Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Φ. Παρρής, Κ. Σκολαρίκος-Η πολιτική συμμαχιών του ΚΚΕ στις δεκαετίες 1950-1960. Η πείρα της ΕΔΑ (Ι)




Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ ΤΟΥ ΚΚΕ ΣΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ 1950-1960. Η ΠΕΙΡΑ ΤΗΣ ΕΔΑ
των Φάνη Παρρή και Κώστα Σκολαρίκου
ΚΟΜΕΠ
Τεύχος: 2012 Τεύχος 4-5


via Lenin Reloaded

Τον τελευταίο χρόνο, ιδιαίτερα την προεκλογική περίοδο, προβλήθηκε πολλές φορές η περίπτωση της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ), κυρίως το γεγονός ότι στις βουλευτικές εκλογές του 1958 πήρε ποσοστό 24,42% και κατέκτησε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο κοινοβούλιο.


Το παράδειγμα της ΕΔΑ αξιοποιήθηκε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (στις κεντρικές προεκλογικές συγκεντρώσεις και στα τηλεοπτικά παράθυρα), αλλά και από τον αστικό Τύπο, με ένα στόχο: να πλήξει τη σημερινή επαναστατική στρατηγική του ΚΚΕ - να πιέσουν το ΚΚΕ σε οπορτουνιστική προσαρμογή, ώστε να υποκύψει στις ανάγκες διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται κάτι τέτοιο, μέσω της προβολής [1] στο σήμερα παλιότερων αποφάσεων και θέσεων του ΚΚΕ, παρά τις διαφορετικές συνθήκες και κυρίως τα πολιτικά συμπεράσματα που έχει βγάλει το Κόμμα με συλλογικές διαδικασίες: «…η εργατική τάξη με τους συμμάχους της μισοπρολετάριους φτωχούς αγρότες και αυτοαπασχολούμενους των πόλεων, πρέπει να αγωνιστεί μέχρι την τελική λύση του προβλήματος της εξουσίας, την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας με την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Αποδείχτηκε στην πράξη ότι ήταν λάθος η υιοθέτηση, από το ΚΚΕ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, “ενδιάμεσου” στόχου εξουσίας που χαρακτηριζόταν είτε ως “επαναστατική εξουσία αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα” ή “Λαϊκή Δημοκρατική Κυβέρνηση”, είτε ως “αντιιμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή εξουσία” ή
ως “αντιμονοπωλιακή διακυβέρνηση”.


Η αναγνώριση του παραπάνω λάθους και η ανάλογη διόρθωση της στρατηγικής θα δώσει ώθηση στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης σε κάθε χώρα, αλλά και στην ιδεολογική και πολιτική ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος»[2].



Στις σημερινές συνθήκες της βαθιάς και παρατεταμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και της αναποτελεσματικότητας στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, ασκείται πίεση προς το ΚΚΕ από αστικές και οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις για να ενταχθεί σε ένα μπλοκ δυνάμεων που θα εφαρμόσει μια εναλλακτική αστική διαχείριση με αιχμή μια ευρωπαϊκή συμμαχία που θα ακολουθήσει επεκτατική δημοσιονομική πολιτική με στόχο την ανάκαμψη.


Αυτή η πίεση είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση ψήφων του ΚΚΕ στις τελευταίες εκλογές. Φυσικά η στρατηγική ενός ΚΚ δεν μπορεί να καθορίζεται από τα εκλογικά ποσοστά.


Η ιστορική πείρα του ΚΚΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος (ΔΚΚ) έχει δείξει ότι ο χαρακτήρας των πολιτικών συμμαχιών συνδέεται με τη στρατηγική κάθε κόμματος, αν δηλαδή παλεύει για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος ή για τη μακροημέρευσή του. Το ΚΚΕ επιδιώκει τη διαμόρφωση του ανάλογου συσχετισμού δυνάμεων, τη διαμόρφωση της εργατικής λαϊκής πλειοψηφίας που θα συγκρουστεί για την ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος.


Το ΚΚΕ σήμερα προβάλλει γραμμή συμμαχιών που συσπειρώνει εργάτες, φτωχούς μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους βάσει της θέσης των τάξεων και των κοινωνικών στρωμάτων στο καπιταλιστικό σύστημα, δηλαδή με κριτήριο τον κοινό ταξικό αντίπαλο και όχι τον αυτοπροσδιορισμό των πολιτικών δυνάμεων (π.χ. «αριστερός», «δημοκρατικός σοσιαλισμός» κλπ.). Αυτή η συμμαχία από την ίδια τη στόχευσή της, δηλαδή την αλλαγή της τάξης που βρίσκεται στην εξουσία, έχει και πολιτικό χαρακτήρα, χωρίς να προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την πολιτική συμφωνία του ΚΚΕ με άλλα κόμματα.


Η παραπάνω γραμμή της κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας βασίζεται στην ιστορική πείρα του ΚΚΕ και στην ανάλογη μελέτη της ελληνικής και διεθνούς πείρας. Το Κόμμα έχει αναδείξει μέσα απ’ όλη την επεξεργασία της στρατηγικής του, με τον εμπλουτισμό της από το 15ο έως το 18ο Συνέδριο, πως είναι έγκλημα σε βάρος της εργατικής τάξης η συμμετοχή του ΚΚ σε αστική κυβέρνηση, με όποιον επιθετικό προσδιορισμό και αν έχει αυτή (αριστερή, προοδευτική, αντιιμπεριαλιστική). Τη στιγμή που δεν έχει ανατραπεί η καπιταλιστική εξουσία και ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η κυβέρνηση, η οποία είναι οργανικά δεμένη με το κράτος που υπηρετεί, είναι είτε αντιλαϊκή είτε ανήμπορη για το λαό. Και στις δύο περιπτώσεις είναι επιζήμια για το λαό, άμεσα ή και μεσοπρόθεσμα.


Οπως είναι φανερό η πίεση οπορτουνιστικής προσαρμογής ενάντια στο ΚΚΕ θα ενταθεί, καθώς η καπιταλιστική κρίση θα βαθαίνει. Ελληνικά και ξένα κέντρα του κεφαλαίου επιδιώκουν να πετάξει το Κόμμα τη σημαία της ανειρήνευτης ταξικής πάλης και να «βάλει πλάτη» για να ξελασπώσουν οι καπιταλιστές. Ιδιαίτερα στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης είναι εξαιρετικά επίκαιρη η υπόμνηση του Λένιν που, σε όσους ισχυρίζονταν πως «μας απειλεί οικονομική καταστροφή. Γι’ αυτό είναι λάθος να βγάλει κανείς από τη μέση την αστική τάξη», απαντούσε: «Αυτό είναι αστικό συμπέρασμα. Οσο πιο κοντά είναι η καταστροφή, τόσο επιτακτικότερη γίνεται η απομάκρυνση της αστικής τάξης».[3]


Η πείρα από την ιστορία του ΚΚΕ είναι πολύτιμη. Το ΚΚΕ, μετά από μελέτη χρόνων, με συζήτηση σε όλο το Κόμμα και διαδικασία Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης τον Ιούνη του 2011, υπερψήφισε το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ Β΄ Τόμος, 1949-1968, που αποτελεί μελέτη της εξέλιξης της στρατηγικής του ΚΚΕ, καθώς και της πολιτικής συμμαχιών ως στοιχείου εξαρτώμενου άμεσα από τη στρατηγική. Σε αυτά τα πλαίσια το ΚΚΕ συλλογικά εξέτασε την πείρα των συμμαχιών του στις δεκαετίες 1950-1960 και την απόφασή του για ίδρυση της ΕΔΑ. Οπως για τον ταξικό αντίπαλο η πολιτική είναι επιστήμη για να διατηρεί τα εκμεταλλευτικά της συμφέροντα, έτσι και το Κόμμα της εργατικής τάξης μπορεί να εξοπλίζεται με στέρεα συμπεράσματα από τη μελέτη της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος. Αναδεικνύονται έτσι νομοτέλειες της επαναστατικής στρατηγικής που αφορούν και την πολιτική συμμαχιών.


Από το 1951 έως το 1967 το ΚΚΕ έδρασε μέσα από την ΕΔΑ, στα πρώτα δέκα χρόνια σε πολύ δύσκολες συνθήκες, όπου χιλιάδες μέλη και στελέχη της υπέστησαν τους διωγμούς που υπέστη και το ΚΚΕ. Αυτή η δράση δεν μειώνεται ούτε στο ελάχιστο ούτε ακυρώνεται από την κριτική τοποθέτηση έναντι του εγχειρήματος ίδρυσης της ΕΔΑ.


Με βάση αυτή τη συλλογική πείρα του Κόμματος θα σταθούμε σε βασικά συμπεράσματα που αναδεικνύονται ως διαχρονικά και ιδιαίτερα επίκαιρα για τη σύγχρονη επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης και της συνειδητής οργανωμένης πρωτοπορίας της, του ΚΚΕ.






Η ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΔΑ


Κατά την έναρξη της δεκαετίας του 1950 ένα τμήμα της αστικής τάξης προσανατολιζόταν στο στόχο διαμόρφωσης ενός «ΚΚΕ εθνικού και αντιζαχαριαδικού», δηλαδή ενός ΚΚΕ που θα είχε αρνηθεί τον προλεταριακό διεθνισμό, την επαναστατική γραμμή, που θα αποκήρυττε τον αγώνα του ΔΣΕ.


Από τα παραπάνω είναι κατανοητό πως η πολιτική συμμαχιών ενός ΚΚ δεν πραγματοποιείται σε πολιτικό κενό, αλλά έχει ν’ αντιμετωπίσει το σύνολο των επιδιώξεων της άρχουσας τάξης, η οποία έχει μεγάλη πείρα και σταθερή στρατηγική στόχευση να τσακίσει την πρωτοπορία της εργατικής τάξης και οπωσδήποτε να τη μεταλλάξει, να την οδηγήσει σε συμβιβασμό, με την ενίσχυση του οπορτουνισμού στις γραμμές της. Η ιστορία αναδεικνύει πως πλήγματα που δεν κατάφερε στην εργατική τάξη και το κόμμα της η ωμή και θεσμική κρατική βία, οι καθοδηγούμενες συμμορίες από το κράτος, η λευκή τρομοκρατία, το πέτυχε πολλές φορές η οπορτουνιστική διάβρωση, η υποχώρηση σε επίπεδο συλλογικής σκέψης, η ασυνέπεια λόγων και έργων, η ακύρωση των αγωνιστικών επαναστατικών δεσμών με την εργατική τάξη.


Η στρατιωτική ήττα του ΔΣΕ το 1949 είχε αρνητική επίδραση στη διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Από την άλλη όμως η μεγάλη ΕΑΜική αντίσταση, ο Δεκέμβρης του ’44 και η κορυφαία ένοπλη ταξική σύγκρουση του ΔΣΕ είχαν αφήσει θετικό αποτύπωμα στη συνείδηση της εργατικής τάξης, της φτωχής αγροτιάς και των υπόλοιπων καταπιεζόμενων, γεγονός που εκδηλωνόταν παρά το όργιο φυλακίσεων, εξοριών και εκτελέσεων και τη διογκούμενη αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Συνέχιζε να υπάρχει η αίσθηση μιας νέας ανάτασης της λαϊκής πάλης, σ’ αυτό επιδρούσαν και οι εξελίξεις στο διεθνές επίπεδο. Οι εννέα χώρες που αποσπάστηκαν σε Ασία και Ευρώπη από το σύστημα του ιμπεριαλισμού και προχωρούσαν στη σοσιαλιστική οικοδόμηση δημιουργούσαν την αίσθηση μιας γενικότερης επέλασης των δυνάμεων του σοσιαλισμού.


Η καπιταλιστική οικονομία στην Ελλάδα προχωρούσε πλέον στη φάση της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης που αντικειμενικά είχε καθυστερήσει την περίοδο 1946-49, η καπιταλιστική ανάπτυξη συντελούνταν εν μέσω έντονων ενδοαστικών αντιπαραθέσεων για το χαρακτήρα της και αντεγκλήσεων σχετικά με το πρόταγμα του σχεδίου ανάπτυξης ή της δημοσιονομικής σταθερότητας. Φυσικά για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα η καπιταλιστική ανάπτυξη σήμαινε λιτότητα, φτώχεια, εξαθλίωση και όχι γενική ευημερία, όχι άμεση βελτίωση του επιπέδου λαϊκής διαβίωσης. Οπωσδήποτε όμως η καπιταλιστική ανάπτυξη ανέδειξε νέα μεσαία στρώματα, καλύτερα αμειβόμενα τμήματα της μισθωτής εργασίας, καθώς και την απαραίτητη διευρυμένη κρατική υπαλληλία, δηλαδή παράγοντες που επιδρούσαν ανασταλτικά στη ριζοσπαστικοποίηση των συνειδήσεων και συντελούσαν στην καθήλωσή τους στην προσπάθεια ατομικής κοινωνικής ανέλιξης σε συμβιβασμό με το αστικό καθεστώς.


Στο στρατόπεδο του αστικού πολιτικού κόσμου ήταν έντονη η ανησυχία για την ανασύνθεσή του, για τη συγκρότηση σχετικά σταθερών αστικών κομμάτων - σχηματισμών που θα έπαιζαν το παιχνίδι της κυβερνητικής εναλλαγής. Χαρακτηριστικά στις 20 Ιούλη του 1951, ο Ελληνοαμερικανός βουλευτής της Μινεσότα Κρίστι τόνιζε: «Συνιστώ να γίνη προσπάθεια όλων των πολιτικών παραγόντων δια μία συγχώνευσιν των πολλών πολιτικών κομμάτων εις δύο ή τρία το πολύ, ώστε να αποκτήσει η χώρα σταθερά κυβέρνησιν και ισχυράν αντιπολίτευσιν...»[4]. Ανάλογα και ο αντικομμουνιστής δημοσιογράφος και συγγραφέας Σπύρος Μελάς επισήμαινε: «Η κατάτμησις των εθνικών πολιτικών δυνάμεων [...] αποτελεί και την κύριαν δυσκολία διά μίαν πάγιαν συνεννόησιν, η οποία θα έδινεν εις την εσωτερικήν σας κατάσταση την σταθερότητα εκείνην που απαιτούν αι σημεριναί ιστορικαί περιστάσεις»[5].


Ανασταλτικά στη σταθεροποίηση του αστικού πολιτικού συστήματος λειτουργούσε η προσπάθεια εξισορρόπησης αντιτιθέμενων αστικών συμφερόντων και παραγόντων που είχαν διαμορφωθεί όλη την προηγούμενη δεκαετία, όπως η ύπαρξη πολυποίκιλων κρατικών μηχανισμών (αστικά πολιτικά κόμματα, Παλάτι, στρατός, παραστρατιωτικές οργανώσεις, ντόπιες και ξένες μυστικές υπηρεσίες, επιτελεία των ΗΠΑ κλπ.). Από το 1944 και εξής ο κίνδυνος απώλειας της αστικής εξουσίας είχε οδηγήσει σε μια βιαστική συνένωση το τμήμα της αστικής τάξης που βρισκόταν σε συνεργασία με τον αγγλικό ιμπεριαλισμό, ένα άλλο κομμάτι που είχε παραμείνει στη χώρα κατά τη διάρκεια της Κατοχής και συνεργάστηκε με το γερμανικό ιμπεριαλισμό, αστικές δυνάμεις που έδρασαν σε αντιστασιακές οργανώσεις (ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ κ.ά.), κρατικές κατασταλτικές δυνάμεις των «δοσίλογων» κυβερνήσεων, παραστρατιωτικές δυνάμεις που ιδρύθηκαν από τους Γερμανούς, δυνάμεις του βρετανικού και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ή υπό τον έλεγχό του κ.ά. Ακόμα και περιπτώσεις αστών που είχαν ενταχθεί στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (αξιωματικοί κ.ά.), αμέσως μετά την απελευθέρωση συντάχθηκαν με τις δυνάμεις του κεφαλαίου και στη συνέχεια ενάντια στο ΔΣΕ.


Οι δυσκολίες στη σταθεροποίηση του αστικού πολιτικού συστήματος, σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη νέα ανάταση του λαϊκού παράγοντα, δεδομένης της επιμονής του ΚΚΕ στην ανασυγκρότηση και δράση των παράνομων κομματικών οργανώσεων, είχαν αρχίσει να δημιουργούν ανησυχίες στις δυνάμεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, οι οποίες είχαν αυξημένο ρόλο, εξαιτίας της καθοριστικής τους βοήθειας στην αστική τάξη της Ελλάδας να νικήσει το ΔΣΕ.


Η άρχουσα τάξη αξιοποιούσε την εκτός νόμου θέση του ΚΚΕ και τις διώξεις ενάντια στην ταξική συνδικαλιστική δράση με στόχο να ξεριζώσει την επιρροή του, να τρομοκρατήσει το εργατικό και λαϊκό κίνημα, να αποκαταστήσει και να εντείνει την ιδεολογική και πολιτική επίδραση της στις μάζες. Ετσι η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, έπειτα από την ήττα του ΔΣΕ, δέχονταν συνδυασμένα την πολιτική του «μαστίγιου και του καρότου», με έκτακτα στρατοδικεία και εκτελέσεις να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και ταυτόχρονα να διαφαίνονται υπαρκτές δυνατότητες ατομικής κοινωνικής ανέλιξης, βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου για τμήματα των εργαζόμενων, των λαϊκών στρωμάτων, της κρατικής υπαλληλίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου