Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Χαοτικό αντίο στον Έκτορα Κακναβάτο

ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΒΗΜΑ

της Ειρήνης Κοντογεωργίου


Το ραντεβού είναι για τις 3.30 το μεσημέρι στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου. Πολύ ζεστή μέρα για 11 Νοέμβρη. Λίγοι αριθμητικά στο κατευόδιο του Έκτορα Κακναβάτου. Ευτυχώς, απουσιάζουν κι αυτοί που βάζουν «τα αξιώματα πάνω από τις αξίες», δανείζεται κάποιος τα λόγια του ποιητή. Αναμενόμενο. Για το ποιητικό του μέγεθος δεν είχαν μεζούρα οι διαχειριστές των βραβείων. Τυχαίο;

Το φέρετρο μπροστά στην πύλη. Η κόρη δίπλα του, καθιστή. Του μοιάζει. Σηκώνεται όρθια την ώρα των επικηδείων: Σάββας Μιχαήλ, Γιάννης Δάλλας, Αλέξης Ζήρας, Ευτύχης Μπιτσάκης, η Πρόεδρος των Ελλήνων Φιλολόγων. Φιλοτεχνούν εικόνες.

Ο αγωνιστής Έκτορας: Εθνική αντίσταση, Ικαρία, Μακρόνησος. Αποκλεισμός από τη δημόσια εκπαίδευση.


Φωνή μου ράτσα υψικάμινου

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ΄ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι. Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ΄ τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις~ φτύσ΄ τους. Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.


Θύμηση: Καλοκαίρι 2010. Τηλεφωνική συνομιλία περί της υπογραφής του στην έκκληση για την ενότητα της αριστεράς: «Μακάρι…».

Ο ποιητής Έκτορας: Υπερρεαλιστικό έναυσμα. Βύθισμα στην Ιστορία, στα μαθηματικά, στη θεωρία του Χάους. «Ο Χάος και η Χάα». Η γλώσσα σπινθηροβόλα διερευνά τα όρια της. Οι εικόνες αναπάντεχες. Ερωτικές. Το πνεύμα πανοπτικό: «Όσες φορές η γνώση γιγαντώθηκε πέρα από τις κεκορεσμένες συμβάσεις της ήταν που άγγιξε μέσω της ποίησης το μυστήριο».


Οδός Λαιστρυγόνων

Τι έχει να κάνει πόσοι είναι οι Λαιστρυγόνες
δεκατρείς τρακόσοι, τι έχει να κάνει;
μην είναι σίγουρο που έχω αύριο δυο χέρια ένα κούτελο;
στις φλέβες μου ο ίδιος άνεμος να σπρώχνει λέξεις
καταπάνω στις οξιές και τα κατάρτια;
Μένω εδώ λοιπόν ξερός

Γέμισε ο τόπος Θερμοπύλες Θεσπιείς,
απέναντι με τα ταμπούρλα τους οι Μήδοι,
άχρονα θεωρήματα κυκλώσανε τους λόχους μας,
ποταμός αόμματος έριξε το σπίτι
περνάει, παίρνει
εμένα το κλεισιοσκόπιο γωνιά Υμηττού Φορμίωνος
κι εσένα κοφτερή προκήρυξη που σήκωνες οδοφράγματα
πιασμένοι οι δυο μας χέρι-χέρι
τρελοί με τα φωνήεντα των Ελλήνων
δεν περνούνε οι φασίστες…

τώρα νέα μου τρέλα γιος των όρνιων
κυνηγώ αποσιωπητικά,
δίνω τα μάτια μου σε αστρίτες,
το στήθος μου εθνόσημο του φεγγαριού,
τελευταίο μου φυσίγγι η πλεξούδα απ’ τα μαλλιά σου.

Ήσουνα τότε στα δεκαεφτά,
δεκαεφτά κουρσάροι λαιστρυγόνες,
μα εγώ ακόμα σύννεφο.


Θύμηση: Θεσσαλονίκη πολιτιστική πρωτεύουσα, μεσημέρι. Μοδιάνο. «Πώς θα όριζες με όρους καθημερινότητας τον υπερρεαλισμό Έκτορα;». Σιωπή. Κρασί, ευθυμία, κουβεντούλα. Σε προοπτική κρεμασμένοι αστακοί και χταπόδια προς πώληση. Η αγορά σχεδόν αδειάζει, γαληνεύει. Πλανόδιος ακορντεονίστας ξεκινά βαλσάκι. Πετιέται χασαπάκι, αρπάζει απ’τη μέση τσιγγάνα. Αυτή αυτάρεσκα πετά χάμω τα λουλούδια που δεν πούλησε. Αρχίζουν διονυσιακό χορό κάτω απ’τις δαγκάνες των αστακών. «Αυτό είναι υπερρεαλισμός!», αποφαίνεται ενθουσιασμένος ο ποιητής.

Ενταφιασμός της σωρού. Ένας ένας ρίχνει χώμα, λουλούδι, δάκρυ, ευχή, μνήμες, ευχαριστίες. «Να τον συντροφεύσουν». Τελευταία ματιά. Στα αετήσια μάτια. Στην αγέρωχη σεμνότητα.


Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο

Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
που μυρίζανε.
Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.

Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη τού μονόπρακτου:
ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ.
Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αίγισθου:
διαβήτες, Κληταιμνήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα που μου τέλειωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΟΣΙΑ-ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.

Κόφτο λοιπόν να τελειώνουμε.


Χαιρετισμούς στην αγαπημένη σου Μansour, ακριβέ μας…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου