Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Μικρή συνεισφορά για την διερεύνηση της οντογέννεσης του νέου φασισμού



Lenin Reloaded
Είναι τετριμμένο αλλά εξίσου σωστό το να βεβαιώνεις ότι ένα φαινόμενο όπως ο φασισμός δεν έχει ένα και μοναδικό αίτιο. Οπωσδήποτε, υπάρχουν ορισμένες πολύ βασικές ιστορικές και δομικές προϋποθέσεις για την εμφάνισή του: η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και αντιθέσεων, η αδυναμία της αστικής τάξης να εξασφαλίσει την "αυθόρμητη" συναίνεση των μαζών στους όρους εκμετάλλευσής τους, η συνακόλουθη "κρίση νομιμότητας" του αστικού κοινοβουλευτισμού στην ίδια την συνείδηση της μεγαλοαστικής τάξης, οι απαιτήσεις των μονοπωλιακών συμφερόντων και η σιδερένια τους λαβή πάνω στο κράτος-μαριονέτα που έχουν δημιουργήσει. Και βέβαια, υπάρχουν οι μεταλλάξεις στην σφαίρα της ιδεολογίας. Υπάρχουν μεταβολές στον πολιτικό προσανατολισμό της αστικής και μικροαστικής τάξης, μεταλλάξεις στις αξίες που προβάλλονται ως νόμιμες και φυσιολογικές, υπάρχει η απογύμνωση εν τέλει των πρακτικών και θανατηφόρων συνεπειών της πρωταρχικότητας της "επιβίωσης" εν μέσω ανελέητου "ανταγωνισμού" για πόρους, ή η ευκολία της μετατόπισης του επί μακρόν φυσιολογικοποιημένου ατομικού πολέμου "όλων εναντίον όλων" στο εθνικό επίπεδο, με προτιμητέο αντίπαλο κάτι το "αλλότριο" ή "εξωγενές": όλα αυτά παίζουν τον ρόλο τους.


Υπάρχουν, εν ολίγοις, "σταθερές" σε ό,τι αφορά την δυνατότητα γέννεσης και ραγδαίας ενδυνάμωσης του φασιστικού φαινομένου, και οι σταθερές αυτές δηλώνουν την σημασία της αναγνώρισης των στοιχείων εκείνων πουεπιστρέφουν στο παρόν--όσο και αν θα ήθελε να αποφύγει το ζήτημα της επανάληψης μια "αριστερά" που έχει ουσιαστικά απεμπολήσει τη διαλεκτική στο όνομα μιας "πίστης στο μέλλον" με το επιστημολογικό και μεθοδολογικό βάθος διαφήμισης σαμπουάν κατά της τριχόπτωσης.


Υπάρχουν όμως, και αυτό είναι εξίσου σημαντικό, στοιχεία τα οποία είναι νέα: στοιχεία με διαπιστώσιμη συνάφεια με την επανεμφάνιση του φαινομένου, τα οποία όμως δεν υπήρχαν στο ιστορικό πλαίσιο της οντογέννεσής του. Σε ό,τι αφορά την βασική συνεισφορά των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στην φυσιολογικοποίηση και προώθηση, ουσιαστικά, φασιστικών στάσεων ζωής και ιδεολογικών αντιλήψεων, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για ένα ολότελα καινοφανές φαινόμενο: η σημασία των ΜΜΕ τόσο ως μέσων εκφασισμού των δυτικών κοινωνιών, όσο και ως μέσων προπαγάνδισης και διάχυσης της φασιστικής ιδεολογίας, είναι ήδη παρούσα στην αρχική, κλασική φάση της φασιστικής αντεπανάστασης. Αρκεί να ανατρέξει κανείς στις μελέτες των Κρακάουερ, Μπένγιαμιν, και Αντόρνο και στην λυσσώδη και προφητική επίθεση στον αυστριακό Τύπο του Καρλ Κράους για να διαπιστώσει του λόγου το αληθές.


Παρ' όλα αυτά, υφίστανται στοιχεία που επικαθόρισαν την φασιστική στροφή στην παρούσα φάση τα οποία είναι εξ ορισμού χωρίς ιστορικό προηγούμενο στην δεκαετία του 1930, και σ' ένα από αυτά ήθελα να επικεντρωθώ εδώ: πρόκειται για την κυριαρχία του ρεβιζιονισμού ή αναθεωρητισμού στην ιστοριογραφία της περιόδου του Β' παγκοσμίου πολέμου που κυριάρχησε στις δυτικές κοινωνίες στα πλαίσια του λεγόμενου "Ψυχρού Πολέμου." Και πρόκειται, ιδιαίτερα, για την διαρκή ενίσχυση του ιδεολογήματος που είναι γνωστό ως σύγκλιση ή και ταύτιση των άκρων. Το ιδεολόγημα αυτό, το οποίο αναδύθηκε σχεδόν αυθόρμητα από τις ιδεολογικές ανάγκες της "συγκράτησης" (containment) της επιρροής της νικήτριας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ΕΣΣΔ στις δυτικές κοινωνίες, είχε εξ αρχής ως στόχο την μείωση του πολιτικού πρεστίζ της χώρας και την υποβάθμιση της σημασίας της ως πόλου έλξης για τα αντι-αυταρχικά και αντιφασιστικά συναισθήματα των μαζών στην κατεστραμμένη από τον πόλεμο Δύση.


Η έννοια της σύγκλισης ή και ταύτισης των άκρων είχε, φιλοσοφικά, ψευδοεγελιανή καταγωγή και η φιλοσοφική της θεμελίωση ήταν ουσιώδους σημασίας για την επικράτησή της: και αυτό γιατί το αφηρημένο φιλοσοφικό σχήμα της μη διαφοράς ανάμεσα σε δύο εξίσου "ακραίους" πόλους ήταν ο μόνος τρόπος να υποβαθμιστούν οι ουσιώδεις και παντιόθεν μαρτυρούμενες διαφορές ανάμεσα στον φασισμό και τον κομμουνισμό, διαφορές που ανθίστανται στην ρεβιζιονιστική ισοπέδωση ακόμα και όταν η σύγκριση αφορά την "μαύρη" και την "κόκκινη" τρομοκρατία (βλ. σχετικά Πρίμο Λέβι, Χάνα Άρεντ κα).


Η παρωδία του εγελιανισμού που απαντά κανείς στους λεγόμενους Nouveaux Philosophes (Ανρί Λεβί, Γκλυκσμάν, κα) "πατά" πάνω σε μια σειρά από αυθαίρετα επιλεγμένες εξομοιώσεις που απαιτούν, με την σειρά τους, την πρωτοκαθεδρία του αφηρημένου "φιλοσοφικού" σχήματος πάνω στην ιστορία, στα ιστορικά συμφραζόμενα και τους ιστορικούς καθορισμούς. Αυτό το οποίο πρυτάνευσε στην δυτική σκέψη στις δεκαετίες δραστικής υποχώρησης (αλλά και δολιοφθοράς) του εργατικού κινήματος είναι ένα σχήμα μιμητικού αναδιπλασιασμού που ενώνει δύο θανάσιμους αντιπάλους με τα δεσμά της βίας. Το σχήμα αυτό θα το δει κανείς να αναπτύσσεται θεωρητικά σε έργα με μηδαμινή άμεση σχέση με τον ιστορικό αναθεωρητισμό, για παράδειγμα στο μεγάλο ανθρωπολογικό έργο του Ρενέ Ζιράρ Η βία και το ιερό (1972), όπου το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι η βία εντάσσεται σε μια λογική μιμητισμού που αφενός πυροδοτεί την κυκλικότητα και επαναληψιμότητά της πέρα από κάθε έλλογο όριο και αφετέρου αφαιρεί τις διαφορές ανάμεσα σε άτομα, λειτουργώντας ως ένας μεγάλος εξομοιωτής. Αχιλλέας και Έκτορας, Οιδίπους και Τειρεσίας παραμένουν δέσμιοι μιας ευρύτερης λογικής της μιμητικής επιστροφής της βίας, και συνεπώς εξομοιώνονται στην πράξη στο μεγάλο θέατρο της βίαιης αναμέτρησης. Δεν χρειάζεται να έχει κανείς μεγάλη φαντασία για να κατανοήσει πώς ένα τέτοιο σχήμα μπορεί ευκολότατα να "μεταφερθεί" από την ανθρωπολογία των πρωτόγονων κοινωνιών στην ιστοριογραφία του εικοστού αιώνα, με τον Χίτλερ και τον Στάλιν, τους μέχρι θανάτου αντιπάλους, να ανακατασκευάζονται ως συμμετρικά είδωλα ανάμεσα στα οποία κάθε ποιοτική διαφορά έχει εξαφανιστεί.


Πιο πρόσφατα, και για να αναφερθώ σε ένα δεύτερο παράδειγμα εκτός της καθεαυτό σφαίρας της ρεβιζιονιστικής ιστοριογραφίας, το Η πολιτική της φιλίας του Ζακ Ντεριντά (1994), επανεπισκέπτεται την διάσημη ρήση του Καρλ Σμιτ περί διάκρισης φίλου και εχθρού ως συγκροτητικής της πολιτικής ως έννοιας "αποδομώντας" τον Σμιτ στην κατεύθυνση της έμφασης στις ομοιότητες φίλου και εχθρού, στην "αδελφότητα" που συνδέει θανάσιμους εχθρούς, από τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή στον Κάιν και τον Άβελ. Και πάλι, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς την σαγήνη, για την "φιλελεύθερη δημοκρατική" συνείδηση των δυτικών κοινωνιών της εποχής, της ιδέας ότιη θανάσιμη έχθρα δεν είναι ένδειξη ασυμφιλίωτου ανταγωνισμού και αντίθεσης αλλά μάλλον εχέγγυο ομοιότητας, συγγένειας, ταύτισης: φασισμός και κομμουνισμός αναδεικνύονται ως σύγχρονες μορφές των υπόρρητων δεσμών ανάμεσα σε φαινομενικά λυσσαλέους αντιπάλους, με τον τρίτο, "ουδέτερο" πόλο --τον "πεφωτισμένο", "αποδομητικά εξοπλισμένο" δυτικό αστό-- να είναι ο μόνος που ξεφεύγει από τον θανάσιμο κύκλο της μιμητικής βίας, παίρνοντας "ίσες αποστάσεις" και από τους δύο (και αποφεύγοντας την "αφέλεια" της ηρωοποίησης του ενός σε βάρος του άλλου).


Και πράγματι, το ζητούμενο της ανάδειξης του "εύλογου", "αυτονόητου" χαρακτήρα των "ίσων αποστάσεων" τόσο από τον φασισμό όσο και από τον κομμουνισμό, τόσο από τον Χίτλερ όσο και από τον Στάλιν, κυριάρχησε απόλυτα στην "κοινή λογική" των δυτικών κοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της φιλοσοφικής "κοινής τους λογικής" πριν νομιμοποιηθεί και τυπικά από το είδος ιστορικής συνείδησης που πρόκρινε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τίποτε δεν ήταν πιο αυτονόητο για έναν πεφωτισμένο φιλελεύθερο αστό της δεκαετίας του 1990 αλλά και του πρώτου μισού της δεκατίας που ακολούθησε, από την "καταδίκη της βίας από όπου και αν προέρχεται", δηλαδή από την καταδίκη "εξίσου" της "κόκκινης" και της "μαύρης" βίας (της βίας των Ταγματασφαλιτών και Ναζί όσο και της αντιστασιακής, αντιφασιστικής βίας του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ή του ΔΣΕ, σε ό,τι αφορά τα ελληνικά ιστορικά συμφραζόμενα).

Στην Ελλάδα ειδικότερα, αντί για τη μάχη μέχρι θανάτου αντικρουόμενων, ασύμβατων, αμοιβαία εχθρικών ιδεολογιών προκρίθηκε ως ιστορικό αφήγημα η κατασκευή του Εμφυλίου με όρους "αδελφοκτονίας", με όρους δηλαδή αμοιβαίας εξολόθρευσης κοντινών συγγενών: ένα αφηγηματικό εύρημα με ιδιαίτερη απήχηση στην χώρα μας για μια σειρά λόγων: λόγων ψευδο-εμπειρικών (εξαιτίας περιπτώσεων κατά κυριολεξία συγγενικών προσώπων που πολέμησαν σε αντίπαλα στρατόπεδα και που αναγάγονται ευθύς αμέσως σε "αντιπροσωπευτικά" παραδείγματα της "εθνικής τραγωδίας"), εθνικο-υποστασιοποιητικών (η θεματική της αδελφοκτονίας παραπέμπει απευθείας στην "συνέχεια" μεταξύ σύγχρονης ελληνικής και αρχαιοελληνικής --μυθολογικής, δραματικής και φιλοσοφικής-- αντίληψης του Εμφυλίου ως του χειρότερου των δεινών, ακριβώς επειδή χύνεται "συγγενικό" και όχι "αλλότριο" αίμα), και απροκάλυπτα ιδεολογικών (ο Ταγματασφαλίτης ή Γερμανοτσολιάς είναι μόνο ο αποξενωμένος αδελφός του κομμουνιστή, η φασιστική βία είναι μόνο η εικόνα στον καθρέφτη της κομμουνιστικής άμυνας απέναντί της).


Ποιο ήταν το αποτέλεσμα του ιδεολογήματος της σύγκλισης των άκρων, του οποίου την εσωτερική λογική και την θεωρητική/φιλοσοφική νομιμοποίηση ιχνηλατήσαμε πιο πάνω;


Δεν ήταν καθόλου οι "ίσες αποστάσεις" τις οποίες διακήρυσσε πομπωδώς. Ήταν, πολύ ακριβέστερα, η απενεχοποίηση του φασισμού έμμεσα, μέσω της ενοχοποίησης του μοναδικού πραγματικού ιστορικού του αντιπάλου (εξού και ο διακαής "αντισταλινισμός" των ελλήνων εθνικιστών και νεοφασιστών): από την στιγμή που η αντιφασιστική βία του κομμουνισμού εξισώθηκε με τη βία στην οποία υπήρξε η απάντηση, η αρχική βία έπαψε να φαίνεται τόσο αποτρόπαιη όσο ήταν για μια παλαιότερη γενιά διανοουμένων, καλλιτεχνών και απλού λαού. Η βία "σχετικοποιήθηκε", "αποκαθηλώθηκε" από τα "αφηγήματα νομιμοποίησής της" ακόμα και αν αυτά ήταν χειραφετητικού χαρακτήρα, και έτσι, το φασιστικό τέρας έπαψε να εμφανίζεται και τόσο τερατώδες, ή τουλάχιστον έγινε απλώς ένα ακόμα τέρας ανάμεσα σε δεκάδες άλλα. Η καταστροφική μοναδικότητα των όσων συνέβησαν στην Δυτική Ευρώπη ανάμεσα στο 1933 και το 1945 υποσκελίστηκε από την ασταμάτητη ανακάλυψη ομοιοτήτων αλλού, και ο ναζισμός έγινε απλώς ένα ακόμα δείγμα δυσλειτουργίας των κοινωνιών, κάτι πολύ λιγότερο από μια αδιανόητη θηριωδία.


Και ύστερα; Ύστερα ήρθαν τα γνωστά. Με την εμφάνιση στο προσκήνιο της κρίσης και την επιστροφή της ιδέας της πρωταρχικότητας της επιβίωσης --ατομικά και εθνικά--, και αφού ο ηρωϊσμός και η αυταπάρνηση της κομμουνιστικής απάντησης στην φασιστική λαίλαπα είχε "σχετικοποιηθεί" εις τα εξ ων συνετέθη από μια "ερμηνευτική της καχυποψίας" για την οποία το ΠΑΜΕ δεν διαφέρει και ιδιαίτερα από τους Ναζί σε ό,τι αφορά τις αντιλήψεις του περί ευγονικής, οι τιτάνες της αστικής αποδόμησης και των "ίσων αποστάσεων" κάθησαν ήσυχα στα αυγά τους. Και παρακολουθούν, "ανήμποροι" και "σοκαρισμένοι", τα νέα Τάγματα Ασφαλείας, που έχουν προ πολλού εκκολαφθεί απ' το δικό τους αυγό, να μαχαιρώνουν μετανάστες, να χτυπούν κομμουνιστές ή να καταστρέφουν μνημεία και να προσπαθούν να κάψουν αρχεία ώστε να εξαλείψουν κάθε ίχνος από το εντοπίσιμο παρελθόν της αντιφασιστικής Αντίστασης. Η ουσιαστική σιωπή των πρώην υπερκριτικών μαχητών ενάντια στη "βία, από όπου και αν προέρχεται" για αυτό που στην πραγματικότητα συνέβη στη χώρα τους είναι το σενάριο της καλύτερης, φευ, των περιπτώσεων. Στην χειρότερη, έχουν ήδη αποφασίσει να συμπλεύσουν με ό,τι γνωρίζουν πολύ καλά πως δεν έχουν καμία διάθεση να αντιπαλέψουν στην πράξη, το δευτερόλεπτο που θα νιώσουν πως κινδυνεύουν.


Η ιστορία είναι μια ατέλειωτη πηγή ειρωνείας. Στην περίπτωση του φασισμού, η ειρωνεία αυτή είναι με την κυριολεκτική έννοια διαβολική: είναι η ειρωνεία του καγχασμού του διαβόλου, ο δρόμος προς τον οποίο ως γνωστόν είναι πάντα στρωμένος "με τις καλύτερες προθέσεις."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου