Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Το “θαύμα” της Αργεντινής (μέρος Α)


poexania



Οδηγός μου για την παρακάτω δημοσίευση είναι το διπλό τεύχος(4-5) 2012 της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης και συγκεκριμένα το άρθρο του Τάσου Τραβασάρου με τίτλο: Γραμμή ενσωμάτωσης ή γραμμή ανατροπής, η πείρα της Αργεντινής, σελ. 73-101. Στόχος μου είναι ο εντοπισμός των κυριότερων σημείων του άρθρου και η συγγραφή μιας σύνοψης αυτού η οποία θεωρώ θα είναι πιο εύκολο να διαβαστεί από ένα κοινό που δεν θα πιάσει ποτέ στα χέρια του την ΚΟΜΕΠ. Φυσικά η δική μου σύνοψη(και ο σχολιασμός) δεν μπορεί να υποκαταστήσει το κατά πολύ αναλυτικότερο άρθρο του Τραβασάρου και καλό θα ήταν όποιος θέλει και μπορεί να το διαβάσει και εκείνο. Θεωρώ ότι το παράδειγμα της Αργεντινής πρέπει να ψηλαφιστεί από όλους μας, αφενός επειδή θα βρεθούν κοινά σημεία με τα δικά μας “παθήματα” και μελλούμενα και αφετέρου επειδή θα μας το πετάξει παραποιημένο ως στάχτη στα μάτια ο Σύριζα για να δικαιολογήσει και να προετοιμάσει τα μελλοντικά σχέδια του κεφαλαίου τα οποία πιθανότατα να κληθεί ως κυβέρνηση να φέρει εις πέρας. Αν όμως δει κάποιος τα πραγματικά γεγονότα, το παράδειγμα της Αργεντινής είναι το ιδανικό για να αποκαλυφθούν οι μεθοδεύσεις πίσω από τα λόγια του Τσίπρα και του κάθε Τσίπρα.



“«Η Αργεντινή μάς έδειξε πώς ένας λαός μπορεί να σταθεί εναντίον αυτού του συστήματος και να βάλει τις βάσεις για να ζήσει καλύτερα, να αναδιοργανώσει το κράτος και την κοινωνία». Αυτό μεταξύ άλλων φέρεται να δήλωσε στην αργεντίνικη εφημερίδα «Pagina 12» ο Αλ. Τσίπρας. “[1]

“Μιλώντας χτες στη Βουλή και απευθυνόμενος στον υπουργό Οικονομικών Γ. Στουρνάρα, ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ είπε επί λέξει: «Διότι κύριε υπουργέ, μακάρι να είχαμε γίνει Αργεντινή, όπως είχατε πει. Η Αργεντινή πέρασε μια πολύ μεγάλη δυσκολία και δεν πρέπει τους λαούς να τους χαρακτηρίζουμε με ρατσιστικό τρόπο. Πέρασαν όμως μια πολύ μεγάλη δυσκολία και κατάφεραν με αξιοπρέπεια να σταθούν στα πόδια τους. Δυστυχώς, εσείς μας οδηγείτε σε άλλες καταστάσεις, πολύ χειρότερες.”[2]



Αυτά λοιπόν μας λένε οι εκπρόσωποι του Σύριζα για την Αργεντινή, της οποίας ο λαός όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, κατάφερε να βγει νικητής από την σφοδρή οικονομική κρίση και την δαγκάνα του ΔΝΤ. Ποιά είναι η αλήθεια όμως και ποιό το ψέμα σε αυτές τις δηλώσεις και ποιές σκοπιμότητες κρύβονται πίσω τους; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Είναι αλήθεια ότι η οικονομία της Αργεντινής εισήλθε σε βαθιά οικονομική κρίση από το τέλος του 1998. Όμως ο λαός της Αργεντινής είχε αρχίσει να υποφέρει πολύ πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Πηγή των προβλημάτων του στάθηκαν οι σχεδιασμοί της παγκόσμιας τράπεζας και του ΔΝΤ οι οποίοι εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του διεθνούς κεφαλαίου, ανάλογα μέτρα πάρθηκαν και συνεχίζουν να παίρνονται στην Ε.Ε, άλλοτε με πρόσχημα την νομισματική ενοποίηση, την ασφάλεια, και τώρα με πρόσχημα την κρίση, μέτρα όπως:

- Προσπάθεια περεταίρω προώθησης της απελευθέρωσης των αγορών

- Ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος

- Ενθάρρυνση εισροής ξένων κεφαλαίων

- Πρόσδεση της αξίας του τοπικού νομίσματος στην αξία του δολαρίου

- Δημιουργία της Mercosur, μια κοινή αγορά που είχε ομοιότητες με την Ε.Ε και σε αυτή συμμετείχαν οι εξής γείτονες χώρες: Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη, Παραγουάη.

Αποτέλεσμα των επιλογών αυτών, και σε συνδυασμό με διάφορες εξελίξεις στη διεθνή οικονομία, ήταν να εμφανιστούν στην Αργεντινή υψηλά ποσοστά ανεργίας, ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών, αύξηση εξωτερικού χρέους κλπ(αντίστοιχα δηλαδή με τα όσα βιώνει η Ελλάδα τα τελευταία 3+ χρόνια).

Σε αριθμούς τώρα. Η Αργεντινή γνώρισε συρρίκνωση του ΑΕΠ 3,4% το 99, 0,8% το 2000, 4,4 το 2001 και 10,9% το 2002. Η βιομηχανική της παραγωγή το 2001 είχε πέσει στο 70% αυτής του 97, οι άνεργοι και υποαπασχολούμενοι σχεδόν άγγιξαν το 40% ενώ το ποσοστό εκείνων που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας το έφτασε 60% του συνολικού πληθυσμού. Επιπλέον οι μισοί Αργεντίνοι έμειναν χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κάτι που μεταξύ άλλων είχε σαν αποτέλεσμα να αυξάνεται η θνησιμότητα κάθε χρόνο 5% για την περίοδο που εξετάζουμε.

Ο πρόεδρος Μένεμ διαβάζοντας την συνέντευξη του Αλέξη


Η κρίση συνοδεύτηκε όπως ήταν φυσικό από πολιτική αστάθεια και την πτώση το 1998 της κυβέρνησης του Περονιστή Μένεμ, η οποία ήταν υπεύθυνη για πολλά από τα μέτρα που πάρθηκα. Στο τιμόνι του υπουργείου οικονομικών της κυβέρνησης αυτής βρισκόταν ο Ντομίνικο Καβάγιο, πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της χώρας. Τον Μένεμ διαδέχθηκε η συμμαχία του Ριζοσπαστικού Κόμματος με ένα αριστερό συνασπισμό κομμάτων, το Frepaso(η γνωστή και πολυδιαφημισμένη “κυβέρνηση της αριστεράς” που αναλόγως επιχειρήθηκε και εδώ από τον Σύριζα, κάποια κομμάτια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες δυνάμεις). Η κυβέρνηση αυτή της αριστεράς, με πρόεδρο τον Ντε Λα Ρούα συνέχισε το καταστροφικό έργο του Μένεμ μη διστάζοντας μάλιστα να διορίσει και εκείνη το 2001 υπουργό οικονομικών ξανά τον Καβάγιο.


Καθώς εξελισσόταν η κρίση το τοπικό κεφάλαιο διχάστηκε, υπήρχαν εκείνοι που αντιτίθονταν και εκείνοι που υποστήριζαν την στρατηγική της πρόσδεσης του πέσο με το δολλάριο, παράλληλα το ΔΝΤ ακολουθούσε παρόμοιες τακτικές με αυτές που βιώνουμε σήμερα, εκβίαζε δηλαδή για περισσότερα και σκληρότερα μέτρα, προκειμένου να δανείσει χρηματικά ποσά τη χώρα, ποσά τα οποία επενδυόταν υπέρ του κεφαλαίου. Ο κόμπος έφτασε στο χτένι όταν η κυβέρνηση πάγωσε τους τραπεζικούς λογαριασμούς, κάτι που έπληξε κυρίως τα μεσαία κοινωνικά στρώματα μιας και τα χαμηλότερα όχι απλά δεν είχαν καταθέσεις αλλά είχα εξαθλιωθεί από τα απανωτά μέτρα.

Στου αφεντικού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα, αμα δεν την σπάσεις δεν γεμίζει η κατσαρόλα


Στις 19 και 20 Δεκέμβρη του 2001 λαϊκά και εργατικά στρώματα βγήκαν μαζικά στους δρόμους πολιορκώντας τις τράπεζες, πλιατσικολογώντας τα σούπερ μάρκετ, εισβάλοντας σε κρατικά κτήρια και γεμίζοντας τις πλατείες. Χαρακτηριστικό του συγκεντρωμένου πλήθους, κάτι που είδαμε και στην χώρα μας με τους “αγανακτισμένους”, ήταν το χτύπημα κατσαρολών, τηγανιών καθώς και άλλων κουζινικών. Ο κόσμος που κατέβηκε στις κινητοποιήσεις υπολογίζεται σε 4 εκατομμύρια σε συνολικό πληθυσμό 30 εκατομμυρίων. Ο Ντε Λα Ρούα, που ηγούταν (για να μην ξεχνιόμαστε) του αριστερού σχηματισμού κυβέρνησης, κήρυξε στρατιωτικό νόμο κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα 38 νεκρούς από τα σώματα καταστολής και την εναλλαγή μέσα σε μια βδομάδα τεσσάρων προέδρων.

Τα συνθήματα και οι επιδιώξεις του αγανακτισμένου πλήθους περιορίστηκαν στην καταγγελία των υπευθύνων κυβερνήσεων, στην απαίτηση για άρνηση πληρωμής των χρεών, απαίτηση να φύγει το ΔΝΤ, κρατικοποιήσεις εταιριών κ.α. Ο Αργεντίνικος λαός, ελλείψει ενός ισχυρού κομμουνιστικού κόμματός και ταξικά προσανατολισμένων συνδικάτων, αδυνατούσε να δει την μεγάλη εικόνα, ότι αιτία για τα δεινά τους δεν ήταν τα επί μέρους εργαλεία του καπιταλιστικού συστήματος και του ιμπεριαλισμού, αλλά το σύστημα αυτό καθ αυτό που είχε σφιχταγκαλιάσει την οικονομία της χώρας σαν πύθωνας και δεν είχε καμία διάθεση να την αφήσει όσο θα διατηρούνταν οι καπιταλιστικές μορφές ιδιοκτησίας.

Fernando de la Rúa και αριστερός και τζέντλεμαν


Επίσης ο λαός ήταν ανοργάνωτος και επικρατούσε αμηχανία απέναντι στις προκλήσεις, ενώ ήταν εύκολο να καθοδηγηθεί από ρεφορμιστικές δυνάμεις που είχαν σαν σκοπό να καταλαγιάσουν την οργή του και να βρουν ένα τρόπο να διαχειριστούν την κατάσταση ώστε να μην απειλήσει το ίδιο το σύστημα, χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Pablo σε συνέλευση σε γειτονιά του Μπουένος Άιρες:

“Σώματα κινούνταν και κατσαρόλες ηχούσαν και τελικά, εκείνη η καινούργια φράση ειπώθηκε, ούτε πολιτικές ομιλίες, ούτε εξηγήσεις, ούτε πλακάτ πολιτικών κομμάτων(έξω τα κόμματα, έξω οι ιδεολογίες, όλοι οι έλληνες μαζί που φώναζαν και εδώ οι αγανακτισμένοι). Κανείς δεν ήξερε ποιός ακριβώς βρισκόταν εκεί, αν ήταν άνθρωποι της αριστεράς, δεξιοί ή κεντρώοι. Υπήρχαν νοικοκυρές, νέοι άνθρωποι-όλοι ήταν εκεί-και έλεγαν με μια φώνη “πρέπει όλοι τους να φύγουν”(“να φύγουν οι προδότες”, σας θυμίζει κάτι; Και να που οι προδότες που έπρεπε να φύγουν μας κυβερνούν ακόμα). [...] Αυτή η πίστη συνδυασμένη με τη γνώση μας για κυβερνητικά σκάνδαλα, διαφθορά και απάτη μας έκανε να αντιληφθούμε ότι η μειοψηφία έπαιρνε καθημερινά αποφάσεις, ενώ ο υπόλοιπος πληθυσμός ένιωθε ανίκανος να κάνει οτιδήποτε για αυτό.”(εδώ βλέπουμε και την αυταπάτη ότι αν δεν υπήρχε διαφθορά και σκάνδαλα δεν θα υπήρχε και πρόβλημα, αυταπάτη που το ίδιο το σύστημα καλλιεργεί πάντα και παντού).

Οι ρεφορμιστικές δυνάμεις έσπρωξαν την ενεργητικότητα του κόσμου σε δράσεις που δεν αφορούσαν σε τίποτα άλλο εκτός από τη διαχείριση της φτώχειας, δηλαδή φιλανθρωπίες, συσσίτια, εθελοντικοί παιδικοί σταθμοί, κέντρα υγείας κ.α. Καμία από αυτές τις δράσεις δεν είχε διεκδικητικό πλαίσιο, πόσο μάλλον πλαίσιο ανατροπής, ενώ μεγάλο μέρος των δράσεων αυτών τις ανέλαβε το ίδιο το αστικό κράτος ενσωματώνοντας παράλληλα και τους εμπλεκόμενους σε αυτές. Οι “συνελεύσεις της γειτονιάς” ήταν διαταξικές συνελεύσεις των συνοικιών που δεν έθεταν κανένα πρόβλημα σε ταξική βάση, και περιοριζόταν σε ζητήματα διαχείρισης της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι το οργανωμένο εργατικό κίνημα ήταν τόσο αδύναμο που στη διάρκεια των κινητοποιήσεων δεν κηρύχτηκε ούτε μια 24ωρη γενική απεργία ενώ η πάλη στους χώρους δουλειάς ήταν από μηδαμινή ως ανύπαρκτη, κυρίαρχο ρόλο σε αυτό έπαιξε το γεγονός ότι στο συνδικαλιστικό κίνημα κυριαρχούσαν σοσιαλδημοκρατικές και άλλες αστικές δυνάμεις. Το περισσότερο που έκαναν οι δυο μεγαλύτερες συνδικαλιστικές οργανώσεις (οι CGT και CTA) ήταν να καλέσει η δεύτερη σε γενική απεργία στις 20 Δεκέμβρη και τελικά να την αναστείλει την ίδια μέρα ύστερα από την αλλαγή της κυβέρνησης.

Και για το κλείσιμο του πρώτου μέρους ένα κομμάτι ακριβώς όπως είναι γραμμένο στο άρθρο του Τραβασάρου :

—-

Η ιστορική πείρα έχει αναδείξει μορφές λαϊκής οργάνωσης, όργανα πάλης που εδράζονται στους χώρους δουλιάς(αυτός το γράφει με ι εγώ το συνηθίζω με ει), που είναι αντιπαραθετικά με το κεφάλαιο και το αστικό κράτος και μπορούν δυνάμει να μετατραπούν σε φύτρα μιας νέας εξουσίας(προφανώς εννοεί την δυαδική εξουσία). Τέτοια όργανα ήταν τα εργατικά συμβούλια, όπως τα σοβιέτ προεπαναστατικά στη Ρωσία.

Τέτοια λαϊκά όργανα που βρίσκονται σε ανοιχτή ρήξη με το κεφάλαιο(σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, δηλαδή κρίσης κορυφών), μπορούν να κάνουν αυτό που το αστικό κράτος έχει καταστεί ανίκανο να κάνει το ίδιο. Π.χ. ο λαός μπορεί να εξασφαλίσει έτσι ώστε επιχειρήσεις και εμποροκαταστήματα να παραδίδουν τα “βασικά είδη κατανάλωσης” στα δικά του λαϊκά όργανα για τη διανομή τους. Τα νοσοκομεία και άλλες υγειονομικές και προνοιακές μονάδες μέσω των οργάνων λαϊκής αντιπροσώπευσης μπορούν να εξασφαλίσουν άμεσα την υγειονομική περίθαλψη του πληθυσμού, ο οργανωμένος λαός μπορεί να αναλάβει ο ίδιος την τήρηση της τάξης και της πειθαρχίας και παραπέρα να εξοπλιστεί για να αντιμετωπίσει την καταστολή των δυνάμεων της αστυνομίας και του στρατού. Έτσι οργανωμένο το λαϊκό κίνημα θα βρίσκεται ένα βήμα πριν την επαναστατική σύγκρουση με το αστικό κράτος για την επίλυση τη ζητήματος εξουσίας.

Στην Αργεντινή όμως, ανεξάρτητα αν υπήρχαν επαναστατικές συνθήκες ή όχι, δε διαμορφώθηκαν τέτοιες μορφές εργατικής-λαϊκής οργάνωσης με αντίστοιχο ριζοσπαστικό προσανατολισμό.

—-

Γεγονός είναι ότι συχνά οι εργαζόμενοι καταλάμβαναν επιχειρήσεις στην Αργεντινή, όμως οι περισσότερες από αυτές είχαν εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες λόγω χρεών, πολλά από τα οποία εξόφλησαν τελικά οι εργαζόμενοι. Οι επιχειρήσεις αυτές στην ουσία εντάχθηκαν στην καπιταλιστική αγορά και λειτουργούσαν με τους κανόνες αυτής, άρα δεν απειλούσαν το σύστημα, ενώ η συντριπτική τους πλειοψηφία δεν μακροημέρευσε διαλύοντας έτσι τις όποιες αυταπάτες για κάτι πιο μαζικο.

Τέλος πρώτου μέρους

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου