Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

ΒΙΕΤΝΑΜ: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ ΜΕ ΚΑΛΑΜΙ…- ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΒΙΕΤΝΑΜ(ΚΟΜΕΠ)


Η Κόκκινη Σημαία

του Πέτρου Παπακωνσταντίνου
12-03-2000, εφημερίδα ΠΡΙΝ



Για τις γενιές της δεκαετίας του ’60 και του 70, το Βιετνάμ του Χο Τσι Μινχ και του στρατηγού Γκιαπ ήταν το ανεξίτηλο σύμβο­λο που χώριζε την επανάσταση από τον ιμπεριαλισμό, το δίκιο από το άδι­κο, τον ηρωισμό από τη θηριωδία.

Εικοσιπέντε χρόνια από τη μέρα που το τελευταίο ελικόπτερο απογειωνόταν ά­ρον άρον από την ταράτσα της αμερικανι­κής πρεσβείας της Σαϊγκόν και τα τεθω­ρακισμένα του Λαϊκού Στρατού γκρέμιζαν την πύλη του προεδρικού μεγάρου, τα σύ­νορα δεν είναι εξίσου ευδιάκριτα.

Στους σημερινούς γιορτασμούς της ι­στορικής νίκης, το Ανόι θα πλημμυρίσει από σφυροδρέπανα, πορτρέτα του Μαρξ, του Λένιν και του Χο Τσι Μινχ και εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους κάθε ηλικίας. Μαζί τους όμως θα βρίσκονται και δεκάδες πρώην Ράμπο και νυν μεγα­λοεπιχειρηματίες Αμερικα­νοί, που ετοιμάζονται να εκμεταλλευθούν τις επεν­δυτικές δυνατότητες της «οικονομικής ανανέωσης», την οποία εφαρμόζει το καθεστώς από το 1986.

Οι απολογητές της παγκοσμιοποιημένης φρίκης θα πανηγυρίσουν χαιρέκα­κα: «Τι περιμένατε; Η εθνι­κή ανεξαρτησία δεν είναι ά­ραγε κραυγαλέος αναχρονι­σμός στην εποχή της πα­γκοσμιοποίησης; Και αν ά­ντεξαν τις ναπάλμ, πώς θα μπορούσαν να αντέξουν τις σφαίρες από ζάχαρη»; Από εντελώς διαφορετική σκοπιά, συγκλίνουν στην ίδια εκτίμηση-υποτίμηση της βιετνα­μέζικης επανάστασης τα «ανανεωτικά» ρεύματα μιας Αριστεράς που βλέπει στον καθρέφτη της ιστορίας την ομορφότερη του κόσμου. Εννοούμε όλους αυτούς που στο πρόσωπο του Βιετνάμ – αλλά, λίγο πολύ όλων των «κόκκινων» επαναστάσεων του περασμένου αιώνα- δεν βλέπουν παρά εθνικοαπελευθερωτικά, αντιφεουδαρχικά, αστικοδημοκρατικά κινήματα με τον κομμουνισμό απλή σημαία ευκαιρίας και το γραφειοκρατικό εκφυλισμό αναπό­δραστη συνέπεια.


Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφο­ρετική. Αν και δημιουργήθηκε σε μια κα­τεξοχήν αγροτική χώρα, το ΚΚ Βιετνάμ (αρχικά ΚΚ Ινδοκίνας), εξέφραζε, στο πρόγραμμα, την ιδεολογία και ως ένα βαθμό και τη σύνθεση του την εργατική στρατηγική για τη λύση του εθνικού και του κοινωνικού ζητήματος. Ο ιστορικός ηγέτης του, ο Χο Τσι Μινχ, έχοντας ζήσει ως εργάτης για πολλά χρόνια στο Λονδί­νο και το Παρίσι, υπήρξε ηγετικό μέλος του ΚΚ Γαλλίας και σημαίνον στέλεχος της λενινιστικής Διεθνούς, ήδη από το 2ο συνέδριο του 1920. Εν τέλει, η νίκη του Βιετνάμ δεν ήταν η νίκη ενός στενό εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος αλλά ο θρίαμβος ενός διεθνιστικού επαναστα­τικού ρεύματος, με μεγάλη απήχηση στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις.

Έχοντας πληρώσει βαρύτατο τίμημα για τη νίκη του (τρία εκατομμύρια νεκροί και μια οικονομία πέρα για πέρα κατε­στραμμένη) και έχοντας δεχθεί δύο οδυ­νηρά πισώπλατα χτυπήματα στη συνέχεια (την κινεζική εισβολή του 1979 και τον τερματισμό της σοβιετικής βοήθειας το 1985), το Βιετνάμ αναγκάστηκε να προχωρήσει σε επώδυνους συμβιβα­σμούς τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, η πορεία του δεν μπορεί να συγκριθεί ού­τε με τις άθλιες γραφειοκρατίες της Ανα­τολικής Ευρώπης ούτε με την αυταρχική-καπιταλιστική στροφή της Κίνας του Ντενγκ Χσιάο Πινγκ. Οι δεσμοί του ΚΚ Βιετνάμ με τις λαϊκές μάζες δεν αμφι­σβητούνται ούτε από το αμερικανικό Τάιμ το οποίο στο τελευταίο του τεύχος ομολογούσε ότι και με δυτικού τύπου ε­κλογές οι κομμουνιστές θα κέρδιζαν εύ­κολα την εξουσία.

Σαν τον ήρωα του γνωστού τραγουδιού του Σαββόπουλου, η βιετναμέζικη επανά­σταση «ανασαίνει με καλάμι», κρυμμένη κά­τω από τα λιμνάζοντα νερά της εποχής μας, προσβλέποντας σε καλύτερους και­ρούς που θα της επιτρέψουν να ξαναβγεί στο φως του ήλιου. Αν προλάβει. Αν μπο­ρέσει. Και αν όλοι εμείς, οι αφ’ υψηλού κριτές, μπορέσουμε να τη βοηθήσουμε…

ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΒΙΕΤΝΑΜ

(Απόσπασμα από άρθρο της ΚΟΜΕΠ(6/2010) με αφορμή την επίσκεψη αντιπροσωπείας του ΚΚΕ στο Βιετνάμ λίγους μήνες πριν)


Ερώτηση: Με βάση τα παραπάνω, σε τι συμπεράσματα καταλήγει η αντιπροσωπεία της ΚΕ του ΚΚΕ;

Ελένη Μπέλλου: Μπορούμε να εκθέσουμε ορισμένες πρώτες παρατηρήσεις, προβληματισμούς, ανησυχίες που άλλωστε εκφράσαμε και στους συντρόφους από το ΚΚ Βιετνάμ, σε όλες μας τις συζητήσεις.

Νομίζουμε ότι η εργατική τάξη, αλλά και η φτωχή αγροτιά στο Βιετνάμ βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορικά ιδιαίτερη δυσκολία της ταξικής πάλης: Το ΚΚ Βιετνάμ έγινε κόμμα εξουσίας καθοδηγώντας στη νίκη τον ηρωικό αγώνα του λαού ενάντια στο γαλλικό και στη συνέχεια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, αλλά και με την υλική και πολιτική στήριξη των δυνάμεων του σοσιαλισμού και κυρίως της ΕΣΣΔ. Ετσι ανοίχτηκε ένας δρόμος εκβιομηχάνισης της οικονομίας του στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας και όχι με κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων. Αυτός ο δρόμος είχε εγγενείς δυσκολίες που οφείλονταν στην καθυστέρηση των υλικών προϋποθέσεων. Χαρακτηριστικό αυτής της καθυστέρησης είναι το γεγονός ότι στη δεκαετία του 1960 υπήρχε ακόμη εθνότητα (στο βορρά της χώρας) που ζούσε στις σπηλιές, χωρίς ένδυση-υπόδηση (πληροφορία καταγεγραμμένη στο Μουσείο Εθνογραφίας). Στις δυσκολίες αυτού του δρόμου κοινωνικής ανάπτυξης ενδεχομένως καταγράφονται και υποκειμενικές αδυναμίες στην κατανόηση του ρόλου της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του κεντρικού σχεδιασμού. Δηλαδή κάθε πρωτόγονη αγροτική κοινότητα (από την άποψη των παραγωγικών δυνάμεων) δεν μπορεί να θεωρηθεί μονάδα της κοινωνικής ιδιοκτησίας ικανή να ενταχθεί στον κεντρικό σχεδιασμό. Σήμερα «διορθώνονται» τέτοια λάθη, αλλά με λαθεμένες θεωρητικές γενικεύσεις και πρακτικές, που καταλογίζουν στον κεντρικό σχεδιασμό τη χαμηλή παραγωγικότητα αυτών των παραγωγικών δυνάμεων.

Παρατηρείται αδυναμία ή και λαθεμένη θεωρητική εξήγηση του κοινωνικο-οικονομικού άλματος που επιχειρήθηκε στο Βιετνάμ από την απελευθέρωσή του και όσο είχε την οικονομική και πολιτική στήριξη της ΕΣΣΔ.

Στον 20ό αιώνα είχαν συντελεστεί και άλλα τέτοια κοινωνικά άλματα, μέσα στην ΕΣΣΔ, στην Κούβα, με το πέρασμα από την αγροτική στη βιομηχανική παραγωγή χωρίς τη συγκρότηση καπιταλιστικής κοινωνίας. Η δυνατότητα τέτοιων αλμάτων οφειλόταν στη γενική ωρίμανση της δυνατότητας περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, δηλαδή στο γεγονός ότι ο καπιταλισμός διέτρεχε την πλέον αντιδραστική εποχή του. Η πραγματοποίηση τέτοιων ιστορικών αλμάτων εξαρτιόταν από το διεθνή και περιφερειακό συσχετισμό, ανάμεσα στις δυνάμεις του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού, από τη δυναμική της σοσιαλιστικής συσσώρευσης και βεβαίως από τη δυνατότητα της σοσιαλιστικής ανάπτυξης - κομμουνιστικής εμβάθυνσης στην ΕΣΣΔ.

Αλλά και η ιστορία της ανάπτυξης και κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος έχει να επιδείξει την ενσωμάτωση στον καπιταλισμό πρωτόγονων κοινοτικών ή δουλοκτητικών κοινωνιών (στην Αμερική, στην Αυστραλία). Τόσο η ιστορία του καπιταλισμού όσο και η νηπιακή ιστορία του σοσιαλισμού έχουν περιπτώσεις ιστορικά προσωρινών πισωγυρισμάτων. Το ζήτημα είναι η αντικειμενική εξήγησή τους, αλλά και η θωράκιση του εργατικού κινήματος σε περιόδους ήττας. Αυτό που κρίνεται είναι αν το εργατικό κίνημα θα θωρακιστεί ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά με σκοπό την ανασύνταξη και το σταδιακό πέρασμα στην αντεπίθεση ή αν θα βρεθεί διαλυμένο, ιδεολογικά-πολιτικά χειραγωγημένο από τις καπιταλιστικές δυνάμεις που κέρδισαν.

Από αυτή τη σκοπιά κρίνουμε το θεωρητικό σχήμα και την πολιτική «της οικονομίας της αγοράς με σοσιαλιστικό προσανατολισμό» ως προς τα εξής:

Πρώτον, η αγορά -παραγωγή από εμπορευματοπαραγωγούς για την ανταλλαγή- προϋπήρχε της καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά κυριάρχησε μόνο με την κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων, δηλαδή με την εκτεταμένη απώλεια των μέσων παραγωγής που διέθεταν οι εμπορευματοπαραγωγοί και τη μετατροπή αυτών σε μισθωτούς από τους κατόχους τεχνικά πιο αναπτυγμένων και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής. Δηλαδή κυριάρχησε ως καπιταλιστική αγορά.

Στο Βιετνάμ, όπως άλλωστε πολύ νωρίτερα στην Κίνα, δεν μπορεί να υπάρξει μια κυρίαρχη «οικονομία της αγοράς» με προκαπιταλιστικά χαρακτηριστικά. Είναι καπιταλιστική η παραγωγή και η αγορά που οργανώνεται και διευρύνεται είτε με τη μερική ιδιωτικοποίηση προηγούμενα κρατικών παραγωγικών μονάδων είτε με τις άμεσες ξένες επενδύσεις είτε με επαναπατρισμό κεφαλαίων βιετναμέζων εμιγκρέδων.

Αλλωστε, το κίνητρο της καπιταλιστικής επένδυσης είναι παντού και πάντα το κέρδος και μάλιστα το κέρδος χωρίς όρια, βγαλμένο από τον όσο το δυνατό μεγαλύτερο βαθμό εκμετάλλευσης.

Αυτό σημαίνει ότι η εργατική τάξη αυτοτελώς οργανώνεται, αμύνεται, παλεύει για τους όρους μίσθωσής της από το κεφάλαιο. Δε μπορεί και δεν πρέπει να απεμπολήσει τα δικαιώματά της στο όνομα μιας καπιταλιστικής «εθνικής ανάπτυξης».

Δεύτερον, ο ρόλος του ΚΚ Βιετνάμ παρουσιάζει την εξής ιστορική ιδιαιτερότητα: αφενός είναι το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης, αφετέρου το κόμμα που κυβερνά με μια πολιτική που αντικειμενικά ενισχύει τις καπιταλιστικές σχέσεις. Αυτή η αντίφαση δεν μπορεί να παραμένει για πολύ σε μια σχετικά ήρεμη κατάσταση. Αργά ή γρήγορα θα οξυνθεί, είτε με όξυνση της διαπάλης και εκδήλωση κρίσης μέσα στο κόμμα είτε με σταδιακή απώλεια του εργατικού χαρακτήρα του κόμματος. Είναι χαρακτηριστική η απόφαση να γίνονται μέλη του ΚΚ επιχειρηματίες, η διαπάλη για το άρθρο του Συντάγματος σχετικά με τον καθοδηγητικό ρόλο του ΚΚ στην κοινωνία, η ενίσχυση δυνάμεων που διεκδικούν αναγνώριση της δυνατότητας να δημιουργηθούν και άλλα κόμματα. Αντανάκλαση όλων αυτών στην κυβερνητική πολιτική του κόμματος είναι π.χ. η ύπαρξη του ιδιωτικού κεφαλαίου στους κοινωνικούς τομείς της υγείας, της παιδείας, τα δίδακτρα σε όλες τις βαθμίδες των κρατικών φορέων εκπαίδευσης.

Από την άλλη μεριά υπάρχουν ακόμα περιθώρια ένα ΚΚ σε συνθήκες όπως του Βιετνάμ να υπερασπίζεται τους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης στο κεφάλαιο, γιατί ξεκινά από πολύ χαμηλά η αξία της, σε σύγκριση με εκείνη στη διεθνή καπιταλιστική αγορά. Δηλαδή μια ξένη επένδυση στο Βιετνάμ έχει δυνατότητα υπερκέρδους με μισθούς πολύ χαμηλούς σε σύγκριση με εκείνους στη χώρα συσσώρευσής του, που ανεβάζουν όμως το επίπεδο διαβίωσης της καθυστερημένης χώρας. Ετσι το ΚΚ Βιετνάμ μπορεί να έχει ως κυβερνητικό κόμμα ορισμένη παρέμβαση στις συμφωνίες με το ξένο κεφάλαιο ως προς τους μισθούς και άλλους όρους της αγοράς εργατικής δύναμης. Αλλά αυτού του είδους η κρατική παρέμβαση δε συνιστά «πορεία προς το σοσιαλισμό» ή «σοσιαλιστικό προσανατολισμό». Δεν αποτέλεσε ούτε στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, π.χ. στη Σουηδία, με σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στη διακυβέρνηση επί δεκαετίες που εφάρμοσαν γενικευμένη πολιτική κοινωνικών παροχών.

Ούτε κυβερνητικά προγράμματα διαχείρισης της ακραίας φτώχειας συνιστούν «σοσιαλιστική κατεύθυνση». Τέτοια, καθώς και αντίστοιχα εκπορευόμενα από τους καπιταλιστές, την εκκλησία κλπ., υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν όσο υπάρχει καπιταλισμός.

Επίσης, η ύπαρξη ενός «κομμουνιστικού» ή «σοσιαλιστικού» ή «σοσιαλδημοκρατικού» κόμματος στη διακυβέρνηση, δηλαδή με πολιτική εξασφάλισης και κάποιων κρατικών επιχειρήσεων σε συνθήκες κυριαρχίας της κεφαλαιακής σχέσης, δεν ανέτρεψε την πηγή της ανισομετρίας και της αναρχίας στην παραγωγή και στην κατανομή του προϊόντος της, την πόλωση μεταξύ πλούτου και φτώχειας, την εκδήλωση κρίσεων υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Ιστορικά έχει κριθεί η λεγόμενη «μικτή οικονομία», που σε καμία περίπτωση δεν οδήγησε σε σοσιαλισμό.

Επομένως η οικονομία του Βιετνάμ είναι εκτεθειμένη σε μια τέτοια προοπτική, η εργατική τάξη και ο φτωχός αγροτικός πληθυσμός είναι εκτεθειμένοι στον κίνδυνο μιας τρομακτικής επιδείνωσης της θέσης τους σε συνθήκες εκδήλωσης οικονομικής κρίσης.

Το ΚΚ θα δικαιώσει τον τίτλο του στο βαθμό που θα έχει προετοιμάσει την εργατική τάξη σε συμμαχία με τη φτωχή αγροτιά για νέα φάση της ταξικής πάλης, ζήτημα που θα κριθεί ιστορικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου