Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Κίνημα αμφισβήτησης του κέρδους



Την ανάγκη η πάλη κάθε συνδικάτου - και ιδιαίτερα του τριτοβάθμιου - να αμφισβητεί την ανάπτυξη που έχει στο κέντρο της το καπιταλιστικό κέρδος αναδεικνύει η διακήρυξη του ΠΑΜΕ, ενόψει του 35ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ. Στις σημερινές συνθήκες της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος - όπου εκφράζεται ακόμα πιο άγρια η συγχρονισμένη επιθετικότητα κυβέρνησης, εργοδοσίας και ΕΕ κατά των εργαζομένων - το συνδικαλιστικό κίνημα αποκτά νέα, πιο σοβαρά καθήκοντα. Καθώς καλούνται να αντιπαλέψουν την ενιαία αντεργατική πολιτική, τα συνδικάτα πρέπει να διεξάγουν οργανωμένο και προσανατολισμένο αγώνα απέναντι στην εργοδοσία, στους νόμους και το κράτος της. Να βάλουν, δηλαδή, στο «στόχαστρό» τους την ίδια την ανάπτυξη που αναπαράγει τις κρίσεις και που καταστρέφει εργατική δύναμη.

Εάν το συνδικαλιστικό κίνημα δε βάλει στο επίκεντρο της δράσης του, εάν δεν αμφισβητήσει την καπιταλιστική ανάπτυξη, τότε διαρκώς θα ξεγλιστράει στο επίπεδο της διαχείρισης, της συνδιαλλαγής και της αποδοχής των αντεργατικών επιλογών. Ενδεικτική είναι η χτεσινή ανακοίνωση της ΓΣΕΕ, με αφορμή τις εξελίξεις στην Κύπρο, όπου αναφέρεται: «Η πρωτοφανής απόφαση για παρέμβαση στο τραπεζικό σύστημα δεν πλήττει μόνο την Κύπρο και ειδικότερα τους μικροκαταθέτες, αλλά και ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, την αξιοπιστία και το ρόλο των τραπεζών». Κόπτεται πιότερο για την «αξιοπιστία των τραπεζών» - δηλαδή το τραπεζικό κεφάλαιο και τη ρευστότητα που χρειάζονται οι επενδυτικές δραστηριότητες συνολικά του μεγάλου κεφαλαίου - και για την καπιταλιστική ένωση που συντρίβει τους λαούς, παρά για το γεγονός ότι ο κυπριακός λαός «βογκάει» κάτω απ' τις επιπτώσεις της καπιταλιστικής κρίσης.

Μία συνδικαλιστική οργάνωση που δε «βλέπει» ότι η κάθε πολιτική απόφαση (είτε της κυβέρνησης, είτε της ΕΕ), εξυπηρετεί συγκεκριμένα μονοπωλιακά συμφέροντα, τότε θα αποτελεί στήριγμα της πολιτικής αυτής. Και αυτό θα συμβαίνει είτε το θέλει, είτε όχι, καθώς θα μετατρέπεται σε «θεραπαινίδα» δύναμη του συστήματος. Κατ' επέκταση, μια τέτοια οργάνωση γίνεται εξαιρετικά επικίνδυνη για την εργατική τάξη. Διότι θα εγκλωβίζει τους εργαζόμενους στην αυταπάτη είτε του «άλλου μείγματος» της ίδιας αντεργατικής πολιτικής, είτε της ευθείας στήριξης αυτών των αντεργατικών πολιτικών. Έτσι, τέτοια συνδικάτα, ακόμα κι αν μοιράζουν «φιλεργατικές διακηρύξεις», στην πραγματικότητα στηρίζουν το σύστημα.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που δείχνουν ότι κάθε βήμα «πίσω» απ' τα εργατικά δικαιώματα, σέρνει την οριστική ταφόπλακα πάνω σε αυτά. Στη «FINTEXPORT», η προηγούμενη διοίκηση του σωματείου διαρκώς ικανοποιούσε τα αιτήματα της εργοδοσίας στο όνομα τού να συνεχιστεί η λειτουργία του εργοστασίου και να έχουν δουλειά οι εργάτες. Τελικά, έκλεισε το εργοστάσιο, οι εργάτες είναι απλήρωτοι από το Δεκέμβρη του 2011. Στη «Χαλυβουργία», η άρνηση του σωματείου στο Βόλο για συμπαράταξη με τους απεργούς του Ασπροπύργου δεν εμπόδισε τον Μάνεση να αξιώνει - ξανά φέτος - μειώσεις μισθών, επανειλημμένα. Στη «Rigips» (γυψοσανίδες), η αποδοχή συνεχών προγραμμάτων εκ περιτροπής απασχόλησης από το 2009, συνοδευόταν πάντα από τις απολύσεις που δήθεν θα απομάκρυνε. Επιβεβαιώνεται καθημερινά πως τα συμφέροντα των εργαζομένων δεν μπορούν να προστατευτούν ταυτόχρονα με τα συμφέροντα των μεγαλοεπιχειρήσεων. Όσο η παραγωγή και τα εργοστάσια καθορίζονται με βάση αυτό που συμφέρει την καπιταλιστική κερδοφορία και τα συνδικάτα συστρατεύονται σ' αυτήν την κατεύθυνση, τόσο το κίνημα θα αδυνατεί να συμβάλει όχι μόνο στην αντεπίθεση, αλλά ακόμα και στην άμυνα των εργαζομένων.

Αναδημοσίευση από τη στήλη «Η Άποψή Μας» του «Ριζοσπάστη», Τετάρτη 20 Μάρτη 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου