Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός

Επειδή ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν είναι μια έννοια άδεια από περιεχόμενο, κι επειδή τις τελευταίες μέρες γίνεται μια πραγματική επίθεση στις ΘΕΣΕΙΣ γύρω από το ζ'ήτημα ένα παλιό διαφωτιστικό άρθρο από το "Ριζοσπάστη":


"Η εσωκομματική δημοκρατία, επόμενα, δε διαιρείται σε δημοκρατία της βάσης και της κορυφής, καθώς το κόμμα αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, από το οποίο δεν πρέπει και δεν μπορείς να αποσπάσεις την καθοδήγηση από τη βάση και αντίστροφα." 

Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός εκφράζει τη διαλεκτική σχέση της ιδεολογίας και των οργανωτικών βάσεων του κόμματος. Καθορίζεται από το περιεχόμενο της ταξικής πάλης και από το ρόλο του κόμματος ως πρωτοπορίας. Είναι αδύνατο να είσαι κομμουνιστής με όλη τη σημασία της λέξης και να αρνείσαι το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Το θέμα δεν είναι να κατανοείται στενά, δηλαδή το γράμμα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, αλλά ο προορισμός του. Δεν είναι ένας τύπος, αλλά ουσία, άρα το κύριο είναι η ζωντανή και απαρέγκλιτη εφαρμογή του. Είναι ανάγκη να κατανοείται η συγκεντρωτική πλευρά της δημοκρατίας και η δημοκρατική πλευρά του συγκεντρωτισμού.

Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν έχει αποστολή να διασφαλίζει μόνο τον τρόπο εκλογής και τον τρόπο λήψης και εφαρμογής αποφάσεων. Η επενέργειά του είναι πολύ ευρύτερη. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δίνει τη δυνατότητα στο κόμμα να υπερβαίνει τον τοπικό κατατεμαχισμό. Να συνενώνει την τοπική δουλιά, ώστε να αποτελεί αυτή δουλιά του ενός και του ίδιου κόμματος. Δίχως συντονισμό ο Λένιν τόνιζε ότι χάνονται 9/10 της δουλιάς.

Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός διασφαλίζει να αξιοποιούνται οι τοπικές απόψεις και να στηρίζουν τη γενική πείρα.
Συμβιβάζει την τοπική με τη γενική δράση. Η τήρηση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, οι αρχές και οι κανόνες λειτουργίας του κόμματος πρέπει να συνδυάζονται αναπόσπαστα με την ενίσχυση των ιδεολογικών πεποιθήσεων των κομμουνιστών και την εξασφάλιση κάθε μέλους να έχει και να λέει γνώμη.

Το κόμμα, όπως λέει ο Λένιν, δεν είναι οικογενειακός όμιλος. Απαιτείται ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο, παράλληλα με την πειθαρχία, συλλογικότητα στην καθοδήγηση και γενικά συλλογικό πνεύμα. Το ενιαίο καθοδηγητικό κεντρικό όργανο, δηλαδή η ΚΕ, σύμφωνα με την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, έχει υποχρέωση να διασφαλίζει τη συλλογική επεξεργασία και την ενιαία δράση.

Δεν αρκεί η ενότητα στα ζητήματα του προγράμματος και τακτικής για την ενότητα του κόμματος. Χρειάζεται και οργανωτική ενότητα με βάση το Καταστατικό, η υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία. Στην πορεία δράσης του κόμματος μπορεί να εμφανιστούν ορισμένες αντιθέσεις, που αν δεν προσεχτούν, μπορεί να εξελιχτούν σε σοβαρό κομματικό πρόβλημα, σε κρίση, όπως:

1) Ιδεολογική ομοφωνία χωρίς σταθερή οργανωτική ενότητα.

2)Οργανωτική ενότητα χωρίς αντίστοιχη ιδεολογική ομοφωνία.

Οι ιδεολογικές διαφωνίες επιδρούν στην οργανωτική ενότητα, αλλά και η ανοργανωσιά ενισχύει τις παρεκκλίσεις. Η εξασθένηση των αρχών κομματικής οικοδόμησης εξασθενίζει και το ιδεολογικό, πολιτικό περιεχόμενο του κόμματος. Οι συγχύσεις επίσης μπορεί να μετατραπούν σε σοβαρή διαφωνία με ιδεολογικό περιεχόμενο, αν δεν αντιμετωπιστούν με σωστή δουλιά και βοήθεια των συντρόφων και συντροφισσών.

Ενα ζήτημα που πρέπει μόνιμα να απασχολεί είναι το πως αναζητούμε τον καλύτερο και πιο αποτελεσματικό «χειρισμό» του κομματικού μέλους που δεν κατανοεί ή παραβιάζει αρχές και κανόνες λειτουργίας. Δηλαδή η αντιμετώπιση του ανθρώπινου παράγοντα μέσα στην κομματική ζωή, χωρίς να διακινδυνεύουμε να καλλιεργείται η υποτίμηση στο σεβασμό των αρχών.

Το πρόβλημα δε λύνεται με συνταγές, χρειάζεται όμως να το έχουμε μπροστά μας σε κάθε περίπτωση, να συνειδητοποιούμε τη φύση του, να καταπιανόμαστε σοβαρά με τέτοια προβλήματα, υπεύθυνα και συλλογικά.

Η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, που αποτελεί δύναμη και όπλο του κόμματος, δέχεται τα πυρά των οπορτουνιστών, που σε αρκετές περιπτώσεις ξεκινούν την προσπάθεια αποδιοργάνωσης και διάλυσης του κόμματος με το χτύπημα αυτής της αρχής και στη συνέχεια επιδιώκουν να περάσουν τις διαλυτικές απόψεις τους. Συνήθης οπορτουνιστική θεωρία είναι η αναγόρευση των τάσεων ως δημοκρατία, ενώ η άρνηση και απαγόρευση των τάσεων θεωρείται αυταρχισμός και περιορισμός της ελευθερίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι οπορτουνιστικές απόψεις «πιάνουν» γιατί πατάνε σε αδυναμίες ή παραβιάσεις του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, σε υπαρκτά προβλήματα. Οι οπορτουνιστές δε θέλουν να τα διορθώσουν, αλλά να τα χρησιμοποιήσουν για την κατάργηση της αρχής.

Στα αστικά και μικροαστικά κόμματα το τελευταίο διάστημα εμφανίστηκαν πολλές συζητήσεις για την αρχή της πλειοψηφίας, την ύπαρξη ή όχι τάσεων, ακόμα και για το αν τα στελέχη μπορεί να διαφωνούν δημόσια.

Στα αστικά και μικροαστικά κόμματα το τελευταίο διάστημα εμφανίστηκαν πολλές συζητήσεις για την αρχή της πλειοψηφίας, την ύπαρξη ή όχι τάσεων, ακόμα και για το αν τα στελέχη μπορεί να διαφωνούν δημόσια.

Η συζήτηση αυτή αποκαλύπτει ότι ο σεβασμός της απόφασης της πλειοψηφίας και η ενιαία δράση είναι ανάγκη για όλα τα κόμματα, χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει δημοκρατικό συγκεντρωτισμό.
Για τη σχέση «βάσης και καθοδήγησης»

Η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού δικαιολογημένα έχει συγκεντρώσει τα πυρά της αστικής, μικροαστικής και οπορτουνιστικής προπαγάνδας, αφού από τη φύση της, όταν εφαρμόζεται σωστά, αποτελεί καθοριστική πηγή δύναμης για το Κόμμα στη σκληρή καθημερινή του δράση. Γνωστές είναι οι προσπάθειες που καταβάλλονται να αποδειχθεί ότι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός παράγει από τη φύση του την αντίθεση βάσης και καθοδήγησης. Οτι κατοχυρώνει την αυθαιρεσία της καθοδήγησης έναντι της βάσης και ότι η βάση αντιπροσωπεύει τη δημοκρατία, ενώ η καθοδήγηση τον αυταρχισμό και τον ετσιθελισμό, την ιδιοτέλεια, την αυθαιρεσία.

Η προπαγάνδα αυτή χρησιμοποιεί πολλά επιχειρήματα που ταιριάζουν όμως στα χαρακτηριστικά και στον τρόπο οργάνωσης της αστικής κοινωνίας και των αστικών κομμάτων. Υπηρετούν συγκεκριμένη σκοπιμότητα: Να αποδοθούν οι αντιλαϊκές επιλογές των αστικών και μικροαστικών κομμάτων σαν επιλογές ηγεσιών, προσώπων και όχι σαν επιλογές που εκφράζουν και αντανακλούν συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Απηχούν εμπειρίες οργανωμένων μελών των κομμάτων αυτών που βλέπουν την ηγεσία τους να υιοθετεί πολιτική και θέσεις που έρχονται σε αντίθεση με τις δικές τους πεποιθήσεις και εμπειρίες.

Τέτοιες αντιθέσεις έχουν βεβαίως παρουσιαστεί στην ιστορική πορεία του Κόμματος, δηλαδή όταν παραβιάζεται ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, ή δε λειτουργεί σωστά ο δεσμός της δημοκρατίας με το συγκεντρωτισμό, η διαλεκτική τους σχέση. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δε λειτουργεί από μόνος του, αλλά με τη ζωντανή συνεπή δράση, με τη συνεχή επαγρύπνηση όλου του Κόμματος. Επόμενα η τήρησή του απαιτεί επαγρύπνηση. Η απαιτητικότητα στην πιστή τήρησή του δεν πρέπει να υποχωρεί ποτέ.

Η ευθύνη καθοδήγησης, των στελεχών, στη λειτουργία και συνεπή εφαρμογή του, είναι πολύ μεγαλύτερη σε σύγκριση με την ατομική ευθύνη του ξεχωριστού κομματικού μέλους. Η παραβίαση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού από στελέχη, από καθοδηγητικά όργανα, έχει πολύ μεγαλύτερες και βαθύτερες, καθοριστικές συνέπειες από το αν γίνεται μεμονωμένα σε μια ΚΟΒ ή από ορισμένα μέλη του κόμματος. Τοπικού χαρακτήρα παραβιάσεις αντιμετωπίζονται πολύ πιο εύκολα, δεν απειλούν γενικότερα την πορεία του Κόμματος.

Η «δημοκρατία» της καθοδήγησης κρίνεται από το αν καταφέρνει να συγκεντροποιεί δημοκρατικά τις γνώμες, την πείρα και τη δράση όλου του Κόμματος. Αν επιτυγχάνει την υλοποίηση των αποφάσεων, αν διασφαλίζει την ενιαία δράση, το δημιουργικό έλεγχο, την κριτική και αυτοκριτική. «Η δημοκρατία» της βάσης κρίνεται από το κατά πόσο αυτή συμμετέχει στην επεξεργασία και την πρακτική προώθηση των κομματικών αποφάσεων, στο δημοκρατικό σχηματισμό της απόφασης της πλειοψηφίας.

Η εσωκομματική δημοκρατία, επόμενα, δε διαιρείται σε δημοκρατία της βάσης και της κορυφής, καθώς το κόμμα αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, από το οποίο δεν πρέπει και δεν μπορείς να αποσπάσεις την καθοδήγηση από τη βάση και αντίστροφα. Η ειδική ευθύνη των στελεχών πηγάζει από τα δικαιώματα και τις δυνατότητες που έχουν λόγω των ευρύτερων και πιο σύνθετων καθηκόντων που επιτελούν. Αναμφισβήτητα η κριτική και τα καταστατικά μέτρα πρέπει να είναι πολύ πιο αυστηρά όταν στελέχη παραβιάζουν το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Μέτρα πρέπει να παίρνονται επίσης όταν στελέχη δεν πρωτοστατούν στη σωστή εφαρμογή του, παρά τις υποδείξεις και την προσπάθεια που έγινε να κατανοήσουν την ευθύνη τους.

Η καθοδήγηση, τα στελέχη - ανεξάρτητα από διάθεση, ικανότητα - δεν είναι δυνατό να διασφαλίζουν την τήρηση της βασικής αυτής αρχής, όταν δεν επαγρυπνούν και τα μέλη του Κόμματος.

Σ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου