Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 49: Η Μάχη στο Βίτσι –

http://erodotos.wordpress.com

Ο ΔΣΕ σημειώνει μια τακτική νίκη και προκαλεί αναταραχή στο αντίπαλο στρατόπεδο

Η μάχη στο Βίτσι

Ο ΔΣΕ σημειώνει μια τακτική νίκη και προκαλεί αναταραχή στο αντίπαλο στρατόπεδο


Οι πολεμικές συγκρούσεις του ΔΣΕ με τον κυβερνητικό στρατό δε γνώρισαν ανάπαυλα μετά τη μεγάλη μάχη του Γράμμου και τον ελιγμό των αντάρτικων δυνάμεων στο Βίτσι. Απεναντίας, ο στρατός της κυβέρνησης των Αθηνών συνέχισε τις επιχειρήσεις του, με σκοπό τη συντριβή του Δημοκρατικού Στρατού. Ετσι, είναι σωστό να θεωρήσει κανείς ότι οι πολεμικές συγκρούσεις στο Βίτσι αποτελούν την τελική φάση των συγκρούσεων στο Γράμμο.

Ο συσχετισμός δυνάμεων

Σ’ όλη τη διάρκεια της μάχης του Γράμμου, στην περιοχή του Βίτσι, υπήρχαν οι εξής δυνάμεις του ΔΣΕ: Μια ταξιαρχία 500 μαχητών, με διάταξη στην Μπέλα Βόντα ως το Πισοδέρι. Η 18η ταξιαρχία, αποτελούμενη από 900 περίπου μαχητές που είχε διάταξη στα υψώματα Βίγλα – Πλατύ – Κούλα, ως την κύρια κορυφή του Βίτσι. Και, τέλος, μια ταξιαρχία από 700 περίπου μαχητές που είχε διάταξη στο συγκρότημα Μάλι Μάδι. Στις δυνάμεις αυτές, μετά τον ελιγμό από το Γράμμο, προστέθηκαν περίπου 6.500 με 7.000 μαχητές. Συνολικά, οι δυνάμεις του ΔΣΕ που έδωσαν τη μάχη στο Βίτσι ήταν περί τις 9.000 μαχητές.

Ο κυβερνητικός στρατός διέθεσε τις εξής δυνάμεις: Την 15η Μεραρχία με τις 46, 63 και 73 ταξιαρχίες της. Την 53η ταξιαρχία της 1ης Μεραρχίας, την 33η ανεξάρτητη Ταξιαρχία που φρουρούσε τη Φλώρινα και την 3η ορεινή Ταξιαρχία που αποτελούσε και την εφεδρική δύναμη του Β` Σώματος Στρατού. Το σύνολο των δυνάμεων του κυβερνητικού στρατού που ρίχτηκε σ’ αυτήν τη μάχη ήταν περί τις 25.000 άνδρες. Ακόμη, χρησιμοποιήθηκαν 7 πεδινές πυροβολαρχίες, 2 πυροβολαρχίες μέσων πυροβόλων, σχεδόν όλη η αεροπορία και πολλά τανκς. Οπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν συντριπτικός σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού.

Τακτική νίκη του ΔΣΕ


Ο κυβερνητικός στρατός επιχείρησε να δώσει το κύριο χτύπημα στις δυνάμεις του ΔΣΕ στο συγκρότημα του Μάλι Μάδι, χωρίς όμως επιτυχία. Οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού αμύνθηκαν ηρωικά και τη νύχτα 9 προς 10 Σεπτεβρίου του 1948 πέρασαν στην αντεπίθεση, υποχρεώνοντας τον αντίπαλο σε άτακτη υποχώρηση, προκαλώντας του σοβαρές απώλειες και αποκομίζοντας άφθονο πολεμικό υλικό. Η 22η Ταξιαρχία του κυβερνητικού στρατού διαλύθηκε και τα τμήματά της πλημμύρισαν πανικόβλητα την Καστοριά.

Η επιτυχία αυτή του ΔΣΕ θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερη, στρατηγικής σημασίας νίκη, αν υπήρχαν οι απαραίτητες εφεδρείες που θα επέτρεπαν επιχειρήσεις για κατάληψη του χώρου της Καστοριάς και της Φλώρινας.

Η τακτική νίκη του ΔΣΕ στο Βίτσι προκάλεσε αναταραχή στο αντίπαλο στρατόπεδο, όπου και λήφθηκαν μεγάλης έκτασης εκκαθαριστικά μέτρα. Να τι λέει σχετικά ο στρατηγός Ζαφειρόπουλος στο βιβλίο του “Αντισυμμοριακός Αγών” (σελ. 453): “Ούτω ολόκληρος η ιεραρχία της 22ας Ταξιαρχίας εγένετο υπαίτιος της διαλύσεως των τμημάτων της και του καταπλημμυρισμού της Καστοριάς διά πανικόβλητων φυγάδων. Και έπρεπε να εξέλθουν συνεργεία εκ των μετόπισθεν της Καστοριάς, διά να περισυλλέξουν ράκη από απόψεως ηθικού και να λειτουργήσουν στρατοδικεία, μόνο κατά των οπλιτών, δι’ επιβολήν κυρώσεων προς παραδειγματισμόν”. Αναφερόμενος στις αιτίες της ήττας του κυβερνητικού στρατού στο Βίτσι, ο Ζαφειρόπουλος, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζει ότι αυτή η ήττα οφείλεται “εις την κατάπτωσιν του ηθικού, οφειλομένην εις τη σωματικήν κόπωσιν του στρατιώτου και εις την ψυχικήν κατάπληξιν την οποίαν υπέστη εκ της διαπιστώσεως εις Βίτσι ότι ο συμμοριτισμός υφίστατο εν πλήρει δράσει και ακμή, εν αντιθέσει προ ό,τι ελέχθη εις αυτόν μετά την πτώσιν του Γράμμου και εγένετο πιστευτόν, ότι ο συμμοριτισμός εξέλειψε πλέον. Επαυσε πλέον ο στρατιώτης να έχη εμπιστοσύνην εις τον εαυτόν του, προς τα όπλα του, προς τους συναδέλφους του, προς τον ηγήτορά του και εκυριαρχείτο από δυσπιστίαν προς τον εαυτόν του και προς όλους” (στο ίδιο, σελ. 456).

Για ανακρίσεις και στρατοδικεία, μετά την ήττα του κυβερνητικού στρατού, μιλάει και ο στρατηγός Θρ. Τσακαλώτος, ο οποίος γράφει σχετικά για την επίδραση που αυτή είχε: “Ο συμμοριτισμός, πληγείς καιρίως εις τον Γράμμον, κατόρθωσε να αναδιοργανωθή εις το Βίτσι και να γίνεται απειλητικός όχι μόνον εις την περιοχήν ταύτην, αλλά και εις όλην τη χώραν, όπου διετήρη ακόμη μικράς εστίας εν δράσει, λόγω της αγκιστρώσεως των δυνάμεών μας εις Βίτσι. Η πλάστιγξ ήρχισε να κλίνη εις βάρος των εθνικών δυνάμεων” (Θρ. Τσακαλώτου: “40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος”, τόμος β`, σελ. 165).

Τέλος, ο Ε. Αβέρωφ στο βιβλίο του “Φωτιά και Τσεκούρι” (σελ. 368) γράφει για το θέμα: “Οι άνδρες πέταξαν τα όπλα τους και, καταληφθέντες από πανικό, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και έσπευσαν προς την Καστοριά. Στις παρυφές της πόλεως, τμήματα με καλό ηθικό, που είχαν εν τω μεταξύ ειδοποιηθή, έφραξαν το δρόμο των φυγάδων. Συνελήφθησαν από τη Στρατιωτική Αστυνομία και παραπέμφθησαν αμέσως σε έκτακτα στρατοδικεία, δηλαδή σε δικαστήρια που αποτελούντο πρωτίστως από αξιωματικούς μη ανήκοντες στη στρατιωτική δικαιοσύνη, συνήθως από αξιωματικούς εν εκστρατεία. Εβδομήντα οκτώ φυγάδες εξετελέσθησαν εκείνες τις ημέρες. Ηταν όλοι μαχηταί του Γράμμου”.

Ακόμη και ο Βαν Φλιτ…

Στη συνέχεια, ο Ε. Αβέρωφ αναφέρεται και σε άλλα μέτρα που πήρε το κυβερνητικό στρατόπεδο και οι Αμερικανοί για την ανόρθωση του στρατού τους. Αναφέρει σχετικά: “Ο Σοφούλης, παρά τα 88 του χρόνια, πήγε αεροπορικώς στην Καστοριά, επισκέφθηκε τα τμήματα, μίλησε στους στρατιώτες. Ο υπουργός των Στρατιωτικών, ένας από τους καλύτερους βουλευτάς του Λαϊκού Κόμματος, ο Γεώργιος Στράτος, και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου έκαμαν το ίδιο. Ο αρχηγός της Αμερικανικής Αποστολής Βαν Φλιτ, που είχε παρακολουθήσει και όλες τις μάχες, τους εμιμήθη. Ο τελευταίος όμως παρά λίγο να δημιουργήση ένα σοβαρό επεισόδιο. Στην Καστοριά, σε συγκέντρωση ανώτερων αξιωματικών, κατηγόρησε το Στρατό ότι χρησιμοποίησε την αμερικανική βοήθεια χωρίς να συντρίψει τον εχθρό, και διερωτήθη αν δεν έμενε πλέον στους Αμερικάνους παρά να αναχωρήσουν… Ευτυχώς για τον Στρατό, οι ανησυχίες έφτασαν πολύ πιο πέρα από τον στρατηγό Βαν Φλιτ. Περί τα μέσα Οκτωβρίου, ο υπουργός των Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο Τζορτζ Μάρσαλ, που διέθετε τόσο κύρος, συνοδευόμενος από τον Αμερικανό υπουργό Εθνικής Αμύνης και αρκετούς βοηθούς του, έφθανε στην Αθήνα για να εξετάση επί τόπου την κακή πορεία των επιχειρήσεων. Ο γράφων πιστεύει ότι γνωρίζει πως η ερώτηση “πρέπει να φύγουμε;”, αν και τους ήταν ενοχλητική, είχε τεθή από ορισμένους υψηλά ισταμένους Αμερικανούς. Αλλά η απάντηση του Μάρσαλ υπήρξε κατηγορηματική: δεν έπρεπε να φύγουν” (στο ίδιο, σελ. 393 – 394).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου