Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Θεωρία και εμπειρία

Lenin reloaded

Συχνά ακούμε και διαβάζουμε τους κομμουνιστές να μιλούν για την ανάγκη να χτίσει ο λαός πάνω στην "εμπειρία" του. Είναι μια φράση που συχνά παρεξηγείται, και επειδή παρεξηγείται, οδηγεί σε άγονα, αν και κατά τα άλλα ευλογοφανή ερωτήματα: "πώς γίνεται με τόσες εμπειρίες όλα αυτά τα χρόνια ο λαός αποτυγχάνει να χτίσει μια επαρκή αυτοάμυνα πάνω σε αυτές;" Ή "πώς γίνεται λαοί να βλέπουν άλλους να εξαπατώνται και μετά να αφήνονται οι ίδιοι να εξαπατηθούν, σαν να μην έχουν μάθει το παραμικρό από όσα γίνονται μπροστά στα μάτια τους;"


Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι άγονα απλώς επειδή οδηγούν νομοτελειακά σε ηττοπαθείς και απαξιωτικές απαντήσεις του είδους "ο λαός δεν μαθαίνει ποτέ τίποτε", "ο λαός είναι φτιαγμένος για να είναι θύμα", ή "όλοι εξαπατούν τον λαό, κανείς δεν του λέει την αλήθεια". Είναι άγονα επειδή δεν κατανοούν σε τι είδους εμπειρίααναφέρονται οι κομμουνιστές όταν καλούν τον λαό να αντλήσει μαθήματα από αυτή.


Η εμπειρία στην οποία αναφέρονται οι κομμουνιστές είναι θεωρητικά διαμεσολαβημένη και φιλτραρισμένη εμπειρία. Χωρίς την θεωρία, η εμπειρία, εφόσον μιλούμε για πολιτική εμπειρία, είναι ολότελα άχρηστη. Είναι άχρηστη και δεν διδάσκει απολύτως τίποτε επειδή χωρίς την θεωρία η εμπειρία είναι ασυνάρτητη. Δεν έχει καμία δομή. Εμφανίζεται στον νου ως ένα χαοτικό σύνολο από αντιφάσεις που δεν έχουν αρχή και τέλος, που δεν έχουν δηλαδή ούτε μία πηγή (αλλά άπειρες), ούτε τρόπο επίλυσης.


Σε ένα βασικό τεστ ευφυϊας που γίνεται για να διαπιστωθεί αν κάποιος έχει στοιχειώδεις νοητικές δεξιότητες, τού δίνονται κάποια βασικά γεωμετρικά σχήματα τα οποία καλείται να ταιριάξει με τις αντίστοιχες εγκοπές πάνω σε μια επιφάνεια. Αυτές οι εγκοπές κάνουν, για να δώσουμε ένα απλό παράδειγμα, τη δουλειά που κάνει η θεωρία: δηλαδή, κάνουν τα ακόλουθα:


α) αναδεικνύουν ένα πεπερασμένο σύνολο σχημάτων στο οποίο πρέπει να συνταιριαστούν τα σχήματα που ανακύπτουν. Περιορίζουν δηλαδή εξ αρχής το πεδίο του ακατηγοροποίητου.


β) Περιορίζοντάς το, αναδεικνύουν μία τάξη, μία λογική στα αλλιώς χωρίς νόημα σχήματα που δίνονται κάθε φορά στο άτομο. Η ιδέα, για να μιλήσουμε απλά, είναι ότι το ένα σχήμα ανταποκρίνεται στο τρίγωνο και άρα είναι τρίγωνο, το άλλο στο τετράγωνο και άρα είναι τετράγωνο, κλπ. Αν δεν υπήρχαν οι αντίστοιχες εγκοπές, δεν θα είχε κανένα νόημα η άσκηση γιατί δεν θα υπήρχε κανένας στόχος επιτυχούς κατηγοριοποίησης των σχημάτων.


γ) Με άλλα λόγια, η θεωρία δημιουργεί ένα πεδίο a priori υποθέσεων, τέτοιων ώστε να επιτρέπουν την κατηγοριοποίηση των φαινομένων σε ένα δομημένο σύνολο.


Σημαίνει αυτό ότι η θεωρία είναι ένας τρόπος του να επιβεβαιώνεις a priori υποθέσεις;


Όχι. Αν η θεωρία ήταν απλώς αυτό, θα ήταν ένας απόλυτα ταυτολογικός μηχανισμός από τον οποίο δεν θα μπορούσες να μάθεις ποτέ τίποτε καινούργιο. Θα ήταν ένας μηχανισμός απλής επιβεβαίωσης a priori υποθέσεων, που θα αποτύγχανε να θέσει ποτέ το ερώτημα του από πού προέρχονται οι a priori υποθέσεις, ή του αν μπορούν να υπάρξουν διαφορετικές a priori υποθέσεις.


Η θεωρία όμως είναι ένας τρόπος τακτοποίησης, συναρμογής των φαινομένων που επιτρέπει ακριβώς τηναναθεώρηση των a priori υποθέσεων όταν ανακύπτει ένα φαινόμενο που δεν "ταιριάζει" με αυτές. Στο παράδειγμα με το τεστ ευφυίας, σε ένα σετ με εγκοπές για τρίγωνα, τετράγωνα, κύκλους και παραλληλόγραμμα, ένας ρόμβος δεν θα μπορούσε να "μπει" πουθενά, και άρα θα έθετε θέμα ανεπάρκειας των διαθέσιμων εγκοπών.


Η "θεωρία" λοιπόν είναι ένας όρος που αποκρύπτει την στην πραγματικότητα πληθυντική φύση των θεωριών. Δεν υπάρχει μία θεωρία, αλλά πολλές ανταγωνιστικές θεωρίες, οι οποίες προκύπτουν ακριβώς επειδή καμία μόνη της δεν μπορεί, βάσει των a priori σχημάτων της, να εξηγήσει όλα τα εμπειρικά φαινόμενα, και άρα να τα δομήσει σε ένα συνεκτικό και ερμηνεύσιμο από τον νου σύνολο.


Όταν όμως μιλούμε για την πολιτική εμπειρία, για το είδος εμπειρίας που αφορά στα πολιτικά φαινόμενα, ισχύει άραγε ο κανόνας των πολλαπλών εφικτών θεωριών; Είναι η πολιτική εμπειρία ανοιχτή στην θεωρητική πολλαπλότητα;


Κατά την δική μου εκτίμηση, όχι. Νομίζω πως σε ό,τι αφορά τα πολιτικά φαινόμενα υπάρχει μόνο μία θεωρία, μόνο ένα σύστημα παραδοχών που να μπορεί να ονομαστεί θεωρία: ο μαρξισμός-λενινισμός.


Γιατί;


Για τον πολύ απλό λόγο ότι μόνο ο μαρξισμός-λενινισμός αποπειράται, σε ρητό επίπεδο, να είναι μια συνολική, ολική θεωρία των πολιτικών φαινομένων. Μόνο αυτός ισχυρίζεται καν ότι διαθέτει τα εργαλεία για να εξηγήσει τα πολιτικά φαινόμενα εν συνόλω, σε κάθε τους έκφανση, να εξαντλήσει πλήρως τις δυνατότητες της πολιτικής να γεννά φαινόμενα.


Υπάρχουν κατά βάση δύο μόνο εναλλακτικές πολιτικές θεωρίες:


ο φιλελευθερισμός, με την γενεαλογία του από τον Λοκ στον Τοκβίλ και τους επιγόνους τους·


και ο αναρχισμός, με την δική του γενεαλογία, από τον Προυντόν στον Μπακούνιν και τον Κροπότκιν και τους δικούς τους επιγόνους.


Ο φιλελευθερισμός είναι μια θεωρία για τα πολιτικά φαινόμενα για τα οποία η πρακτική εμπειρία πρέπει να μπορεί να έχει την ισχύ να καθυπαγορεύσει μόνη της πολιτικές στάσεις και πρακτικές, ανεξάρτητα από "θεωρητικές αγκυλώσεις"· μια κατά βάση αντιθεωρητική θεωρία για την πολιτική, που εξυψώνει την αυθεντία του "αυθόρμητου" χαρακτήρα ορισμένων βασικών πολιτικών φαινομένων και μας καλεί να "laissez faire" όταν αναδύεται ένα νέο πολιτικό φαινόμενο, να μην προσπαθούμε να το αποδώσουμε σε μια απώτατη γεννεσιουργό αιτία αλλά να το αποδώσουμε στην υποτιθέμενα ατέρμονη ικανότητα των ανθρώπων να καινοτομούν.


Ο αναρχισμός είναι μια θεωρία για τα πολιτικά φαινόμενα που μας προειδοποιεί ότι η ίδια η αναζήτηση μιας ολικής θεώρησης των πολιτικών φαινομένων και των αιτιών τους είναι πολιτικά αντιδραστική --"εξουσιαστική"-- και μας καλεί να βάλουμε αυτοβούλως "φρένο" στην προσπάθειά μας να αναγάγουμε την χαοτική πολλαπλότητα της εμπειρίας σε συγκεκριμένες, συνολικά καθοριστικού χαρακτήρα πηγές, όπως είναι για τον μαρξισμό η ταξική πάλη.


Όπως είναι προφανές, ο φιλελευθερισμός και ο αναρχισμός συγκλίνουν ως προς την καχυποψία τους απέναντι στον συνολικό χαρακτήρα της πολιτικής θεωρίας, και άρα και ως προς την δεκτικότητά τους στην ανωτερότητα της μη θεωρητικά διαμεσολαβημένης "εμπειρίας" πάνω στην θεωρία. Συγκλίνουν, με άλλα λόγια, ως προς το ότι είναι και οι δύο εν μέρει αντιθεωρητικές θεωρίες, θεωρίες που θα προτιμούσαν να ιδωθούν ως ευέλικτες αντανακλάσεις της εμπειρίας.


Το κοινό αυτό μεθοδολογικό σημείο μεταξύ φιλελευθερισμού και αναρχισμού αναδεικνύεται έντονα στον κοινό τουςαντιπλατωνισμό, στην κοινή τους απέχθεια και αποστροφή για κάθε έννοια της θεωρητικής αμετάβλητης, του σταθερού κανόνα απέναντι στον οποίο μπορεί να αξιολογηθεί η εμπειρία και χωρίς τον οποίο η εμπειρία είναι κάτι α-νόητο, χωρίς συνοχή και κατεύθυνση.


Την ίδια στιγμή, θα πρέπει να αποφύγουμε την σύγχυση μεταξύ της ύπαρξης αμετάβλητων στην μαρξιστική-λενινιστική θεωρία και της περατότητας της πολιτικής πράξης. Όπως έχω παλιότερα δείξει, η ύπαρξη αμετάβλητων δεν συνεπάγεται καθόλου την περατότητα των δυνατοτήτων μιας μεθόδου που στηρίζεται σε ένα πεπερασμένο σύνολο τέτοιων αμετάβλητων: η γλώσσα στηρίζεται σε πολύ αυστηρές γραμματικές και συντακτικές αμετάβλητες, αλλά τούτο δεν σημαίνει καθόλου ότι δεν μπορεί να παράξει ατελείωτα, ατέρμονα νέες προτάσεις ή δηλώσεις· τα μαθηματικά βασίζονται σε ένα φτωχότατο σύνολο πρωτογενών αριθμών από το 0 ως το 9, από το οποίο όμως αντλούνται ατέρμονοι συνδυασμοί και δυνατότητες· η μουσική σε ένα πεπερασμένο σύστημα από νότες, από το οποίο όμως μπορούν να παραχθούν άπειρες μελωδίες. Κανείς δεν διανοείται να πει πως τα μαθηματικά μας "περιορίζουν" επειδή τα ψηφία όλων των δυνητικών αριθμών εκτείνονται μονάχα από το 0 στο 9· ότι η γλώσσα μας περιορίζει επειδή έχει μόνο 24 (ή 26, ή 30) γράμματα, ή ότι μια γλώσσα με λιγότερα γράμματα είναι μια γλώσσα πιο εκφραστικά περιοριστική από μια γλώσσα με περισσότερα· ή ότι η μουσική μας περιορίζει εκφραστικά επειδή οι νότες είναι ένα πεπερασμένο και σχετικά μικρό σύνολο από βασικές συχνότητες. Από πουθενά λοιπόν δεν προκύπτει ότι το πεπερασμένο και αμετάβλητο σύνολο στοιχειωδών a priori παραδοχών ισούται και πεπερασμένη ικανότητα να διατυπωθούν προτάσεις πάνω στα πολιτικά φαινόμενα, περιορισμένη ικανότητα να αναλυθούν και να ερμηνευθούν τα φαινόμενα αυτά.


Ούτε, αντίστροφα, συνεπάγεται από πουθενά ότι ο αντιθεωρητισμός, η αυτολογοκρισία της θεωρίας μπροστά στην φανταχτερή πολλαπλότητα της ωμής και ακατέργαστης εμπειρίας, μας οδηγεί σε κάποιου είδους μεγαλύτερη ικανότητα καινοτομίας: ούτε ο φιλελευθερισμός ούτε ο αναρχισμός δεν προσέφεραν πιο ευέλικτα θεωρητικά εργαλεία από τον μαρξισμό-λενινισμό· προσέφεραν διαφορετικού είδους εργαλεία, με διαφορετικά αποτελέσματα.


Στην ουσία, βέβαια, ο αντιθεωρητισμός του φιλελευθερισμού είναι ήδη εξουσιαστικός αντιθεωρητισμός: είναι ο αντιθεωρητισμός αυτού που δεν έχει ανάγκη να εξηγήσει θεωρητικά τα πάντα επειδή μπορεί να επιβάλλει στην πραγματικότητα τα πάντα· σε μια καιταλιστική κοινωνία, οι καπιταλιστές πράγματι, αντικειμενικά, δεν έχουν ανάγκη την ολοκληρωμένη θεωρία γιατί φτιάχνουν τον κόσμο αντί να τον ερμηνεύουν.


Σε δραματική αντίθεση, οι προλετάριοι είναι αδύνατον να ξαναφτιάξουν τον κόσμο αν πρώτα δεν ερμηνεύσουν σωστά, αν δεν κατανοήσουν, την φύση του κόσμου που έφτιαξαν με τον δικό τους κόπο και ιδρώτα οι καπιταλιστές. Το προλεταριάτο δεν έχει την πολυτέλεια να είναι αντιθεωρητικό, και όταν γίνει τέτοιο, είναι καταδικασμένο στην διαρκή ήττα χωρίς την δυνατότητα άντλησης οποιουδήποτε μαθήματος από αυτή.


Την πολυτέλεια του αντιθεωρητισμού την διεκδικεί, εκτός από τους καπιταλιστές, η μικροαστική τάξη, η οποία, ταλαντευόμενη αέναα ανάμεσα στον δεδηλωμένο αναρχισμό και τον υπόγειο αυταρχισμό, διεκδικεί την δική της συμμετοχή στην κυριαρχία της εμπειρικής πραγματικότητας πάνω σε κάθε ιδέα, δηλαδή, την δική της πολυτέλεια να "έχει εμπειρίες". Γιατί αυτός που αναζητά την θεωρία, και που είναι καταδικασμένος να την αναζητήσει, είναι επίσης αυτός για τον οποίο η "εμπειρία" δεν είναι παρά διαρκής ήττα και ταπείνωση.


Η περιφρόνηση του μικροαστικού στοιχείου για την θεωρία, η οποία για τους μικροαστούς ταυτίζεται με κάποιο "ένστικτο εξουσιαστικότητας" και απαξιώνεται ως "καπέλωμα" της ανώτερης αυθεντίας της ακατέργαστης εμπειρίας, είναι επίσης, με άλλα λόγια, μια δήλωση για το ότι η εμπειρία του μικροαστού είναι κατά βάσηεπιβεβαιωτική των αυταπατών του.


Όταν οι μικροαστοί φτάσουν να δουν και οι ίδιοι την εμπειρία με όρους καταστροφικής ήττας των προσδοκιών τους, οι δρόμοι τους σε ό,τι αφορά τα πολιτικά φαινόμενα γίνονται μόνο δύο: η αποδοχή του μαρξισμού-λενινισμού ως συνώνυμου με την θεωρία ως τέτοια, ή ο φασιστικός αντιθεωρητισμός, δηλαδή η παύση της ταλάντευσης ανάμεσα στην άρνηση κάθε θεωρητικής αυθεντίας και την πρόκριση κάθε υποταγής στην αυθαιρεσία αυτού που συμβαίνει να υπάρχει, προς ολικό όφελος της δεύτερης. Ο φασισμός δεν είναι παρά η δια της ωμής βίας νομιμοποίηση της πλήρους υποταγής της σκέψης στην αυθαιρεσία της εμπειρίας: ό,τι συμβαίνει να υπάρχει είναι και αυτό που οφείλει να υπάρξει, η πηγή κάθε ηθικής και πολιτικής νόρμας, του κλουβί στο οποίο πρέπει να εγκλωβιστεί κάθε ιδέα, έστω και δια ροπάλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου