.


Αλλά, θα ρωτήσει εύλογα κάποιος, αν το κόμμα δεν έχει πλήρως εξαλείψει την τακτική στο όνομα της ενότητας συνεπειών, αιτιών και ανατροπής των πηγών των αιτιών, τότε πού έγκειται η τακτική του, ποια είναι η σφαίρα της τακτικής του ως διακριτής σφαίρας; Εδώ πρέπει να επιστρέψουμε στο πυρηνικό ζήτημα της συμμαχίας και του τι σημαίνει συμμαχία.


Ο Φλώρος γράφει ότι συμμαχία σημαίνει εξ ορισμού "υποχώρηση, συμβιβασμό." Όμως έδειξα, πιστεύω, πως στην πραγματικότητα αυτή η υποχώρηση και ο συμβιβασμός που προτείνεται είναι στην πραγματικότητα μονομερής, ότι είναι υποχώρηση και συμβιβασμός μονάχα του κόμματος. Η αμοιβαιότητα των υποχωρήσεων και των συμβιβασμών, και όχι απλώς και γενικόλογα η υποχώρηση και ο συμβιβασμός, συνιστούν τον ορισμό του τι είναι συμμαχία.

Αλλά πώς θα μπορούσε ο συμβιβασμός και η υποχώρηση που θα έκανε το ΚΚΕ προς τις μάζες των εργαζομένων να είναι αμοιβαίος και όχι μονομερής, και άρα πώς θα μπορούσε η συμμαχία να είναι πράγματι συμμαχία;


Κατά τη δική μου κρίση, αυτό ακριβώς το πρόβλημα προσπαθεί να επιλύσει η πρόταση της Λαϊκής Συμμαχίας, και με τον εξής τρόπο: τα όρια της συζήτησης, μέσα στους θεσμούς της Λαϊκής Συμμαχίας, για τις συνέπειες, τις αιτίες, και τον τρόπο επίλυσης της καπιταλιστικής κρίσης δεν αστυνομεύονται, δεν περιορίζονται στις προγραμματικές θέσεις του ΚΚΕ. Μπορεί κανείς να συζητήσει, μέσα στα πλαίσια της Λ.Σ, για την ενδεδειγμένη τακτική του λαϊκού και εργατικού κινήματος με συγκεκριμένο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη συγκεκριμένους συσχετισμούς σε συγκεκριμένους χώρους δουλειάς, συνοικίες, κλπ. Η πρόθεση είναι, και πιστεύω ότι πρέπει να είναι, ακριβώς η ζύμωση όσων "δεν μας ακολουθούν πλήρως" με τους ήδη πεπεισμένους. Αλλά όλα αυτά γίνονται μέσα σε θεσμικά και οργανωτικά πλαίσια στα οποία διατηρείται αλώβητη η στρατηγική κατεύθυνση του κόμματος, όπου δηλαδή διασφαλίζεται η ηγεμονία της εργατικής τάξης και της κομμουνιστικής οπτικής πάνω στη συζήτηση. Στην Λ.Σ δηλαδή, το κόμμα αποσύρεται αρκετά από τον πυρήνα των προπλασμάτων ώστε να επιτρέψει την είσοδο σε αυτά στρωμάτων που δεν το "ακολουθούν" ως το τέλος, αλλά είναι αρκετά παρόν μέσω των συνδικαλιστικών και ταξικών οργανώσεών του ώστε να εγγυηθεί ότι οι τακτικές επεξεργασίες δεν θα αποσυνδεθούν τεχνητά από τα ζητήματα που θέτει η στρατηγική. Η Λ.Σ είναι ένα ΑΑΔΜ όπου η επιβαλλόμενη από τις συνθήκες συζήτηση για την αναγκαιότητα της ανατροπής της αστικής εξουσίας δεν περνά σε δεύτερη μοίρα και δεν αποσπάται από την εξίσου σημαντική αναγκαιότητα της επεξεργασίας δημιουργικών και αποτελεσματικών τακτικών λαϊκής και ταξικής πάλης στο επίπεδο της συνομιλίας και της συνεργασίας των κομμουνιστών με μη κομμουνιστικά ενσυνείδητα λαϊκά στρώματα.


Δεν πρόκειται, βέβαια, περί "συνταγής της επιτυχίας" με "εγγυημένα αποτελέσματα", δεν πρόκειται όμως, εξίσου, για "αυθαίρετη" και "αδικαιολόγητη" πρόταση επίλυσης του προβλήματος που ανέκυψε, σε τελική ανάλυση, από την ανάδυση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, του καπιταλισμού σε στάδιο συνάμα ολοκλήρωσης, πραγματικής υπαγωγής των πάντων, και συνάμα, σήψης και αποσύνθεσης των παραγωγικών δυνάμεων, των υπολειμμάτων, οικονομικών και πολιτικών, του μεταπολεμικού "φιλελευθερισμού", καθώς και κάθε πειστικής σχέσης της λειτουργικότητας της καπιταλιστικής οικονομίας και της αστικής πολιτικής εξουσίας με την έννοια του "γενικού συμφέροντος."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου