Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Ελ. Βαγενάς-Η θέση της Ρωσίας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και η στάση του κομμουνιστικού κόμματος

via Lenin reloaded

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
του Ελισαίου Βαγενά
ΚΟΜΕΠ , Τεύχος: 2008 Τεύχος 4


Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο ενεργειακός «πόλεμος»1 ανάμεσα στις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την ΕΕ, είναι αναπόσπαστα δεμένος με το συνολικότερο «κουβάρι» των αντιθέσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η εξασφάλιση των ενεργειακών πηγών, ο έλεγχος των δρόμων μεταφοράς της ενέργειας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αύξηση των κερδών των μονοπωλίων, μέσω της ανάπτυξης της βιομηχανίας, των κατασκευών, του εμπορίου κλπ. και σαφώς συνδέεται με τον ανταγωνισμό για τον έλεγχο των αγορών, την κατάκτησή τους, την «απόσπαση» νέων μεριδίων.


Τα τελευταία χρόνια είμαστε μάρτυρες μιας νέας όξυνσης που σχετίζεται με την αλλαγή του παγκόσμιου συσχετισμού δύναμης, την εμφάνιση στο προσκήνιο και άλλων ισχυρών οικονομικών δυνάμεων, όπως της Ρωσίας, η αστική τάξη της οποίας διεκδικεί μια τέτοια θέση στις παγκόσμιες εξελίξεις, που να αντιστοιχεί στην αυξανόμενη οικονομική και στρατιωτική ισχύ της.



Η διαπάλη αυτή, που εξελίσσεται σε πολλά πεδία, είναι ιδιαίτερα έντονη στα ζητήματα που αφορούν το διεθνές δίκαιο, τους διεθνείς οργανισμούς, όπου η Ρωσία ανοιχτά καταγγέλλει τις ΗΠΑ για τη χειραγώγηση του ΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανισμών. Οχι τυχαία, αφού ο έλεγχός τους μπορεί να κρίνει σημαντικότατα ζητήματα, όπως π.χ. ο επικείμενος καθορισμός των συνόρων στην Αρκτική, δηλαδή το μοίρασμα του τεράστιου ενεργειακού και φυσικού πλούτου της και του ελέγχου των νέων δρόμων επικοινωνίας.



Α. ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ
ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ


Και όμως, πριν μερικά χρόνια το καπιταλιστικό καθεστώς της Ρωσίας, εξαιτίας των συνεχών υποχωρήσεών του προς τις ΗΠΑ, παρά το πυρηνικό οπλοστάσιο που είχε «κληρονομήσει» από την ΕΣΣΔ, είχε χαρακτηριστεί από το Ρώσο φιλόσοφο Αλ. Ζινόβιεφ ως «λαγός με κέρατα». Πώς έγινε και αυτή η φανερή υποχωρητικότητα έδωσε τη θέση της σε μια πιο σθεναρή υποστήριξη των συμφερόντων της αστικής τάξης της;

Στα 1916 ο Λένιν έγραφε: «Πριν από μισό αιώνα η Γερμανία ήταν ένα αξιοθρήνητο μηδενικό, αν συγκρίνουμε την καπιταλιστική της δύναμη με τη δύναμη της τότε Αγγλίας. Το ίδιο και η Ιαπωνία σε σύγκριση με τη Ρωσία. Είναι λοιπόν "νοητό" να προϋποθέτει κανείς ότι ύστερα από καμιά δεκαριά χρόνια θα έμενε αμετάβλητος ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις; Είναι εντελώς αδιανόητο»2.

Το απόσπασμα αυτό μας δείχνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τη σκέψη που είχε συλλάβει ο Λένιν, ότι δηλαδή «η δύναμη
δεν αλλάζει ομοιόμορφα στις χώρες που συμμετέχουν στο μοίρασμα, γιατί στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρχει ισόμετρη ανάπτυξη των χωριστών επιχειρήσεων, τραστ, κλάδων βιομηχανίας και χωρών»3.


Η λενινιστική αυτή σκέψη απαντάει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο ερώτημα πώς γίνεται η Ρωσία, που την περίοδο 1991-1999, δηλαδή επί Γιέλτσιν, αμέσως μετά την παλινόρθωση του καπιταλισμού, έκανε τη μια μετά την άλλη τις υποχωρήσεις προς ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΤΟ, τώρα να «βγάζει γλώσσα» -επί Πούτιν- και να διεκδικεί ένα νέο ρόλο τόσο στις υποθέσεις της περιοχής της όσο και παγκόσμια.


Η ουσία αυτής της στροφής δε βρίσκεται, όπως απλοϊκά κάποιοι παρουσιάζουν, στις προσωπικές ικανότητες του Β. Πούτιν και στην προϋπηρεσία του στην ΚΑ-ΓΚΕ-ΜΠΕ, αλλά στις βαθύτερες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες στην καπιταλιστική Ρωσία, στην προσπάθεια της αστικής τάξης, αφού ενσωματώθηκε στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική «πυραμίδα», να αναρριχηθεί σε αυτή σε μια θέση ανάλογη προς την αυξανόμενη οικονομική και στρατιωτική ισχύ της.


Ανάλογες απαιτήσεις εκφράζουν -στον ένα ή άλλο βαθμό, με τον ένα ή άλλο τρόπο- και άλλες ανερχόμενες δυνάμεις που αμφισβητούν ανοικτά ή έμμεσα την «πρωτοκαθεδρία» των ΗΠΑ. Σήμερα δε θα πέφταμε έξω αν προβλέπαμε πως τα επόμενα χρόνια αυτή η αμφισβήτηση θα αυξηθεί.


Ηδη υπάρχει μια πλειάδα ζητημάτων, όπου παρατηρείται σκληρός ανταγωνισμός μεταξύ της Ρωσίας και των ΗΠΑ, που στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να τα κατατάξουμε σε δύο μεγάλες κατηγορίες.






1. ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΣΤΟ «ΠΛΕΓΜΑ» ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ,
ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΕΝΩΣΕΩΝ


Οχι τυχαία ο τότε Πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, μιλώντας στις 10 Φεβρουαρίου 2007, στην «43η Διεθνή Διάσκεψη του Μονάχου για τα θέματα της ασφάλειας», παρουσία πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων από 40 και πλέον χώρες, άσκησε σφοδρή κριτική στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και στη χειραγώγηση των διεθνών οργανισμών από αυτές. Ο Ρώσος Πρόεδρος διαπίστωσε ότι με το υπάρχον σύστημα διεθνών σχέσεων «ήδη κανένας δεν αισθάνεται ασφαλής, κανείς δεν μπορεί να καλυφθεί πίσω από το διεθνές δίκαιο, όπως πίσω από έναν πέτρινο τοίχο». Ο λόγος, σημείωσε ο Πούτιν, που σήμερα το διεθνές δίκαιο παίζει λιγότερη σημασία στις διεθνές σχέσεις είναι η χρησιμοποίηση της δύναμης, παρακάμπτοντας το Καταστατικό του ΟΗΕ και πρόσθεσε πως «δεν πρέπει να υποκατασταθεί ο ΟΗΕ ούτε από το ΝΑΤΟ ούτε από την ΕΕ».


Η χειραγώγηση του ΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανισμών, όπως και «δύο μέτρα και σταθμά» στην εφαρμογή του διεθνούς δικαίου που χρησιμοποιούν ΗΠΑ κι ΕΕ, δεν είναι το μόνο ζήτημα της παγκόσμιας «αρχιτεκτονικής» που προβληματίζει τη ρωσική αστική τάξη. Πολύ σημαντικό ζήτημα είναι και η διεύρυνση του ΝΑΤΟ και η εμφάνιση νέων βάσεων (σε Βουλγαρία, Ρουμανία, Κιργκιστάν, Βαλτικές χώρες) δίπλα στη Ρωσία. Σύμφωνα με τις πιο επίσημες ρωσικές εκτιμήσεις, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ δεν έχει καμία σχέση με την εξασφάλιση της ασφάλειας στην Ευρώπη, αλλά με την περικύκλωση της Ρωσίας, κάτι που επιχειρήθηκε προς το παρόν ανεπιτυχώς στην τελευταία σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, όσον αφορά την προσπάθεια επίσπευσης της διαδικασίας ένταξης στο ΝΑΤΟ της Ουκρανίας και της Γεωργίας. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξισορροπηθεί από τη συμμετοχή της Ρωσίας στο Συμβούλιο Ρωσίας - ΝΑΤΟ και στα κοινά στρατιωτικά γυμνάσια που κάνει με δυνάμεις του ΝΑΤΟ.


Η όξυνση της αντιπαράθεσης σε αρκετά μέτωπα επιβεβαιώνεται και από το γεγονός, σύμφωνα με το οποίο το 2007 και για πρώτη φορά μετά το 1991 ο υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ, Ρ. Γκέιτς, μιλώντας στο αμερικανικό Κογκρέσο, κατέταξε τη Ρωσία μεταξύ των χωρών, με τις οποίες οι ΗΠΑ μπορούν να έρθουν σε πολεμική σύρραξη. Οι ΗΠΑ έκαναν γνωστές τις προθέσεις τους και προωθούν την αντιπυραυλική ασπίδα τους στην Ευρώπη (στο έδαφος της Τσεχίας και της Πολωνίας)4, με πρόσχημα το Ιράν, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση της Ρωσίας, που από τη μια αποσύρθηκε από τη Συνθήκη για τα Συμβατικά όπλα (CFE) με το πρόσχημα ότι δεν έχει επικυρωθεί από κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ και από την άλλη αναπτύσσει νέα όπλα, τόσο μεσαίου βεληνεκούς, όσο και διηπειρωτικών πυραύλων5. Παράλληλα τάχτηκε και υπέρ της κατάργησης της διμερούς συμφωνίας (με τις ΗΠΑ) για την καταστροφή πυραύλων μέσου βεληνεκούς, με το επιχείρημα ότι σήμερα τέτοιους πυραύλους διαθέτουν και μια σειρά άλλες χώρες.


Επίσης η Ρωσία ζήτησε από τις ΗΠΑ να «μην κρύψουν κάτω από το μαξιλάρι τους» τους διηπειρωτικούς πυραύλους, που θα πρέπει να καταστρέψουν, όπως και η Ρωσία, μέχρι το 2012, με βάση τη συμφωνία μείωσης των πυρηνικών κεφαλών στα επίπεδα των 1.700 - 2.200. Μάλιστα σε πρόσφατες δηλώσεις τους Ρώσοι στρατιωτικοί κατήγγειλαν τις ΗΠΑ πως έχουν περιπέσει σε σοβαρές παραβιάσεις στο ζήτημα, αφού δεν έχουν καταστρέψει τις πυρηνικές κεφαλές, αλλά τις απέσυραν και τις αποθήκευσαν.


Η παραπάνω διαμάχη έχει σαφώς να κάνει με την προσπάθεια των ΗΠΑ να αποκτήσουν τη δυνατότητα του πρώτου ολοκληρωτικού πλήγματος σε βάρος των αντιπάλων τους, χωρίς να υποστούν συνέπειες. Οι ΗΠΑ, που από το 1972 έχουν αποχωρήσει από τη Συμφωνία για τον έλεγχο των αντιπυραυλικών όπλων, εδώ και αρκετά χρόνια κινούνται στην κατεύθυνση απόκτησης μιας τέτοιας υπεροχής, με στόχο να ακυρωθεί ουσιαστικά το σημαντικό πυρηνικό οπλοστάσιο της Ρωσίας, να διαταραχθεί η λεγόμενη «ισορροπία του τρόμου», που οπωσδήποτε θα μείωνε τη διαπραγματευτική ικανότητα της σημερινής Ρωσίας στις παγκόσμιες υποθέσεις. Και αυτό γιατί προς το παρόν η σημερινή Ρωσία «κονταροχτυπιέται» με τις ΗΠΑ όχι στα μεγέθη της οικονομίας της (που βρίσκεται στην 7η παγκόσμια θέση, πάνω από την Ιταλία και τη Γαλλία)6, αλλά στο πυρηνικό της οπλοστάσιο και στην υψηλή πολεμική τεχνολογία της που κληρονόμησε από την ΕΣΣΔ7.


Στα πλαίσια αυτά και παρά τις διακηρύξεις για το αντίθετο, προχωρά με ραγδαίους ρυθμούς ο ανταγωνισμός στη στρατιωτικοποίηση του διαστήματος, στην απόκτηση μέσων καταστροφής δορυφόρων του αντιπάλου και βέβαια της δυνατότητας επίθεσης από το διάστημα. Ηδη υπάρχουν δημοσιεύματα που εκτιμούν πως οι ΗΠΑ θα είναι σε θέση να εγκαταστήσουν όπλα λέιζερ στο διάστημα το 2012, με ακτίνα βολής 10 χιλιάδων χιλιομέτρων8.


Οι ΗΠΑ ερμηνεύουν το διεθνές δίκαιο «κατά το δοκούν» και χρησιμοποιούν τον ΟΗΕ, αλλά και άλλους οργανισμούς, όπως τον ΟΑΣΕ, που χρησιμοποιείται για τη μεγαλύτερη δυνατή επέμβαση των ΗΠΑ και των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, κυρίως στα υπαρκτά ζητήματα καταπάτησης δημοκρατικών δικαιωμάτων στη Ρωσία (ιδίως στην Τσετσενία), με σαφή στόχο την όσο γίνεται μεγαλύτερη πολιτική αποσταθεροποίηση του αντιπάλου τους. Οχι τυχαία στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές η Ρωσία δεν επέτρεψε την παρουσία «παρατηρητών» του ΟΑΣΕ. Κι όμως, να θυμίσουμε, οι παρατηρητές του ΟΑΣΕ, της ΕΕ, των ΗΠΑ κλπ. είχαν βρει ικανοποιητικές τις εκλογές και τις διαδικασίες το 1993, στις εκλογές αμέσως μετά την κινητοποίηση των τανκς του Γιέλτσιν προς το ρωσικό κοινοβούλιο. Σήμερα που έχει σταθεροποιηθεί ο καπιταλισμός στη Ρωσία και ενισχύονται οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, χρησιμοποιώντας οι ΗΠΑ τον ΟΑΣΕ σε βάρος του Κρεμλίνου, η Ρωσία αντιδρά. Ο Πούτιν ευθέως κατηγόρησε τη Δύση για χρησιμοποίηση του ΟΑΣΕ για «πολιτικά παιχνίδια» σε βάρος άλλων χωρών, μεταξύ αυτών και της Ρωσίας, με το πρόσχημα της «δημοκρατίας» και πρόσθεσε ειρωνικά πως «μας κάνουν διαρκώς υποδείξεις για τη δημοκρατία, αλλά εκείνοι που μας διδάσκουν δημοκρατία, δε θέλουν οι ίδιοι να μάθουν το μάθημα». Το Κρεμλίνο λαμβάνει μέτρα. Ενώ το 2005 η Ρωσία είχε καταθέσει ετήσια συνδρομή 7,2 εκατομμυρίων ευρώ στον ΟΑΣΕ, αυτή μειώθηκε το 2007 στα 5,9 εκατομμύρια ευρώ και έχει ανακοινώσει νέες περικοπές για το 2008, μετά το «σκάνδαλο» με τους παρατηρητές. Είναι φανερό πως η Ρωσία θα είχε προχωρήσει σε πιο «δραστικές» κινήσεις απέναντι στον ΟΑΣΕ αν δεν είχε μια σειρά «ειρηνευτικά» στρατεύματα με την εξουσιοδότηση του ΟΑΣΕ σε εύφλεκτες περιοχές της πρώην ΕΣΣΔ.


Η ένταξη της Ρωσίας στη λέσχη των ισχυρότερων καπιταλιστικών χωρών (G8) κάθε άλλο παρά μείωσε την ένταση των ανταγωνισμών, όπως φαίνεται και από τις παροτρύνσεις διάφορων Αμερικανών παραγόντων, που καλούν στην άμεση «εκπαραθύρωση» της Ρωσίας από αυτή την ιμπεριαλιστική συμμαχία. Εδωσε όμως ένα ακόμη πεδίο για την προσπάθεια διευθέτησης κρίσεων και διαμόρφωσης νέων παγκόσμιων «λυκοσυμμαχιών» που το Κρεμλίνο δε θ’ αφήσει ανεκμετάλλευτο. Οχι τυχαία τάσσεται υπέρ της διεύρυνσης αυτής της «σύναξης» με την Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία, που μαζί με τη Ρωσία (BRIC) έχουν τεράστια ανθρώπινα και φυσικά αποθέματα και τους ταχύτερους παγκόσμιους ρυθμούς ανάπτυξης, διεύρυνση που βέβαια προς το παρόν δε φαίνεται να επιθυμούν οι ΗΠΑ.


Στο επίκεντρο της πολιτικής του Κρεμλίνου είναι η προσπάθεια συγκρότησης περιφερειακών ενώσεων, στις οποίες η Ρωσία παίζει το σημαντικό ρόλο της «ατμομηχανής». Πρόκειται για οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές ενώσεις που δημιουργεί με τις χώρες που προήλθαν από την ΕΣΣΔ, καθώς και με την Κίνα.


Ετσι αυτή τη στιγμή, πέρα από την ένωση Ρωσίας - Λευκορωσίας, υπάρχει η «Οργάνωση του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας» (Ρωσία, Λευκορωσία, Αρμενία, Καζαχστάν, Κιργιζία, Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν), η «Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης» (Κίνα, Ρωσία, Καζαχστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν), ο «Ευρασιατικός Οικονομικός Χώρος» (ΕΟΧ) και η «Ευρασιατική Οικονομική Κοινότητα» (Ρωσία, Ουκρανία, Καζαχστάν, Λευκορωσία).


Οι ΗΠΑ δεν έχουν μείνει με σταυρωμένα χέρια στην αντιπαράθεση και στο επίπεδο αυτό, δημιουργώντας την GUAM(Γεωργία, Ουκρανία, Αζερμπαϊτζάν, Μολδαβία), διευρύνοντάς την και με άλλες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, πάντα στο όνομα της διαφύλαξης της «δημοκρατίας», αλλά με απροκάλυπτη την πρόθεση της «περικύκλωσης» της Ρωσίας. Ετσι προώθησαν τη διακρατική περιφερειακή ένωση με τον τίτλο «Κοινότητα δημοκρατικής επιλογής», στην οποία, εκτός από τις χώρες της GUAM, προσχώρησαν επίσης οι Λετονία, Λιθουανία, Εσθονία, Ρουμανία, Σλοβενία και ΠΓΔΜ, με στόχο δήθεν την προώθηση της «δημοκρατίας» από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα. Μια τέτοια ένωση, που αντιλαμβάνεται τη «δημοκρατία» όπως την ορίζει το αμερικανικό Πεντάγωνο, χωρίς αμφιβολία συνιστά «αντιρωσική συμμαχία».






2. ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ


Η καπιταλιστική ισχυροποίηση σε εθνοκρατικό επίπεδο προϋποθέτει τα μονοπώλια να εξασφαλίζουν από τη μια πρώτες ύλες και καύσιμα και από την άλλη νέες αγορές για την επένδυση των κεφαλαίων τους και τη διάθεση των προϊόντων τους. Το πρώτο σκέλος του ανταγωνισμού που αφορά την ενέργεια και ανοίγει συνεχώς παλιά και νέα «μέτωπα» (όπως π.χ. είναι το καθεστώς της Κασπίας ή οι ενεργειακές συμφωνίες με τη Γερμανία, την Ινδία, οι δρόμοι πετρελαίου και φυσικού αερίου στα Βαλκάνια) αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής μελέτης.


Είναι φανερό πως το ζήτημα των αγορών είναι εξίσου σημαντικό για τα μονοπωλιακά μεγαθήρια. Ετσι βλέπουμε τις ΗΠΑ να διατηρούν ακόμη σε βάρος της Ρωσίας ορισμένες νομοθετικές ρυθμίσεις, που είχαν εφαρμοστεί για να εμποδίσουν την απόκτηση από την ΕΣΣΔ νέων τεχνολογιών. Ταυτόχρονα παραμένει και η εκκρεμότητα της ένταξης της Ρωσίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), αφού κάθε φορά ΗΠΑ και ΕΕ προβάλλουν και νέες αξιώσεις από τη Ρωσία. Ισχυρά τμήματα του ρωσικού κεφαλαίου εκτιμούν πως η ένταξη της Ρωσίας στον ΠΟΕ θα δυναμώσει το ρόλο τους στην παγκόσμια οικονομία, παρά τις δυσμενείς συνέπειες που θα υπάρξουν σε άλλους τομείς.


Το ζήτημα αυτό, όπως και η λεγόμενη «Ενεργειακή Χάρτα» που έχει διαμορφώσει η ΕΕ, σχετίζεται με τη «μάχη για τις αγορές», τη διείσδυση των ξένων μονοπωλίων στο ρωσικό έδαφος και αντίστροφα των ρωσικών μονοπωλίων στις παγκόσμιες αγορές.


Κι εδώ είναι χαρακτηριστική η περσινή δήλωση του Βλ. Πούτιν στο Μόναχο, σύμφωνα με την οποία στη Ρωσία οι ξένες εταιρίες κατείχαν στο στρατηγικό τομέα της ενέργειας ένα ποσοστό 26%. «Προσπαθήστε να μου αναφέρετε ανάλογα παραδείγματα διευρυμένης συμμετοχής του ρωσικού κεφαλαίου σε κλάδους - κλειδιά στα δυτικά κράτη. Δεν υπάρχουν...», σημείωσε τότε ο Ρώσος Πρόεδρος, για να πείσει σχετικά με την ανάγκη διευκόλυνσης της διείσδυσης του ρωσικού κεφαλαίου σε άλλες καπιταλιστικές χώρες. Πρόσθεσε ότι «η Ρωσία είναι ήδη τμήμα της παγκόσμιας οικονομίας. Και είναι απλώς βλακεία να γίνονται από κάποιους διακρίσεις απέναντι σ’ αυτό το τμήμα και να το φοβούνται, να μην το αφήνουν κάπου να μπει. Είμαστε ήδη τμήμα εξ ορισμού».


Οπως φαίνεται και από αυτές τις δηλώσεις, το ρωσικό κεφάλαιο δυσανασχετεί με το γεγονός πως ενώ στη Ρωσία αφήνεται, ως ένα βαθμό, να εισέλθει το ξένο κεφάλαιο, κάτι αντίστοιχο δε γίνεται, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό, με τη διείσδυση του ρωσικού κεφαλαίου σε σημαντικές αγορές άλλων καπιταλιστικών χωρών. Σε συνέντευξή του σε δυτικά ΜΜΕ ο Β. Πούτιν, επέκρινε την παρεμπόδιση του ρωσικού κεφαλαίου να διεισδύσει στο αεροναυπηγικό ευρωπαϊκό μονοπώλιο EADC: «Οι εταιρίες μας έρχονται σε σας με βάση τους όρους της αγοράς, δεν έρχονται να σας πάρουν κάτι, αλλά να επενδύσουν, θα έπρεπε να χαίρεστε».


Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι σχέσεις της Ρωσίας με την ΕΕ, που προβληματίζουν σοβαρά τις ΗΠΑ. Ο φόβος τους είναι η τυχόν μεγαλύτερη προσέγγιση της Ρωσικής Ομοσπονδίας με κράτη-μέλη της ΕΕ9. Και αυτό σαφώς αφορά τον ενεργειακό τομέα, αλλά και ευρύτερα τη συνεργασία (οικονομική, πολιτική) της Ρωσίας με την ΕΕ και κυρίως με το λεγόμενο «γαλλο-γερμανικό άξονα», που μαζί και με την ρωσο-σινική συνεργασία μπορεί να προκαλέσει αναταράξεις και ανακατατάξεις στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική πυραμίδα.


Είναι χαρακτηριστικό γεγονός ότι ο εμπορικός «πόλεμος» που έχει ξεκινήσει εδώ και ένα χρόνο η Πολωνία (ένα κράτος της αποκαλούμενης «νέας Ευρώπης» με σαφή φιλοαμερικανικό προσανατολισμό της ηγεσίας του) με τη Ρωσία, σχετικά με τις εισαγωγές πολωνικού κρέατος στη Ρωσία. Αυτό το ζήτημα οδήγησε την Πολωνία να θέσει βέτο στη διεξαγωγή συνομιλιών για την υπογραφή νέου στρατηγικού Συμφώνου συνεργασίας ΕΕ-Ρωσίας (το προηγούμενο έληξε το 2007).


Την ίδια ώρα τα βαλτικά κράτη που εντάχθηκαν στην ΕΕ, με επίσης φανερή την επιρροή των ΗΠΑ σε αυτά, αρχίζουν το ένα μετά το άλλο να προβάλλουν οικονομικές διεκδικήσεις από τη Ρωσία, με το επιχείρημα των οικονομικών απωλειών από τη δήθεν «σοβιετική κατοχή». Ετσι οι αρχές της Λιθουανίας ανακοίνωσαν και επίσημα ότι οι ανάλογες διεκδικήσεις τους από τη Ρωσία φτάνουν τα 28 δισεκατομμύρια δολάρια.10


Σε εξέλιξη βρίσκεται επίσης μια σοβαρή διπλωματική κρίση με τη Ρωσία ενός άλλου πιστού συμμάχου των ΗΠΑ στην ΕΕ, της Βρετανίας, αφού, από την άλλη, η εμφανής προσέγγιση κρατών-μελών της ΕΕ με τη Ρωσία, ως προς την οικονομική συνεργασία (π.χ. πρόσφατα της Ιταλίας), μπορεί να δυναμώσει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ.


Σχετικά με τον ανταγωνισμό στην ενέργεια, στα μερίδια των διεθνών αγορών, είναι το «χαρτί» των μειονοτήτων και της αξιοποίησής τους από τις διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, μεταξύ αυτών, των ΗΠΑ και της Ρωσίας, για την προώθηση των στρατηγικών τους συμφερόντων. Για ανάλογες περιπτώσεις ο Λένιν επεσήμαινε: «Ουσιαστικό για τον ιμπεριαλισμό είναι ο ανταγωνισμός μερικών μεγάλων Δυνάμεων που τείνουν προς την ηγεμονία, δηλαδή προς το άρπαγμα εδαφών όχι τόσο άμεσα για τον εαυτό τους, όσο για την εξασθένιση του αντιπάλου και την υπόσκαψη της ηγεμονίας του»11.


Κάτι ανάλογο έγινε πριν λίγα χρόνια στο ζήτημα της Τσετσενίας με την υποστήριξη που δέχτηκαν οι πιο αντιδραστικές ισλαμιστικές ένοπλες δυνάμεις από τις δήθεν «πολιτισμένες» χώρες της Δύσης, με στόχο την αποδυνάμωση της Ρωσίας. Αλλωστε είναι γνωστές οι «εκτιμήσεις» του Αμερικανού Ζμπ. Μπρεζίνσκι για την προοπτική διαμελισμού της Ρωσίας σε κάμποσα κράτη. Αν και αυτή η εκτίμηση δεν έχει χάσει τη σημασία της, είναι φανερό πως σήμερα το Κρεμλίνο, πότε με την εξαγορά των τοπικών «ελίτ» και πότε με την ισχύ των όπλων, κατάφερε να ξεπεράσει τις φυγόκεντρες τάσεις. Την ίδια ώρα αυτές οι τάσεις έχουν ενισχυθεί σε μια σειρά γειτονικές με τη Ρωσία χώρες, όπως η Γεωργία (που αντιμετωπίζει πρόβλημα με την Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία), όπως και η Μολδαβία με την Υπερδνειστερία. Και οι τρεις αυτές περιοχές έχουν κηρύξει την «ανεξαρτησία» τους και έχουν δηλώσει τη θέλησή τους να ενταχθούν στη σύνθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.


Η εφαρμογή των ευρω-αμερικανικών μεθοδεύσεων στο Κοσσυφοπέδιο κάνει ακόμη πιο επικίνδυνη την κατάσταση γύρω από αυτές τις περιοχές, ενώ μπορεί να προκαλέσει και νέα προβλήματα και σε άλλες χώρες, όπως π.χ. αυτό της στρατηγικής περιοχής της Κριμαίας, που έχει βασικά ρωσικό πληθυσμό και μέχρι το 1954 ήταν έδαφος σοβιετικής Ρωσίας, πριν περάσει στη σύνθεση της σοβιετικής Ουκρανίας, ενώ εκεί βρίσκονται και οι μεγάλες ναυτικές βάσεις της Ρωσίας12.






Β. Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ
ΚΑΙ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΜΕ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΣΗΜΑΣΙΑ


Δεκαεπτά χρόνια μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και οι «λεωφόροι της ειρήνης και της ευημερίας», που υποσχέθηκαν στους λαούς τα αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα, δεν «άνοιξαν» ποτέ! Αντίθετα, η ανθρωπότητα «βαδίζει» μέσα στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, που περνούν σε νέο επίπεδο, όπως ήδη αναφέραμε. Η αυξανόμενη στο διεθνή συσχετισμό οικονομική, στρατιωτική και πολιτική ισχύς κρατών, όπως η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία, οι διεκδικήσεις της Βραζιλίας κ.ά., κάνει πολλούς παρατηρητές13 να εκτιμούν πως διαμορφώνεται η τάση να ξεπεραστεί ο «μονοπολικός» κόσμος, δηλαδή η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ.


Στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις για το ρόλο και τη θέση της Ρωσίας στο σημερινό ιμπεριαλιστικό σύστημα, στη χάραξη διαφορετικής στρατηγικής και τακτικής.


Για την καλύτερη ανάλυση του συλλογισμού μας, θα επιχειρήσουμε μια σύντομη αναδρομή σε ανάλογα ζητήματα, που είχαν εμφανιστεί πριν και μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, σχετικά με το ρόλο της Τσαρικής Αυτοκρατορίας και τη στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος.




1. ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ


Στην ανατροπή του σοσιαλισμού και στη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης σαφώς έπαιξαν ρόλο διάφοροι παράγοντες. Οπωσδήποτε, όπως άλλωστε έχει εκτιμήσει το ΚΚΕ, κύριο ρόλο έπαιξαν οι εσωτερικοί παράγοντες, χωρίς βέβαια να υποτιμάμε και τη σημασία των εξωτερικών, όπως ήταν η συνεχής προσπάθεια των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, πότε με επεμβάσεις και πολέμους και πότε με υπόγειες προσπάθειες να βάλουν εμπόδια στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και να οδηγήσουν στην παλινόρθωση του καπιταλισμού. Γι’ αυτό κι εκτιμούμε πως «η ιμπεριαλιστική περικύκλωση του σοσιαλιστικού συστήματος αποτέλεσε ισχυρό ενισχυτή των εσωτερικών προβλημάτων και αντιθέσεων. Οδηγούσε σε αποφάσεις που δυσκόλευαν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση»14.


Το γεγονός όμως ότι στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες η ανατροπή του σοσιαλισμού καθοδηγήθηκε από τις κομματικές και κρατικές ηγεσίες, συχνά οδηγεί στη λαθεμένη σκέψη πως το όλο ζήτημα των αιτιών των αντεπαναστατικών ανατροπών οφείλεται στην υπονομευτική δράση πρακτόρων του ιμπεριαλισμού που δρούσαν στο κόμμα και στο κράτος. Αυτός ο διαδεδομένος ισχυρισμός, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, δεν έχει καμία σχέση με τις θέσεις του ΚΚΕ και με την προσπάθεια μελέτης των βαθύτερων αιτιών της ανατροπής, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί εμπόδιο και για την κατανόηση των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών τάσεων και εξελίξεων στη σημερινή Ρωσία. Η ανάλυση των αιτιών της ανατροπής του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και το πώς επανεμφανίστηκε ο καπιταλισμός στη Ρωσία συνδέεται άμεσα και με την προσπάθεια να κατανοήσουμε τη φύση του σημερινού κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος της Ρωσίας, συμπερασματικά και των κινήσεων που κάνουν οι κυρίαρχοι κύκλοι στο διεθνές προσκήνιο.


Το ζήτημα που τίθεται είναι αν η παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Ρωσία ήταν ένα φαινόμενο «εισαγόμενο», που επιβλήθηκε δηλαδή «από τα έξω» και στηρίζεται σε κάποια «πέμπτη φάλαγγα» που δρούσε και δρα εκεί ή υπήρχαν και αναπτύχθηκαν οι δυνάμεις που ηγήθηκαν της αντεπανάστασης.


Οσοι υποστηρίζουν την πρώτη εκδοχή εύκολα μπορούν στη συνέχεια να καταλήξουν, όπως θα δούμε παρακάτω, πως στη σημερινή Ρωσία υφίσταται ένα «ξενόδουλο» καθεστώς και επομένως απαιτείται μια ευρύτερη συμμαχία «για τη σωτηρία του ρωσικού λαού», ενώ ο σοσιαλισμός δεν είναι επίκαιρος, αφού επίκειται ο «εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας» ενάντια στην «ξένη εξάρτηση».


Το ΚΚΕ, χωρίς να αποκλείει τη δράση ξένων μυστικών υπηρεσιών και προδοτικών, εξαγορασμένων από τον αντίπαλο δυνάμεων, που επιδίωκαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος, επιδίωξε από το 1995, με την Πανελλαδική Συνδιάσκεψή του, να διευκρινίσει τις εσωτερικές αντιθέσεις, όπως και τις αδυναμίες και τα λάθη του ΚΚΣΕ, πάνω στα οποία ωρίμασε ο οπορτουνισμός σε ανοιχτή προδοσία: «Το γεγονός ότι στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες η ανατροπή καθοδηγήθηκε από τις κομματικές και κρατικές ηγεσίες δείχνει αυτό που επιβεβαιώνει όλη η ιστορία του εργατικού κινήματος: Ο οπορτουνισμός στην εξέλιξή του, ιδιαίτερα σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης, ολοκληρώνεται σε αντεπαναστατική δύναμη»15.


Η σοσιαλιστική κοινωνία φέρνει σε όλα τα επίπεδα έντονα τα σημάδια της καπιταλιστικής κοινωνίας, από την οποία προέκυψε. Στο σοσιαλισμό εξαλείφεται η ταξική εκμετάλλευση, αλλά όχι και κάθε κοινωνική ανισότητα και διαστρωμάτωση. Από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956 και μετά υιοθετήθηκαν σταδιακά λαθεμένες θεωρητικές προσεγγίσεις και εφαρμόστηκαν οπορτουνιστικές πολιτικές στην οικονομία, που επεκτάθηκαν στη σοσιαλιστική εξουσία και στις διεθνείς σχέσεις. Οπως εκτιμά η ΚΕ του ΚΚΕ: «Αντί να ενισχυθούν οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής - κατανομής, ενισχύθηκαν οι εμπορευματικές, δυνάμει καπιταλιστικές, σχέσεις. Αρχισε να υποχωρεί ο κεντρικός σχεδιασμός και να διαβρώνεται η κοινωνική ιδιοκτησία. Σημαντικό μέρος των αγροτικών προϊόντων της ατομικής και συνεταιριστικής παραγωγής πουλιόταν ελεύθερα στην αγορά, δηλαδή με ανώτατο όριο στη διακύμανση των τιμών. Ακόμα πιο έντονη ήταν η κοινωνική διαφοροποίηση στη βιομηχανία. Ο παράνομος πλουτισμός, το λεγόμενο «σκιώδες κεφάλαιο», επιδίωκε τη νόμιμη λειτουργία του ως κεφάλαιο στην παραγωγή, δηλαδή επιδίωκε την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Επέδρασε στο Κόμμα, ενισχύοντας την οπορτουνιστική διάβρωση και το σοσιαλδημοκρατικό εκφυλισμό»16.


Βεβαίως και οι ΗΠΑ, η Γερμανία και οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ενδιαφέρονταν να «βγάλουν από τη μέση» το σοσιαλισμό και βοήθησαν στο μέγιστο βαθμό την «περεστρόικα», που αποδείχτηκε το «όχημα» της αντεπανάστασης πάνω σε ανάλογους εσωτερικούς δρόμους.


2. Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ


Κάθε ΚΚ καλείται να θεμελιώσει επιστημονικά τη στρατηγική του. Για κάτι τέτοιο απαιτείται η αντικειμενική ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών αντιθέσεων, της διάταξης των ταξικών δυνάμεων, του πολιτικού συσχετισμού, της τακτικής του ταξικού αντιπάλου, τόσο στο επίπεδο της χώρας όσο και σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο.


Είναι φανερό πως μια υποκειμενική, μη επιστημονική εκτίμηση θα οδηγήσει και σε λαθεμένες εκτιμήσεις στη χάραξη στρατηγικής και της τακτικής του ΚΚ.


Μέχρι στιγμής στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος της Ρωσίας δεν υπάρχει ομοιογένεια στην ανάλυση και εκτίμηση της κατάστασης και επομένως στην πολιτική απέναντι στο καθεστώς. Ετσι, π.χ. διαδίδεται η αναγκαιότητα της συγκρότησης μιας «μεγάλης αντιπολίτευσης» με στόχο την ανατροπή του «καθεστώτος Πούτιν, αυτής της επιτροπής διάλυσης της Ρωσίας»17, όπως την έχει χαρακτηρίσει ο Γκ. Ζιουγκάνοφ, πρόεδρος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ).


Η εκτίμηση πως η Ρωσία είναι σήμερα μια «εξαρτημένη» χώρα, βασικά από τις ΗΠΑ, οδηγεί σε εντελώς δύο αντικρουόμενες πολιτικές τοποθετήσεις απέναντι στο μέχρι πρότινος πρόεδρο και σημερινό πρωθυπουργό Πούτιν:


1. Από τη μια εμφανίζονται οι λεγόμενοι «κόκκινοι πουτινιστές», δηλαδή όσοι με «αριστερή» και «αντιιμπεριαλιστική» επιχειρηματολογία στηρίζουν τον Πούτιν, που θεωρούν ότι συγκρούεται με τους ιμπεριαλιστές. Οι δυνάμεις αυτές ζητάνε από το κομμουνιστικό κίνημα της Ρωσίας να συνταχθεί με τον Πούτιν ενάντια στον «ιμπεριαλισμό», που όμως είναι φανερό πως τον καταλαβαίνουν διαφορετικά απ' ό,τι τον εννοούσε ο Λένιν, αλλά περισσότερο όπως τον καταλάβαινε ο Κάουτσκι, δηλαδή ως μια επιθετική εξωτερική πολιτική, που σήμερα εκπορεύεται από τις ΗΠΑ και από άλλες δυνάμεις εκτός Ρωσίας.


Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η αντίληψη δεν είναι η κυρίαρχη μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα της Ρωσίας, αλλά είναι πολύ ισχυρή στο κομμουνιστικό κίνημα των υπόλοιπων χωρών που προήλθαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Ετσι συχνά κομμουνιστικές δυνάμεις από την πρώην ΕΣΣΔ αντιμετωπίζουν τη σημερινή Ρωσία περίπου όπως την ΕΣΣΔ και εκδηλώνουν στήριξη σε πολιτικές κινήσεις του Κρεμλίνου για τη συγκρότηση περιφερειακών ενώσεων (στρατιωτικών, οικονομικών, πολιτικών). Αυτές οι κομμουνιστικές δυνάμεις τοποθετούνται θετικά απέναντι σε πρωτοβουλίες και διαδικασίες διακρατικής ένωσης με τη Ρωσία, διαμόρφωσης συμμαχίας με τη Ρωσία, υποστήριξης των φιλορωσικών δυνάμεων της αστικής τάξης στη χώρα τους. Παραβλέπουν δηλαδή αυτό που είχε τονίσει ο Λένιν, τοποθετούμενος ενάντια στο σύνθημα των «Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» (που υποστήριζε και ο Τρότσκι), ότι οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης «μέσα στο καπιταλιστικό καθεστώς είτε είναι απραγματοποίητες είτε είναι αντιδραστικές»18. Το Κόμμα μας εκτιμά ότι: «Το εργατικό κίνημα οφείλει να πει ΟΧΙ στα ιμπεριαλιστικά κέντρα ανεξάρτητα από τη γεωγραφική τους έδρα»19.


2. Στη Ρωσία κυριαρχεί στο κομμουνιστικό κίνημα η άποψη πως το σημερινό καθεστώς υλοποιεί ξένες αποφάσεις και στηρίζει ξένα συμφέροντα. Το ΚΚΡΟ στο 10ο Συνέδριό του εκτιμούσε: «Μετά την εξαφάνιση του σοβιετικού πολιτικού συστήματος και της οικονομικής βάσης του, η χώρα δοκιμάστηκε από μια περίοδο χαοτικής ληστείας της οικονομίας και κομματιών της εξουσίας, από μια άνευ προηγουμένου διαφθορά. Εμφανίστηκε μια παρασιτική εγκληματική τάξη, ο γιελτσινισμός. Η αντικατάσταση του Γιέλτσιν από τον Πούτιν έγινε εξαιτίας της αναγκαιότητας να ξεριζωθούν τα υπολείμματα του σοβιετικού τρόπου ζωής και να χαθεί για τη χώρα η αριστερή εναλλακτική διέξοδος από την κρίση. Ανεπιστρεπτί να σπρωχθεί η Ρωσία στην περιφέρεια της Δύσης ως εξάρτημά της. Επί της ουσίας άρχισε ένα νέο στάδιο της αντεπανάστασης, περισσότερο σκληρό και θρασύ»20.


Το ΚΚΡΟ εκτιμά πως κυβερνά η γραφειοκρατία εξαιτίας της αδυναμίας της αστικής τάξης και μάλιστα χαρακτηρίζει το σημερινό καθεστώς στη Ρωσία ως «βοναπαρτικό»21. Σε ό,τι αφορά τις αντιθέσεις με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, τα στελέχη του ΚΚΡΟ τις χαρακτηρίζουν ως «άνευ ουσίας», δηλαδή κινήσεις για «εσωτερική κατανάλωση»22.


Σε πολυσέλιδη εισήγηση του Γκ. Ζιουγκάνοφ στην «Πανρωσική επιστημονικο-πρακτική συνδιάσκεψη» που διοργάνωσε το ΚΚΡΟ με θέμα «Οι κομμουνιστές και το ρωσικό ζήτημα», γίνονται οι εξής εκτιμήσεις:


«Στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί η γραμμή για τη σωτηρία της Ρωσίας απέκτησε χαρακτηριστικά εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Αυτό καθορίζεται από τα παρακάτω σημεία-κλειδιά:


Πρώτον, η αμερικάνικη παγκοσμιοποίηση σήμερα προσπαθεί όχι απλώς να εκμεταλλευθεί τη Ρωσία, αλλά επιδιώκει να εξαφανίσει την κρατική της υπόσταση, να καταπατήσει την κυριαρχία της, να διαλύσει τις βάσεις ύπαρξης του ρωσικού και των άλλων λαών της Ρωσίας. Το πρώτο βήμα, που ήταν η διάλυση της ΕΣΣΔ, ολοκληρώθηκε. Το δεύτερο στάδιο, που έχει στόχο το διαμελισμό της Ρωσικής Ομοσπονδίας, προωθείται γοργά. Μπορεί να αποκοπεί αν ξεσηκωθεί ένα λαϊκό-πατριωτικό κίνημα υπό την ηγεσία του ΚΚΡΟ.


Δεύτερον, η νέα τάξη των μεγάλων καπιταλιστών ιδιοκτητών, που διαμορφώθηκε στη μετασοβιετική Ρωσία, όχι μόνο δεν έχει ρίζες στο εθνικό, πολιτιστικό και ιστορικό έδαφος της χώρας μας, αλλά αποτελεί μόλις μια ομάδα “εκτελεστών” του πολυεθνικού κεφαλαίου. Επί της ουσίας αποτελεί μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της κομπραδόρικης αστικής τάξης.


Τρίτον, κίνητρο όλης της “πολιτικής των μεταρρυθμίσεων”, που πραγματοποιείται από την κυρίαρχη τάξη είναι η οικονομική απαλλοτρίωση και η κοινωνική λουμπενοποίηση της βασικής μάζας του πληθυσμού της Ρωσίας, καθώς επίσης η συστηματική καταστροφή του πολιτισμού, της γλώσσας και των παραδοσιακών αξιών και προσανατολισμών του. Επί της ουσίας λόγος μπορεί να γίνει για πολιτική γενοκτονίας σε βάρος του λαού της Ρωσίας, πρώτα απ' όλα σε βάρος του ρωσικού λαού που αποτελεί την εθνικο-κρατική βάση».


Με βάση τα παραπάνω, σημειώνει ο Γκ. Ζιουγκάνοφ «κύριος στόχος του κόμματός μας είναι η σωτηρία του ρωσικού λαού. Και μαζί μ' αυτόν του ρωσικού κράτους, όλων των λαών που εντάσσονται σ' αυτό το μεγαλοπρεπές ψηφιδωτό, της μεγάλης κρατικής μας υπόστασης». Και στα μέτρα που προτείνει (στη βάση των αποφάσεων του 10ου συνεδρίου του ΚΚΡΟ) είναι: «η πραγματικά ισότιμη εκπροσώπηση των Ρώσων και των άλλων λαών της Ρωσίας στα κρατικά όργανα εξουσίας από κάτω ως τα πάνω […] Η λήψη μέτρων που θα τιμωρούν με κάθε αυστηρότητα τη ρωσοφοβία ως εξτρεμιστική μορφή ανάφλεξης του διεθνικού μίσους. Η αναλογική εκπροσώπηση των Ρώσων στον τομέα της πληροφόρησης και του πολιτισμού. Ιδιαίτερα στα ΜΜΕ. Η ισότητα δυνατοτήτων για τους ρώσους και τους άλλους λαούς της Ρωσίας στον τομέα της επιχειρηματικής δραστηριότητας…»23.


Από τα παραπάνω γίνεται σαφές πως το ΚΚΡΟ προτάσσει σήμερα στόχους υπεράσπισης της «εθνικο-κρατικής» ύπαρξης της Ρωσίας, που εκτιμά πως κινδυνεύει από ξένες δυνάμεις που δρουν στο εσωτερικό της χώρας και μάλλον κρατούν και τα «ηνία» της χώρας.


Από τη μεριά του το «Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας - Κόμμα των Κομμουνιστών της Ρωσίας (ΚΕΚΡ-ΚΚΡ) αντικρούει την παραπάνω προσέγγιση του σημερινού ρωσικού κράτους και των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων. Κατηγορεί το ΚΚΡΟ ότι «διολισθαίνει σε μη μαρξιστικές θέσεις […] κάποιου κρατικού πατριωτισμού και του ρωσικού ιδεαλισμού […] αγνοώντας επιδεικτικά το αλφάβητο του επιστημονικού κομμουνισμού»24. Το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ, χωρίς να αμφισβητεί τη χειροτέρευση του βιοτικού, πολιτιστικού επιπέδου των εργαζομένων σε σχέση με την περίοδο του σοσιαλισμού ή χωρίς να απορρίπτει την ανάλυση των συνεπειών του καπιταλισμού που κάνει το ΚΚΡΟ για τη ζωή του λαού, όπως και για τις επιθετικές προθέσεις που έχουν οι ΗΠΑ και άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατά της σημερινής Ρωσίας,25 εκτιμά ότι: «Ο Ρώσικος ιμπεριαλισμός είναι σχετικά νεαρός, αδύναμος ακόμη σε πολλά σημεία, εξαρτημένος από την παγκόσμια οικονομία. Βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τα ξένα κεφάλαια, δεν παύει όμως να είναι αναπτυσσόμενος ιμπεριαλισμός, που ήδη επιδιώκει την εξωτερική εξάπλωση. Και εδώ δεν είναι μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, οι πρώτες ύλες, αλλά είναι και η πώληση εξοπλισμών, αξίας 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, είναι και η θέληση των ρωσικών κεφαλαίων να συμμετάσχουν στην εκμετάλλευση των πιο αδύνατων κρατών: της Ουκρανίας, των χωρών της Κεντρικής Ασίας, του Ιράν και άλλων. Είναι επίσης η όλο και μεγαλύτερη χρησιμοποίηση ξένης εργατικής δύναμης στη Ρωσία»26.


Μεταξύ των δύο βασικών ΚΚ της Ρωσίας υπάρχουν κάτι παραπάνω από σοβαρές «αποχρώσεις» στην ανάλυση του σημερινού καθεστώτος. Το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ κάνει λόγο για «ρωσικό ιμπεριαλισμό», έστω και αδύνατο, αλλά συγκροτημένο και με αντιθέσεις με τις ισχυρότερες δυνάμεις του ιμπεριαλιστικού συστήματος, ενώ το ΚΚΡΟ κάνει λόγο για «τη συνέχιση επί Πούτιν της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, που πήρε νέα χαρακτηριστικά, έγινε πιο επιθετική» και όπου «το κυρίαρχο καθεστώς συνεχίζει τη γιελτσινική πολιτική των αντικοινωνικών, ριζοσπαστικο-φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων σε πιο σκληρή μορφή» και ότι «ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα άλλαξε υπέρ της γραφειοκρατίας, η εξουσία παίρνει χαρακτηριστικά αυταρχισμού»27.


Το ΚΚΡΟ ταυτίζει τη λεγόμενη «ρώσικη ιδέα» με την υπόθεση του σοσιαλισμού στη Ρωσία, που αναδεικνύεται τόσο στο Πρόγραμμά του όσο και σε πρόσφατα υλικά του. Από τη μεριά του το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ ασκεί κριτική στο ΚΚΡΟ: «Η ποδηγέτηση της προτεραιότητας του ρώσικου ζητήματος ως κύριου και ακόμη υπερταξικού, η ταύτιση του ρώσικου κράτους με το σοβιετικό κράτος ως θαύματος της ιστορίας κ.ά. οδηγεί απλά στο “ξέπλυμα” της ταξικής πάλης ως βασικής, καθοριστικής για το χαρακτήρα της στιγμής, μάλιστα όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο»28.


Θεωρεί ότι «για τους κομμουνιστές η επίλυση του ρωσικού ζητήματος σημαίνει να ξεσηκωθεί το ρωσικό, μεγαλορωσικό προλεταριάτο στην ταξική πάλη για την απελευθέρωσή του, να τεθεί επικεφαλής των προλεταρίων όλων των εθνοτήτων της Ρωσίας»29.


Εκτιμά ακόμη ότι «η οικονομική ανάλυση του ρωσικού καπιταλισμού μπορεί πλήρως να χαρακτηριστεί ως κρατικομονοπωλιακός και η Ρωσία ως χώρα ιμπεριαλιστική»30.




3. ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ «ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ»


Οι αντιλήψεις τόσο των «κόκκινων πουτινιστών» όσο και του ΚΚΡΟ σχετικά με το ρόλο και τη θέση της Ρωσίας, παρά τις διαφορετικές γραμμές που χαράζουν απέναντι στην υφιστάμενη προεδρία-διακυβέρνηση και ανεξάρτητα από την αντικειμενικότητά τους ως προς το βαθμό εξάρτησης της Ρωσίας, έχουν έναν «κοινό παρανομαστή»: Αυτονομούν το ζήτημα της «εξάρτησης» από την πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και αυτή η -κατά τη γνώμη μας- λαθεμένη μεθοδολογία δεν είναι πρωτοφανής στο κομμουνιστικό κίνημα.


Το πλέγμα των οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών εξαρτήσεων ενός καπιταλιστικού κράτους μέσα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα δεν αντιμετωπίστηκε πάντοτε αντικειμενικά, ως έκφραση της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ετσι, στη στρατηγική ΚΚ, ιστορικά και του ΚΚΕ, περιλήφθηκε το αντιιμπεριαλιστικό - αντιμονοπωλιακό στάδιο επαναστατικής εξουσίας ανάμεσα στην αστική και τη σοσιαλιστική, είτε και αντιμονοπωλιακής - αντιιμπεριαλιστικής διακυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού. Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμη και το ΚΚ Βρετανίας, μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θεωρούσε πως η Μ. Βρετανία, μια ισχυρή ιμπεριαλιστική δύναμη που όμως είχε χάσει την πρωτοκαθεδρία από τις ΗΠΑ, «βρισκόταν σε εξάρτηση από αυτές, ως η 51η Πολιτεία των ΗΠΑ»31.


Αρκετά ΚΚ ταλανίζονται ακόμη από αυτή τη λαθεμένη προσέγγιση «μητρόπολης - περιφέρειας», όπως το Ιαπωνικό ΚΚ, που δε θεωρεί την Ιαπωνία ιμπεριαλιστική δύναμη, λόγω της απώλειας της στρατιωτικής της δύναμης. Πέρα όμως από αυτές τις φανερά λαθεμένες θέσεις, η προσέγγιση αυτή επιδρά ιδιαίτερα στη στρατηγική ΚΚ σε χώρες με σημαντική υστέρηση στην ανάπτυξη του καπιταλισμού.


Η αντίληψη αυτή παραβλέπει πως οι σχέσεις μεταξύ κρατών στα πλαίσια του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού είναι πιο σύνθετες, ότι υπάρχει διαπλοκή των κεφαλαίων, ότι δημιουργούνται «άξονες» και «αντιάξονες» ακόμα και μέσα στις ιμπεριαλιστικές οργανώσεις, ότι το ταξικό συμφέρον της κάθε αστικής τάξης την οδηγεί σε συμβιβασμό και υποχωρήσεις, χωρίς να παραιτείται από την επιδίωξη καλύτερης θέσης, μεγαλύτερου μεριδίου της «λείας», κάτι που οδηγεί στην όξυνση των ανταγωνισμών και σε πολέμους, αλλά την ίδια ώρα είναι επίσης ισχυρή και η διακρατική ταξική συμμαχία ενάντια στους λαούς, στην εργατική τάξη.


Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η θέση αυτή αντιστρέφει τη σχέση αιτίας - αποτελέσματος. Ετσι χρεώνει στην «εξάρτηση» την καθυστέρηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Η καθυστέρηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη είναι που οδηγεί αντικειμενικά στην ισχυρότερη και περισσότερο ανισόμετρη σχέση οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής εξάρτησης. Ομως και σ’ αυτήν την περίπτωση, οι εισαγόμενες καπιταλιστικές σχέσεις επιταχύνουν την καπιταλιστική ανάπτυξη, αν και με πολύ βαθύτερη ανισομετρία. Αυτό φαίνεται πιο καθαρά σε χώρες κυρίως της Ασίας, με μεγάλη εισροή κεφαλαίων (π.χ. Ν. Κορέα). Βεβαίως, η καπιταλιστική ανάπτυξη, η αύξηση των καπιταλιστικών κερδών, που «πληρώνεται» με «ποτάμια» αίματος και ιδρώτα, δεν είχε καμία σχέση με την καλοζωία και ευημερία των λαών.


Ετσι, η σχέση που διαμορφώνει κάθε κράτος με άλλα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα καθορίζεται από την ιστορικά διαμορφωμένη θέση του μέσα σε αυτό. Πρωταρχικό στοιχείο αυτής της θέσης αποτελεί η οικονομική δύναμη, χωρίς όμως να παραβλέπεται η αυτοτελής στρατιωτικο-πολιτική δύναμη ενός κράτους, με βάση την οποία πραγματοποιεί συμμαχίες.


Στην πραγματικότητα λοιπόν το ζήτημα της «εξάρτησης» της χώρας, όταν δε βλέπει το όλο «δάσος» της ιμπεριαλιστικής «πυραμίδας» και αντιμετωπίζει το θέμα αυτό σε διάσταση της πολιτικής από την οικονομία, καταλήγει στο να ταυτίζει τις σχέσεις «εξάρτησης» με ένα καθεστώς «υποτέλειας» και αυτό συχνά με τη σειρά του «αθωώνει» την ντόπια αστική τάξη, τρέφει ανεδαφικές ή αποπροσανατολιστικές διαθέσεις συμμαχίας μαζί της (ή με το «εθνικό της τμήμα»), ενάντια στο ξένο κεφάλαιο (και το ντόπιο κομπραδόρικο κεφάλαιο).


4. Η ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΣΑΡΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
Η ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Το ζήτημα είχε απασχολήσει και τους μπολσεβίκους. Υπήρξε μια έντονη διαπάλη για την αποτίμηση των σχέσεων (οικονομικών, πολιτικών στρατιωτικών) της Τσαρικής Αυτοκρατορίας (ΤΑ) με τις χώρες της Ευρώπης, κυρίως αυτές που συγκροτούσαν την «Αντάντ»32. Η συζήτηση συνεχίστηκε και μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Υπήρχαν εκτιμήσεις (π.χ. των Μ. Πάβλοβιτς, Λ. Κρίτσμαν, Μ. Ποκρόφσκι) που στον ένα ή άλλο βαθμό θεωρούσαν πως η ΤΑ είχε οδηγηθεί σε ένα τέτοιο επίπεδο οικονομικής εξάρτησης από τις χώρες της «Αντάντ», που την έκανε να συρθεί από αυτές στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παράλληλα υπήρχαν και διαμετρικά αντίθετες απόψεις (Μπ. Γκρούβε), που απέρριπταν κάθε εξάρτηση της ΤΑ από τις κυρίαρχες καπιταλιστικές δυνάμεις της Ευρώπης και θεωρούσαν ότι η ΤΑ εισήλθε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να «επιτύχει τους δικούς της ιδιαίτερους ιμπεριαλιστικούς στόχους».


Σε σχέση με αυτές τις απόψεις ο Ι. Μάεφσκι έγραψε πως «πιο κοντά στην πραγματικότητα είναι άλλο και συγκεκριμένα: ο ρωσικός ιμπεριαλισμός εισήλθε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όχι μόνον σαν εξαρτημένος εταίρος του αγγλο-γαλλικού κεφαλαίου, αλλά κι ως εκφραστής των συμφερόντων της δικής του ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Με τη βοήθεια πιο ισχυρών εταίρων η ΤΑ έλπιζε να υλοποιήσει τα ιμπεριαλιστικά της σχέδια στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την αυτοτελή επίτευξη αυτών των ιμπεριαλιστικών στόχων ο τσαρισμός δεν είχε αρκετά οικονομικά και υλικοτεχνικά αποθέματα»33.


Ο Λένιν, που αναφέρθηκε στο θέμα, σημείωνε επιγραμματικά: «Παράλληλα με τη σύγκρουση των ληστρικών “συμφερόντων” της Ρωσίας και της Γερμανίας υπάρχει μια όχι λιγότερο -αν όχι περισσότερο- βαθιά σύγκρουση ανάμεσα στη Ρωσία και την Αγγλία. Το καθήκον της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της Ρωσίας, που καθορίζεται από τον προαιώνιο ανταγωνισμό και από τον αντικειμενικά συγκεκριμένο διεθνή ανταγωνισμό των μεγάλων Δυνάμεων, μπορεί να διατυπωθεί σύντομα έτσι: με τη βοήθεια της Αγγλίας και της Γαλλίας να συντρίψει τη Γερμανία στην Ευρώπη για να ληστέψει την Αυστρία (να αποσπάσει τη Γαλικία) και τη Τουρκία (να αποσπάσει την Αρμενία και ιδιαίτερα τη Κωνσταντινούπολη). Και έπειτα με τη βοήθεια της Ιαπωνίας και της ίδιας της Γερμανίας να συντρίψει την Αγγλία στην Ασία για να αποσπάσει όλη την Περσία, να αποτελειώσει τη διανομή της Κίνας»34.


Πώς όμως αντιμετώπισε ο Λένιν εκείνη την εποχή, πριν την Επανάσταση, γενικότερα αυτό το ζήτημα;


Ο Λένιν, που είχε μελετήσει διεξοδικά την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, έβλεπε την καθυστέρηση της ΤΑ σε σχέση με τα άλλα κυρίαρχα καπιταλιστικά κράτη της εποχής. Εβλεπε πως στη χώρα διατηρούνταν ακόμη και προκαπιταλιστικές σχέσεις. Την ίδια ώρα όμως, σημείωνε, σύμφωνα και με στατιστικά στοιχεία της εποχής, πως οι κυρίαρχες σχέσεις στη Ρωσία ήταν οι καπιταλιστικές και μάλιστα στο μονοπωλιακό στάδιο ανάπτυξης. Ο Λένιν, μελετώντας τις οικονομικές εξελίξεις στη Ρωσία, καταλήγει στο σαφές και κατηγορηματικό συμπέρασμα, από το 1916, ότι «η συγχώνευση του τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, σε σχέση με τη δημιουργία καπιταλιστικών μονοπωλίων, έχει κάνει και στη Ρωσία τεράστια βήματα προς τα μπρος»35. Σχετική με αυτή την εξέλιξη ήταν και η εμπλοκή της ΤΑ στον παγκόσμιο πόλεμο. Στα μέσα του Σεπτεμβρίου του 1917 ο Λένιν τοποθετούνταν ως εξής: «Ολοι μιλάνε για ιμπεριαλισμό. Ο ιμπεριαλισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά μονοπωλιακός καπιταλισμός. Οτι και στη Ρωσία ο καπιταλισμός έχει γίνει μονοπωλιακός, αυτό το δείχνουν αρκετά παραστατικά οι εταιρίες «Προντούγκολ», «Προνταμέτ», της ζάχαρης κλπ. Η ίδια η εταιρία της ζάχαρης μας δείχνει ξεκάθαρα τη μετεξέλιξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό […] Αυτή ακριβώς είναι η διαλεκτική της ιστορίας. Οτι ο πόλεμος επιτάχυνε σε εξαιρετικό βαθμό τη μετατροπή του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό και έφερε έτσι την ανθρωπότητα στο σοσιαλισμό. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Και αυτό όχι μόνο γιατί ο πόλεμος γεννάει με τις φρίκες του την προλεταριακή εξέγερση -καμιά εξέγερση δεν θα δημιουργήσει το σοσιαλισμό, αν δεν έχει ωριμάσει οικονομικά- αλλά και γιατί ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός είναι η πληρέστερη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, είναι τα πρόθυρά του, είναι το σκαλοπατάκι εκείνο της ιστορικής κλίμακας που ανάμεσα σ’ αυτό και στο σκαλοπατάκι που λέγεται σοσιαλισμός, δεν υπάρχουν άλλα ενδιάμεσα σκαλοπάτια»36.


Το γεγονός ότι σε ολόκληρους κλάδους της τσαρικής οικονομίας (βιομηχανία, τράπεζες) κυριαρχούσαν τα ξένα μονοπώλια, από τα οποία βεβαίως εξαρτιόταν η ρωσική οικονομία, δεν απέτρεψε το Λένιν και το κόμμα των μπολσεβίκων από το να θέσουν ζήτημα κατάληψης της εξουσίας στις επαναστατικές συνθήκες από τον Απρίλη έως το Νοέμβρη του 1917. Εκτίμησαν ότι υπήρχαν οι ελάχιστες υλικές προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία και αξιοποίησαν τη διαμόρφωσή της ως «αδύνατου κρίκου» μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ο Λένιν, στα έργα του «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» και «Στρατιωτικό πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης» καταλήγει στο συμπέρασμα: «Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από δω βγαίνει πως είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα»37.


Ο Λένιν αναφέρθηκε στο έργο του στις σχέσεις εξάρτησης που διαμορφώνονται στο πλέγμα των ιμπεριαλιστικών σχέσεων ανάμεσα στις χώρες, στο ιμπεριαλιστικό στάδιο και σε μια ιστορική περίοδο όπου εμφανίζονταν νέα εθνικά κράτη. Συχνά χρησιμοποιεί την έννοια «μισοαποικίες» για να δώσει την έννοια της εξαρτημένης σχέσης μιας χώρας στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Γράφει π.χ.: «Οι μισοαποικίες είναι χαρακτηριστικές σαν χώρες που από αυτήν την άποψη βρίσκονται στη “μέση”. Είναι αυτονόητο ότι ο αγώνας γι’ αυτές τις μισοεξαρτημένες χώρες έπρεπε να οξυνθεί ιδιαίτερα την εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου, όταν είχε πια μοιραστεί ο υπόλοιπος κόσμος»38. Σημειώνει πως «το χρηματιστικό κεφάλαιο και η αντίστοιχη σ’ αυτό διεθνής πολιτική, που οδηγεί στον αγώνα των μεγάλων δυνάμεων για το οικονομικό και πολιτικό μοίρασμα του κόσμου, δημιουργούν ολόκληρη σειρά από μεταβατικές μορφές κρατικής εξάρτησης […] ποικίλες μορφές εξαρτημένων χωρών, που πολιτικά είναι ανεξάρτητες, στην πράξη είναι μπλεγμένες στα δίχτυα της χρηματιστικής και διπλωματικής εξάρτησης»39. Το ιστορικό πλαίσιο της διαμόρφωσης νεοϊδρυόμενων εθνικών κρατών, στο οποίο αναφέρεται ο Λένιν, αφορά κράτη που είτε δημιουργούνταν με την άμεση εμπλοκή μεγάλων ξένων δυνάμεων είτε έμπαιναν κάτω από την «προστασία» τους.


Την ίδια ώρα ο Λένιν συνέδεε το ζήτημα της αποτίναξης της εξάρτησης όχι απλώς με την εθνική απελευθέρωση, αλλά και με την κοινωνική και πολιτική απελευθέρωση των λαϊκών στρωμάτων από τους εκμεταλλευτές. «Οι αστικές εφημερίδες […] μιλούν για εθνική απελευθέρωση στα Βαλκάνια, παρασιωπώντας την οικονομική απελευθέρωση. Ενώ στην πραγματικότητα ακριβώς αυτό το τελευταίο είναι το κύριο»40.


Βεβαίως, το πλέγμα της χρηματιστικής εξάρτησης αναπτύχθηκε πολύ περισσότερο κατά τον 20ό αιώνα, ιδιαίτερα μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν σταδιακά απελευθερώθηκε η αγορά κεφαλαίων. Το γεγονός ότι αυτό το πλέγμα αγκαλιάζει όλες τις καπιταλιστικές οικονομίες, έγινε συχνά αντιληπτό με την επίδραση οικονομικών κρίσεων που αρχικά εκδηλώνονταν σε κράτη όπως της Νοτιοανατολικής Ασίας και στη συνέχεια επηρέαζαν τις ίδιες τις ΗΠΑ.


Αλλά και στην εποχή του ο Λένιν αν και εκτιμά την εξάρτηση της Τσαρικής Ρωσίας από τις χώρες της Αντάντ, την κατατάσσει στις «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις», όταν αναφέρεται στην αλλαγή του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής41. Αυτή η εκτίμηση τον οδήγησε και στη στάση που κράτησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο απέναντι στη συμμετοχή της Ρωσίας σε αυτόν, με τη θέση: «Ούτε η Ρωσία, ούτε η Γερμανία, ούτε καμία άλλη μεγάλη Δύναμη έχουν το δικαίωμα να μιλάνε για “αμυντικό πόλεμο”: Ολες οι μεγάλες δυνάμεις διεξάγουν ιμπεριαλιστικό, καπιταλιστικό πόλεμο, πόλεμο ληστρικό…»42. Ασκούσε κριτική στον Πλεχάνοφ που υποστήριζε τον «απελευθερωτικό» πόλεμο της Ρωσίας, «ενάντια στην επιδίωξη της Γερμανίας να τη μετατρέψει σε αποικία της»43.


Η νίκη της αντεπανάστασης στα χρόνια 1989-1991 δεν αναιρεί την ορθότητα της λενινιστικής στρατηγικής, που στο ερώτημα «αν θα έφταναν» οι υλικές προϋποθέσεις για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, απαντούσε: «…θα ήταν ανεπανόρθωτο λάθος να διακηρύξουμε πως μια και είναι παραδεκτό ότι οι οικονομικές μας “δυνάμεις” δεν αντιστοιχούν στην πολιτική μας δύναμη, “συνεπώς” δεν έπρεπε να πάρουμε την εξουσία. Ετσι σκέπτονται οι “άνθρωποι σε θήκη”, που ξεχνάνε ότι η “αντιστοιχία” δε θα υπάρχει ποτέ, ότι δεν μπορεί να υπάρχει στην εξέλιξη της φύσης, όπως και στην εξέλιξη της κοινωνίας, ότι μόνο σε μια σειρά προσπάθειες -και η καθεμιά από αυτές χωριστά παρμένη θα είναι μονόπλευρη, θα παρουσιάζει κάποια έλλειψη αντιστοιχίας- θα δημιουργηθεί ένας ολοκληρωμένος σοσιαλισμός από την επαναστατική συνεργασία των προλεταρίων όλων των χωρών»44.




5. Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ «ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ»
ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ


Ποια όμως επιχειρήματα χρησιμοποιούνται σήμερα από όσους ισχυρίζονται πως η Ρωσία είναι μια «εξαρτημένη» χώρα, επειδή «δεν έχει διαμορφωθεί ο ρωσικός ιμπεριαλισμός»;


Τα βασικά επιχειρήματα αυτής της πλευράς παρουσιάζονται πιο συγκροτημένα στο άρθρο του «κόκκινου πουτινιστή» Ντ. Γιάκουσεφ, με τον τίτλο «Η Ρωσική Ομοσπονδία στο σύστημα του ιμπεριαλισμού»45 είναι: Το ρωσικό χρηματιστικό κεφάλαιο δεν έχει ακόμη σχηματιστεί, δηλαδή δεν υπάρχει η κυριαρχία του πάνω στη βιομηχανία. Η «δομή» της παραγωγής δεν αντιστοιχεί σε «δομή» της παραγωγής μιας ιμπεριαλιστικής χώρας, αλλά μιας αποικίας που εξάγει βασικά πρώτες ύλες και ως εκ τούτου η Ρωσία είναι σήμερα μια «ενεργειακή αγελάδα» για τη Δύση. Η Ρωσία δεν εξάγει κεφάλαια, αλλά διαφυγή κερδών. Σε αυτά τα επιχειρήματα θεμελιώνεται η στήριξη του «εθνικού κεφαλαίου» και του κράτους, ενάντια στο κομπραδόρικο κεφάλαιο και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.


Πολεμική στις παραπάνω θέσεις αναπτύχθηκε από τα άρθρα «Ο σύγχρονος ρωσικός ιμπεριαλισμός»46 και «Τα λάθη του κ. Γιάκουσεφ και των άλλων κόκκινων πουτινιστών»47. Σε αυτά περιλαμβάνονται στοιχεία για τη συγκρότηση του χρηματιστικού κεφαλαίου στη Ρωσία, μέσω των λεγόμενων «χρηματιστικών-βιομηχανικών ομάδων», που μονοπωλούν ολόκληρους κλάδους της ρωσικής οικονομίας, για την εξαγωγή ρωσικού κεφαλαίου σε άλλα κράτη, που προήλθαν από την ΕΣΣΔ. Μάλιστα λίγες ημέρες πριν τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές, ο τότε Α΄ Αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης και σήμερα Πρόεδρος της Ρωσίας, Ντ. Μεντβέντιεφ, μιλώντας στο συνέδριο των Ρώσων βιομηχάνων και επιχειρηματιών, τους κάλεσε να προχωρήσουν σε μαζική εξαγορά επιχειρήσεων στο εξωτερικό. «Κάτι τέτοιο κάνει τώρα η Κίνα. Κι εμείς μπορούμε να το κάνουμε», είπε ο Μεντβέντιεφ και υποσχέθηκε τη συνδρομή του ρωσικού κράτους στα ανάλογα επενδυτικά σχέδια των Ρώσων καπιταλιστών στο εξωτερικό. Υποστήριξε ότι «Η πολιτική της ενεργού, επιθετικής υποστήριξης από τη μεριά του κράτους είναι μια ολοφάνερη παγκόσμια πρακτική» και υποσχέθηκε επεξεργασμένη από το κράτος στήριξη στα οικονομικά σχέδια του ρωσικού κεφαλαίου.48


Οσον αφορά τη «δομή» της παραγωγής, η ανισομετρία εκφράζεται όχι μόνο στη σύγκριση διαφορετικών κρατικά δομημένων καπιταλιστικών οικονομιών, αλλά και εσωτερικά, μεταξύ διαφορετικών κλάδων. Διόλου τυχαία ο Βλ. Πούτιν, αναφερόμενος στους στόχους της επόμενης ρωσικής κυβέρνησης, υποστήριξε την ανάγκη αλλαγής της «παραγωγικής δομής», ώστε να κατασκευάζονται και εξάγονται περισσότερα βιομηχανικά προϊόντα, υψηλής τεχνολογίας. Ο δε Μεντβέντιεφ σημείωσε πως στα σχέδια της ρωσικής κυβέρνησης είναι η υποστήριξη στην εξαγωγή ρωσικής τεχνολογίας στο εξωτερικό, όπως και η στήριξη στην εφαρμογή νέων τεχνολογιών στη χώρα.


Εχοντας σήμερα σημαντικούς τομείς με υψηλή τεχνολογία (αεροναυπηγική, πολεμική βιομηχανία κ.ά.), όπως και τεχνογνωσία, υψηλά μορφωμένη κι εξειδικευμένη εργατική δύναμη, ο στόχος αυτός δε μοιάζει άπιαστος για το ρωσικό κεφάλαιο.


6. ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΓΟΜΕΝΟ «ΠΟΛΥ-ΠΟΛΙΣΜΟ»


Η τάση απώλειας της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ στο διεθνές ιμπεριαλιστικό κίνημα χαιρετίζεται από τμήμα αστικών δυνάμεων και ΜΜΕ καθώς και από τους διάφορους οπορτουνιστές49 ως «πολυ-πολισμός», που θα επαναφέρει μια «θετική ισορροπία» για τους λαούς, μετά την απώλεια του «αντίπαλου δέους», της ΕΣΣΔ.


Οι απόψεις αυτές από τη μια παραβλέπουν το διαφορετικό κοινωνικοταξικό περιεχόμενο που είχε η ΕΣΣΔ (σε σχέση με τις σημερινές ανερχόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις) και από την άλλη παραβλέπουν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα των νέων ή ανερχόμενων ιμπεριαλιστικών κέντρων. Ετσι αποπροσανατολίζουν το εργατικό κίνημα, το καθιστούν έρμαιο σε μια νέα όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Και πάλι αξίζει να θυμηθούμε το Λένιν: «Στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν είναι νοητή άλλη βάση για το μοίρασμα των σφαιρών επιρροής, συμφερόντων, αποικιών κ.ά. εκτός από τη βάση που υπολογίζει τη δύναμη των χωρών που συμμετέχουν στο μοίρασμα, τη γενική οικονομική, τη χρηματιστική, τη στρατιωτική κλπ. δύναμη […] οι ειρηνικές συμμαχίες προετοιμάζουν τους πολέμους, καθορίζοντας η μια την άλλη, γεννώντας τη διαδοχή των μορφών της ειρηνικής και μη ειρηνικής πάλης πάνω στο ίδιο έδαφος των ιμπεριαλιστικών σχέσεων της παγκόσμιας οικονομίας και της παγκόσμιας πολιτικής»50.


Να γιατί οι εργαζόμενοι πρέπει να μην τρέφουν ιδεαλιστικές, «ειρηνικές» αυταπάτες για τις προθέσεις των ιμπεριαλιστών, που καλλιεργούνται ακόμη και από διάφορες «αριστερές», οπορτουνιστικές δυνάμεις. Κι εδώ είναι πολύ επίκαιρη η επισήμανση του ηγέτη της Οκτωβριανής Επανάστασης πως «ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι κούφια και ψεύτικη φρασεολογία, αν δεν συνδέεται αδιάρρηκτα με τον αγώνα ενάντια στον οπορτουνισμό»51.


Βεβαίως, το λαϊκό κίνημα της κάθε χώρας δεν πρέπει ούτε να αδιαφορεί για τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, αλλά ούτε και να παίρνει τη θέση υπέρ του ενός ιμπεριαλιστικού κέντρου εναντίον ενός άλλου. Πρέπει να τις αξιοποιεί, αφού έτσι κι αλλιώς έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα, να διαμορφώνει προϋποθέσεις για το αδυνάτισμα του αντίπαλου, για την τελική νίκη. Το κύριο όμως δεν είναι η «πολυ-πολική» διαμάχη των ιμπεριαλιστών, αλλά η ανάπτυξη της ταξικής πάλης, η μαζική στράτευση στο εργατικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα των λαών. Η ελπίδα για την εργατική τάξη είναι ο συνεπής αντιιμπεριαλιστικός αγώνας με προοπτική την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας.




ΣHMEIΩΣEIΣ:


* Ο Ελισαίος Βαγενάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων.


1. Βλέπε αναλυτικά στην Εισήγηση του Μάκη Παπαδόπουλου, υπεύθυνου του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ, στην ημερίδα της ΚΕ του ΚΚΕ με θέμα: «Οι εξελίξεις στον τομέα της Ενέργειας και η πρόταση του ΚΚΕ στον αντίποδα των επιλογών της αστικής τάξης», εφημερίδα «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 10 Φεβρουαρίου 2008.


2. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 27, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», σελ 424.


3. Ο.π.


4. Οι ΗΠΑ όχι μόνον αποφάσισαν να εγκαταστήσουν σε Πολωνία και Τσεχία ραντάρ για το σύστημα αντιπυραυλικής τους άμυνας, αλλά και μετέφεραν στις αρχές του 2007 στη Βερίγγειο Θάλασσα (κοντά στη ρωσική χερσόνησο της Καμτσάτκας) το σύγχρονο και μεγαλύτερο πλωτό τους ραντάρ (αξίας 815 εκατομμυρίων δολαρίων) και μάλιστα με το πρόσχημα της απειλής τους από την «τρομοκρατία» ή το Ιράν και τη ΛΔ της Κορέας. Κάτι στο οποίο ο υπουργός Αμυνας της Ρωσίας Σ. Ιβανόφ απάντησε ειρωνικά με τη φράση «δεν είμαστε έτοιμοι να αγοράσουμε μια τέτοια ερμηνεία».


5. Οπως των κινητών πυραυλικών συστημάτων TOPOLM, των νέων πυραυλικών συστημάτων Bulava, (που εκτοξεύονται από πυρηνικά υποβρύχια και μπορούν να μεταφέρουν μέχρι και 10 πυρηνικές κεφαλές, με το βεληνεκές τους να φτάνει τα 8.000 χλμ.), της κατασκευής νέων ραντάρ, αλλά και της ανανέωσης του εξοπλισμού διαφόρων σωμάτων των Ενόπλων δυνάμεών της.


6. Αυτό δήλωσε ο Β. Πούτιν στις 8 Φεβρουαρίου 2007 κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στη διευρυμένη συνεδρίαση του Κρατικού Συμβουλίου, προσθέτοντας πως στα χρόνια της Προεδρίας του περιορίστηκε το εξωτερικό χρέος στο 3% του ΑΕΠ και αυξήθηκαν τα αποθέματα χρυσού που η αξία τους έφτασε τα 484 δισεκατομμύρια δολάρια.


7. H Ρωσία υπολογίζεται ότι αύξησε τις αμυντικές της δαπάνες και ξόδεψε για αμυντικούς σκοπούς το 2007 γύρω στα 32,5 δισ. δολάρια (αύξηση 23% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά), ποσό όμως που είναι κατά 20 φορές μικρότερο από αυτό που προϋπολόγιζαν οι ΗΠΑ την ίδια περίοδο. Πιθανόν ο Ρώσος Πρόεδρος αυτό να είχε υπόψη του, όταν έλεγε στο Μόναχο πως η χώρα του «ρεαλιστικά εκτιμά τις δυνατότητές της». Υπάρχουν και άλλοι δείκτες των οικονομικών μεγεθών των δύο χωρών που δείχνουν πως από τη μια βέβαια η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία ισχυροποιείται, όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί το σημερινό οικονομικό της μέγεθος με αυτό των ΗΠΑ.


8. Βλέπε ιστοσελίδα: www.strana.ru/doc.html?id=82873.


9. Ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ. «Για τις εξελίξεις στα Βαλκάνια, το ζήτημα της ΠΓΔΜ και το θέμα του Κοσσυφοπεδίου», Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2007.


10. Και αυτό γιατί η Ρωσία έχει αποδεχτεί πως είναι η «διάδοχος» της ΕΣΣΔ, συμπερασματικά, σύμφωνα με τους «θερμοκέφαλους» της λιθουανικής κυβέρνησης, θα πρέπει να πληρώσει το …«λογαριασμό», όπως τον έκαναν στο «τεφτέρι» τους. Μόνο που αυτός ο «λογαριασμός» φαίνεται να έχει τα …«προβληματάκια» του… Καταρχήν στο τυπικό, αφού «σοβιετική κατοχή» δεν υπήρξε, μιας και τόσο η είσοδος των σοβιετικών στρατευμάτων έγινε στη βάση συμφωνιών που είχε υπογράψει το τότε αστικό καθεστώς της Λιθουανίας (για να σωθεί από τη ναζιστική Γερμανία), όσο και λίγο αργότερα η ένταξη στην ΕΣΣΔ έγινε με λαϊκό δημοψήφισμα. Οι Λιθουανοί συμμετείχαν στα όργανα ασφαλείας και στο στρατό της ΕΣΣΔ και τη Δημοκρατία τους κυβερνούσαν οι εγχώριοι εκλεγμένοι στα Σοβιέτ της Σοβιετικής Λιθουανίας.
Ο «λογαριασμός» δεν υπολογίζει τις επενδύσεις που έγιναν από το σοβιετικό κράτος στην περίοδο 1945 - 1990 για την ανάπτυξη της Λιθουανίας, όπως και τα οφέλη που είχε η οικονομία και ο λαός της Λιθουανίας από την ενσωμάτωση στην ΕΣΣΔ, υπολογιζόμενα από τη ρωσική εφημερίδα «Γκαζέτα» το λιγότερο σε 35 δισεκατομμύρια δολάρια. Εκτός αυτού η εδαφική κυριαρχία της Λιθουανίας, όταν εντάχθηκε στην ΕΣΣΔ, ήταν περίπου η μισή από αυτήν που αποχώρησε το 1991. Ακόμη και η σημερινή πρωτεύουσα, το Βίλνιους, ήταν σε άλλη κυριαρχία (Πολωνία), όπως και η πόλη Κλάιπεντε (Γερμανία) και άλλα εδάφη που προσαρτήθηκαν στην ΕΣΣΔ μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ενσωματώθηκαν στη Σοβιετική Λιθουανία!


11. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 27, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», σελ. 395.


12. Με τη ρωσο-ουκρανική συμφωνία του 1997, η Ρωσία πήρε το 87,7% του σοβιετικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας και απέκτησε το δικαίωμα διατήρησης ναυτικών βάσεων στην Κριμαία μέχρι το 2017.


13. Εισαγωγικό σημείωμα της σύνταξης στο περιοδικό «Η Ρωσία στην παγκόσμια πολιτική», τεύχος 5/2007.


14. Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ: «Για τα 90 χρόνια της μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία (1917)».


15. Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ: «Για τα 90 χρόνια της μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία (1917)».


16. Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ: «Για τα 90 χρόνια της μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία (1917)».


17. Πολιτικός απολογισμός της ΚΕ του ΚΚΡΟ στο 10ο Συνέδριο (3 Ιουλίου 2004).


18. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 26, «Για το σύνθημα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», σελ. 359.


19. Κείμενο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ: «Η ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση. Ο ρόλος της στις διεθνείς εξελίξεις. Η εναλλακτική πρόταση των κομμουνιστών», Νοέμβριος 2005.


20. Πολιτικός απολογισμός της ΚΕ του ΚΚΡΟ στο 10ο Συνέδριο (3 Ιουλίου 2004).


21. Ο.π.


22. Εφημερίδα «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 19 Ιουνίου 2003. «Για τη θέση της Ρωσίας στο σύγχρονο κόσμο», συνέντευξη με τον Ολεγκ Κουλικόφ, Γραμματέα της ΚΕ και υπεύθυνο του Τμήματος Ενημέρωσης και Ανάλυσης του ΚΚΡΟ.


23. Πολιτική Απόφαση 10ου Συνεδρίου του ΚΚΡΟ: «Οι κομμουνιστές και το ρωσικό ζήτημα» (10 Ιουλίου 2004).


24. Εισήγηση του Β. Τιούλκιν στο 5ο συνέδριο του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ (22-23 Απριλίου 2006).


25. Εφημερίδα «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 15 Ιουνίου 2003, «Για τη θέση της Ρωσίας στο σύγχρονο κόσμο», συνέντευξη με τον Β. Τιούλκιν, Α΄ Γραμματέα του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ.


26. Τοποθέτηση του Β. Τιούλκιν, Α΄ Γραμματέα του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ, κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Συνάντησης των ΚΚ, το Νοέμβριο του 2005, στην Αθήνα. Ανάλογες εκτιμήσεις υπάρχουν και στα υλικά του 5ου Συνεδρίου του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ (26 Απριλίου 2006).


27. Απόφαση του 10ου Συνεδρίου του ΚΚΡΟ σχετικά με τον Πολιτικό Απολογισμό της ΚΕ (3 Ιουλίου 2004).


28. Βίκτορ Τιούλκιν: «Στο σωστό δρόμο...σε λάθος κατεύθυνση», ΚΟΜΕΠ, τ. 6/2004.


29. Β. Τιούλκιν: «Να μετατρέψουμε το ρωσικό προλεταριάτο από ζητιάνο σε αγωνιζόμενη τάξη», 2 Μαΐου 2006, βλ. ιστοσελίδα: http://www.rkrp-rpk.ru/index.php?action=articles&func=one&id=117.


30. Β. Τιούλκιν: «Ομιλία στη Διεθνή Συνάντηση των ΚΚ της Αθήνας», το 2005.


31. Κ. Πατέρα: «Σημειώσεις για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Η περίπτωση της Βρετανίας», ΚΟΜΕΠ, τ. 1/2008, σελ. 106.


32. Αντάντ ή «Εγκάρδια Συνεννόηση» (EntenteCordiale) ήταν η ιμπεριαλιστική συμμαχία (1904) Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας. Εμφανίστηκε σαν ενιαία στάση απέναντι στην απειλή που ένιωθαν από τη Γερμανία κατά τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Επεκτάθηκε με την ξεχωριστή «Αγγλορωσική Συνεννόηση» το 1907, δημιουργώντας τη λεγόμενη «Τριπλή Αντάντ», που στρεφόταν εναντίον της συμμαχίας των Κεντρικών Δυνάμεων, όπου πρωτοστατούσε η Γερμανία. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η συμμαχία επεκτάθηκε με την εισδοχή σ’ αυτή δεκάδων χωρών. Η δημιουργία της Αντάντ άμβλυνε τις αντιθέσεις ανάμεσα στα μέλη της, αλλά δεν τις εξάλειψε. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση η Αντάντ στράφηκε κατά της Σοβιετικής Ρωσίας και οργάνωσε, το Μάρτιο του 1918, στρατιωτική επέμβαση (για να βοηθήσει τις εσωτερικές αντιδραστικές δυνάμεις), που όμως ηττήθηκε από τον Κόκκινο Στρατό.


33. Ι. Μάεφσκι: «Για το ζήτημα της εξάρτησης της Ρωσίας την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου», περιοδικό «Ζητήματα ιστορίας», τεύχος 1, 1957.


34. Β.Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 30, «Για τη χωριστή ειρήνη», σελ. 185-186.


35. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 27, «Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», σελ. 356.


36. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 34, «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε», σελ. 191 - 193.


37. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 26, «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», σελ. 362.


38. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 27, «Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», σελ. 385.


39. Ο.π., σελ. 389.


40. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 22, «Η κοινωνική σημασία των σερβοβουλγαρικών νικών», σελ. 194.


41. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 27, «Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», σελ. 424.


42. Ο.π., σελ. 389.


43. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 27, «Ο ιμπεριαλισμός και ο σοσιαλισμός στην Ιταλία»,


σελ. 19.


44. Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», τ. 36, «Για τα “αριστερά” παιδιαρίσματα και το μικροαστισμό», σελ. 306.


45. Ντ. Γιάκουσεφ: «Η Ρωσική Ομοσπονδία στο σύστημα του ιμπεριαλισμού», ιστοσελίδα: www.left.ru/2004/10/yakushev109.html


46. Α. Μπάτοφ, Σ. Μάρκοφ, Α. Μάγκοφ, Β. Ορλόφ: «Ο σύγχρονος ρωσικός ιμπεριαλισμός», στην ιστοσελίδα της νεολαίας του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ (Επαναστατική κομμουνιστική ένωση νεολαίας μπολσεβίκων) στην ιστοσελίδα: rksmb.ru/get.php?1485.


47. Β. Νοβάκ: «Τα λάθη του κ. Γιάκουσεφ και των άλλων κόκκινων πουτινιστών», στην ιστοσελίδα: www.rkrp-rpk.ru/index.php?action=articles&func=one&id=108.


48. Εφημερίδα «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 3 Φεβρουαρίου 2008.


49. Το Φεβρουάριο του 2007, μιλώντας στο Μόναχο ο Βλ. Πούτιν, μεταξύ των άλλων, αναφέρθηκε στη ραγδαία οικονομική άνοδο των χωρών του BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) για να προσθέσει πως «δεν πρέπει να αμφιβάλλουμε πως το οικονομικό δυναμικό των νέων κέντρων παγκόσμιας ανάπτυξης αναπόφευκτα θα μετατραπεί σε πολιτική επιρροή και θα ενισχύσει την πολυ-πολικότητα». Οι εκπρόσωποι του Αριστερού Κόμματος της Γερμανίας, χαιρέτισαν αυτές τις δηλώσεις Πούτιν.


50. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», σελ. 424-425.


51. Ο.π., σελ. 431.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου