Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Παιδαγωγικό ποίημα Α' -Α.Σ. Μακαρένκο



(Από το σφυροδρέπανο)




Την άνοιξη μας βρήκε καινούρια συμφορά, ο εξανθηματικός τύφος. Πρώτος αρρώστησε ο κόστια βετκόφσκι.

Γιατρό στο σταθμό δεν είχαμε. Η αικατερίνα γκρηγκόριεβνα που κάποτε σπούδαζε γιατρός, γιατρολογούσε σ’ όλες εκείνες τις περιπτώσεις, που ήτανε βέβαια απαραίτητος ο γιατρός, αλλά δε μπορούσαμε να τον φωνάξουμε. Στο σταθμό ειδικεύτηκε να γιατρεύει την ψώρα και να δίνει τις πρώτες βοήθειες αν κανένας κοβόταν, καιγόταν ή μωλωπιζόταν, ενώ το χειμώνα, χάρη στα παλιοπάπουτσα που φοράγαμε, πολλά παιδιά μας είχαν πάθει κρυοπαγήματα. Αυτές ήταν όλες κι όλες οι αρρώστιες που καταδέχονταν να τους βρουν οι τρόφιμοι και δε συμπαθούσαν καθόλου τους γιατρούς και τα φάρμακα.

Έτρεφα πάντα μεγάλη εκτίμηση στους τρόφιμους του σταθμού ακριβώς γι’ αυτή τους τη γιατρική ολιγάρκεια και σ’ αυτό τον τομέα έμαθα πολλά απ’ αυτούς. Είχε καταντήσει ολότελα συνηθισμένο το φαινόμενο να μη θεωρεί κανείς τον εαυτό του άρρωστο με τριανταοκτώ πυρετό και καμαρώναμε μεταξύ μας όταν βγάζαμε την αρρώστια στο πόδι. Εδώ που τα λέμε, αυτό ήτανε σχεδόν κι αναγκαίο, για τον απλούστατο λόγο, ότι οι γιατροί δεν παραείχανε όρεξη να μας επισκεφτούν.

Να γιατί όταν αρρώστησε ο κόστια κι ανέβηκε ο πυρετός του γύρω στα σαράντα, το θεωρήσαμε σαν κάτι καινούριο στη ζωή του σταθμού. Τον βάλαμε στο κρεβάτι κι ήμασταν όλοι πάνω από το κεφάλι του. Τα βράδια μαζεύονταν οι φίλοι του κι επειδή είχε πολλές συμπάθειες τον συντρόφευε ολόκληρο τσούρμο από παιδιά. Για να μην αφήνουμε τον κόστια χωρίς συντροφιά και να μην κακοκαρδίζουμε και τα παιδιά, περνούσαμε κι εμείς τα βράδια μας στο κρεβάτι του αρρώστου.

Ύστερα από τρεις μέρες, ταραγμένη η αικατερίνα γκρηγκόριεβνα, μου ‘πε τι την ανησυχεί: η αρρώστια έμοιαζε πολύ με εξανθηματικό τύφο. Απαγόρεψα στα παιδιά να πλησιάζουν στο κρεβάτι του, μα να τον απομονώσουμε ολότελα ήτανε σχεδόν αδύνατο γιατί στο ίδιο δωμάτιο και τα μαθήματα κάναμε και μαζευόμασταν τα βράδια.

Την άλλη μέρα, όταν χειροτέρεψε η κατάσταση του βετκόφσκι, τον τυλίξαμε στο πάπλωμά του, τον βάλαμε στο αμάξι και τον πήγα ο ίδιος στην πόλη.

Στον προθάλαμο του νοσοκομείου είναι καμιά σαρανταριά άνθρωποι. Άλλοι πηγαινοέρχονται κι άλλοι είναι ξαπλωμένοι και βογκάνε. Γιατρός δε φαίνεται. Όλα δείχνουνε πως απόκαμαν πια να περιμένουνε και πως η είσοδος του αρρώστου στην κλινική δεν πρόκειται να βελτιώσει την κατάσταση σοβαρά. Επιτέλους έρχεται ο γιατρός. Σηκώνει τεμπέλικα την πουκαμίσα του δικού μας του βετκόφσκι, γκρινιάζει γεροντίστικα και λέει βαριεστημένα στο νοσοκόμο που κάτι γράφει:
-Εξανθηματικός. Στο νοσοκομείο.

Έξω απ’ την πόλη, σε ένα χωράφι, απέμειναν απ’ τον πόλεμο καμιά εικοσαριά ξύλινες παράγκες. Αρκετή ώρα στριφογυρίζω ανάμεσα στις νοσοκόμες, τους αρρώστους, τους νοσοκόμους που μεταφέρουν φορεία σκεπασμένα με σεντόνια. Μου λένε πώς τον άρρωστο πρέπει να τον παραλάβει ο αρχινοσοκόμος υπηρεσίας, όμως κανένας δεν ξέρει που βρίσκεται και κανένας δε θέλει να πάει να τον βρει. Στο τέλος χάνω την υπομονή μου και ρίχνομαι στην κοντινότερη νοσοκόμα φωνάζοντας: αίσχος, απάνθρωπο, εξοργιστικό! Η οργή μου φέρνει αποτέλεσμα: τον κόστια τον ξεντύνουνε και τον παίρνουν χωρίς να λένε για πού.

Γυρνώντας στο σταθμό, μαθαίνω πως ο ζαντόροφ, ο οσάντσι κι ο μπελούχιν είχαν σχεδόν τον ίδιο μεγάλο πυρετό. Τον ζαντόροφ τον βρήκα ακόμα στο πόδι την ώρα ακριβώς που απαντούσε στις παρακλήσεις της αικατερίνα γκρηγκόριεβνα να ξαπλώσει στο κρεβάτι:

-Μα τι περίεργη γυναίκα που ‘σαστε! Γιατί να ξαπλώσω; Τώρα αμέσως πάω στο σιδεράδικο κι ο σοφρόν θα με κάνει καλά στο λεπτό!
-Πώς θα σας γιατρέψει ο σοφρόν; Τι ανοησίες είν’ αυτές;
-Να μ’ αυτό το ίδιο φάρμακο που γιατρεύει και τον εαυτό του: ρακί, πιπέρι, αλάτι, νέφτι και λίγο γράσο! Λέει ο ζαντόροφ με τη συνηθισμένη του εκφραστικότητα και τόλμη.
-Δείτε, αντόν σεμιόνοβιτς, πόσο αέρα τους έχετε δώσει, μου λέει η αικατερίνα γκριγκόριεβνα. Θα γιατρευτεί λέει στου σοφρόν! Πηγαίνετε να ξαπλώσετε αμέσως!

Ο ζαντόροφ έκαιγε ολόκληρος κι ήταν φανερό πως μόλις κρατιότανε στα πόδια του. Τον έπιασα από το μπράτσο και χωρίς κουβέντες τον πήγα στο θάλαμο, όπου ήταν κιόλας ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους ο οσάντσι κι ο μπελούχιν. Ο οσάντσι υπέφερε και του κακοφαινόταν που είχε αρρωστήσει. Από καιρό το είχα προσέξει πως κάτι τέτοια «μαχητικά» παιδιά, πού δύσκολα βγάζουν την αρρώστια. Ενώ ο μπελούχιν ήταν όπως πάντα κεφάτος.

Σε ολόκληρο το σταθμό δεν υπήρχε πιο εύθυμος και χαρούμενος άνθρωπος από τον μπελούχιν. Από εργατικό σόι του νίζνι ταγκίλ. Τον καιρό της πείνας κίνησε ψάχνοντας για ψωμί, πιάστηκε σε κάποιο μπλόκο στη μόσχα και κλείστηκε σ’ αναμορφωτήριο, απ’ όπου το ‘σκασε κι εγκαταστάθηκε στο δρόμο, ξαναπιάστηκε και πάλι το ‘σκασε. Σαν άνθρωπος με επιχειρηματικό μυαλό προσπαθούσε να μην κλέβει μα περισσότερο να σπεκουλάρει κι ο ίδιος ύστερα αφηγούνταν τις επιχειρήσεις του μ’ ένα καλόκαρδο χαχανητό, γιατί ήτανε πάντα τολμηρές, ιδιόρρυθμες κι αποτυχημένες. Στο τέλος ο μπελούχιν πείστηκε πως δεν κάνει για σπεκουλάντης κι αποφάσισε να φύγει στην ουκρανία.

Κάποτε ο μπελούχιν είχε περάσει από σχολειό, ήξερε απ’ όλα κι από λίγο, ήτανε παιδί τετραπέρατο και κοσμογυρισμένο, όμως ήτανε φοβερά αγράμματος, στουρνάρι. Υπάρχουνε τέτοια παιδιά: και την αλφαβήτα την περάσανε και από κλάσματα κάτι ξέρουν κι από ποσοστά καταλαβαίνουν, αλλά αυτά τα ξέρουνε τόσο στραβά που φτάνει το αστείο. Ακόμα κι η ομιλία του μπελούχιν ήτανε το ίδιο αδέξια, μα ωστόσο έξυπνη και ζωντανή.

Ξαπλωμένος με τύφο παρλάριζε ασταμάτητα απ’ το πρωί ως το βράδυ κι όπως πάντα η εξυπνάδα του διπλασιαζόταν από τον κωμικό συνδυασμό λέξεων που μεταχειριζόταν:

-Ο τύφος είναι η διανοουμενίστικη αρρώστια, αλλά γιατί τηνε φόρτωσε η φύση στους εργάτες; Όταν λοιπόν, ο σοσιαλισμός θα μεστώσει, ούτε και στο κατώφλι μας δε θα αφήσουμε να ζυγώσει αυτό το μικρόβιο. Κι αν πάλι μας έρθει για κάποια δουλειά, να πάρει ας πούμε συσσίτιο ή τίποτ’ άλλο –γιατί βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο κι ο τύφος θέλει να ζήσει- τότε θα τον παραπέμψω στον γραμματικό μου. Για γραμματικό θα βάλουμε τον κόλκα βέρσνιεφ, γιατί αυτός δεν ξεκολλάει απ’ τα βιβλία του όπως κι η χελώνα απ’ τοπ καβούκι της.

-Καλά, καλά εγώ θα ‘μαι ο γραμματικός σου, εσύ όμως τι δουλειά θα κάνεις στο σοσιαλισμό; ρωτούσε ο κόλκα βέρσνιεφ τραυλίζοντας.
Ο κόλκα κάθεται στα πόδια του μπελούχιν με το βιβλίο πάντα στο χέρι, αναμαλλιασμένος και με κουρελιασμένο πουκάμισο.

-Εγώ λοιπόν θα γράφω τους νόμους, πώς να σε ντύνουνε για να ‘σαι της προκοπής μέσα στην ανθρωπότητα κι όχι ξιπολυταριό, γιατί απ’ αυτό αγαναχτεί ακόμα κι ο τόσκα σολοβιόφ! Μα τι σόι διαβαστής είσαι του λόγου σου, όταν μοιάζεις με μαϊμού! Έτσι τόσκα;

Τα παιδιά σκάγανε στα γέλια με τον βέρσνιεφ. Αυτός δε θύμωνε, μόνο έβλεπε μ’ αγάπη τον μπελούχιν, με τα γκρίζα αγαθά του μάτια. Ήτανε στενοί φίλοι, ήρθανε μαζί στο σταθμό και δούλευαν πλάι-πλάι στο σιδεράδικο, μόνο που ο μπελούχιν ήτανε στο αμόνι, ενώ ο κόλκα προτιμούσε να φουσκώνει το φυσερό για να ‘χει το ένα χέρι ελεύθερο και να κρατάει το βιβλίο.

(Συνεχίζεται...)

Πριν διαβάσω το βιβλίο είχα πέσει θύμα δύο συνηθισμένων παρανοήσεων. Καταρχήν ότι επρόκειτο για πραγματικό ποίημα. Κατά δεύτερον ότι μιλούσε για έναν πρότυπο παιδαγωγικό σταθμό που συγκέντρωνε κι αξιοποιούσε με πρωτοποριακές μεθόδους τα καλύτερα μυαλά της σοβιετικής ρωσίας. Ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια εργατική κομμούνα στη σοβιετική ουκρανία που συγκέντρωνε ανήλικους παραβάτες του νόμου με στόχο την ηθική και κοινωνική διαπαιδαγώγηση τους. Αυτό δηλ που εμείς συνηθίζουμε να λέμε αναμορφωτήριο. Χωρίς να έχει όμως καμία σχέση με αυτά που έχουμε συνηθίσει.

Ο μακάρενκο, ως διευθυντής, έρχεται αντιμέτωπος με πρωτόγνωρες για αυτόν καταστάσεις και καταγράφει τις περιπέτειες του σταθμού σε δυο τόμους που ισοδυναμούν με εμπειρία ζωής. Ή αλλιώς με ένα βιβλίο νέου τύπου, όπως το αποκαλεί ο λουί αραγκόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου