Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Ο Ερνεστ Τέλμαν ηγέτης στην πάλη κατά του φασισμού

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Χιτλερικοί φωτογραφίζονται μετά την εκτέλεση των θυμάτων τους
Στις 27 Φλεβάρη του 1933, από τις 9 έως τις 9.15 το βράδυ ξέσπασε ξαφνικά πυρκαγιά στην αίθουσα των συνεδριάσεων και στο θόλο του Ράιχσταγκ (Γερμανικό Κοινοβούλιο), αναγγέλλοντας «στη Γερμανία και στον κόσμο - όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Ζακ Ντικλό1 - την πραγματοποίηση της μεγαλύτερης πολιτικής προβοκάτσιας στον XX αιώνα». Οι αρχές που έτρεξαν στον τόπο της πυρκαγιάς συνέλαβαν χωρίς ιδιαίτερο κόπο, σε μία αίθουσα του πυρπολημένου Κοινοβουλίου, έναν Ολλανδό, ονόματι Μαρίνους Βαν ντερ Λούμπε, ο οποίος βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος φορώντας μόνο ένα παντελόνι, αλλά... όλως περιέργως στις τσέπες του παντελονιού υπήρχαν... όλα τα «ενοχοποιητικά» στοιχεία: Ενα ολλανδικό διαβατήριο και μια κάρτα μέλους του Ολλανδικού Κομμουνιστικού Κόμματος2. Ετσι αμέσως μετά τον εμπρησμό ο Γερμανός πρωθυπουργός Γκέρινγκ - που ήταν ο πραγματικός εγκέφαλος της συνωμοσίας του εμπρησμού του Ράιχσταγκ, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε μεταπολεμικά στη δίκη της Νυρεμβέργης - δήλωσε χαρακτηριστικά: «Το γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα θέλησε να δώσει μ' αυτό το μέσο (σ.σ. τον εμπρησμό δηλαδή) το σύνθημα για εξέγερση για να πνίξει τη Γερμανία στη φωτιά και στο αίμα»3. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και το κρατικό Γραφείο Τύπου της Πρωσίας, το οποίο σε ανακοίνωσή του την επομένη 28/2/1933 ανέφερε μεταξύ άλλων4: «Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ είναι η πιο τερατώδικη τρομοκρατική πράξη του μπολσεβικισμού στη Γερμανία... Η φωτιά του Ράιχσταγκ θα έδινε το σύνθημα για την αιματηρή εξέγερση και τον εμφύλιο πόλεμο».
5 Μάρτη 1933: Εκλογές στη Γερμανία, χιτλερικά στρατεύματα έξω από τα γραφεία του ΚΚ
Το σύνθημα όντως είχε δοθεί, όχι όμως από την πλευρά των κομμουνιστών, αλλά από την πλευρά των ναζιστών, που χωρίς να χάσουν χρόνο προχώρησαν αμέσως σε κατασταλτικά μέτρα εναντίον των Γερμανών κομμουνιστών και του λαϊκού κινήματος της χώρας, επιχειρώντας ταυτόχρονα με μια διεθνή αντικομμουνιστική σταυροφορία να πλήξουν και την Κομμουνιστική Διεθνή. Στην προαναφερόμενη ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της Πρωσίας αναφέρεται μεταξύ άλλων5: «Εκδόθηκαν εντάλματα για τη σύλληψη δύο σημαντικών βουλευτών που τους βαρύνουν βάσιμες υπόνοιες συνενοχής. Οι άλλοι βουλευτές και τα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος συλλαμβάνονται προληπτικά. Οι κομμουνιστικές εφημερίδες, τα περιοδικά, οι προκηρύξεις και τα αφίς απαγορεύονται στην Πρωσία για τέσσερις βδομάδες. Απαγορεύονται για 14 ημέρες όλες οι σοσιαλδημοκρατικές εφημερίδες, μια που ο εμπρηστής του Ράιχσταγκ ομολόγησε τις σχέσεις του με το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα».Η επιβολή της ναζιστικής δικτατορίας προχώρησε γρήγορα, ανελέητα, χωρίς φραγμούς και δισταγμούς. Αμέσως μετά την προβοκάτσια του εμπρησμού, συνελήφθη ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΚΚ Γερμανίας Ε. Τόργλερ και στις 3 Μάρτη 1933 τα όργανα του καθεστώτος ανακάλυψαν και συνέλαβαν στη Σαρλότενμπουργκ του Βερολίνου τον ηγέτη του Γερμανικού ΚΚ Ερνεστ Τέλμαν. Λίγες ημέρες μετά, στις 9 Μάρτη, έγιναν οι συλλήψεις του Γ. Δημητρώφ, που εκείνο το διάστημα καθοδηγούσε το δυτικοευρωπαϊκό γραφείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, και των Βουλγάρων κομμουνιστών συντρόφων του Μπλάγκοϊ Ποπόφ και Βασίλι Τάνεφ που βρίσκονταν στη Γερμανία ως πολιτικοί πρόσφυγες.
Ο Χίτλερ πουλάει στους Γερμανούς καπιταλιστές το βιβλίο του «Ο Αγών μου»
Πριν όμως πάμε να δούμε με περισσότερες λεπτομέρειες τη σύλληψη του Ερνεστ Τέλμαν και τα όσα επακολούθησαν αυτής, θα σταθούμε συνοπτικά στο φασιστικό φαινόμενο και στο πώς αυτό κυριάρχησε στη Γερμανία, ούτως ώστε να έχουμε μια πιο ακριβή εικόνα των πραγμάτων.
Ο φασισμός στη Γερμανία
Ο φασισμός - σε οποιαδήποτε εκδοχή του κι αν τον εξετάσουμε - ήταν και είναι δημιούργημα του καπιταλιστικού συστήματος στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο. Γι' αυτό και η Κομμουνιστική Διεθνής, αναλύοντας το φαινόμενο με επιστημονικούς όρους, στα σπουδαιότερα ντοκουμέντα της - ιδιαίτερα σ' αυτά της δεκαετίας του '30 - υπογραμμίζει πως «ο φασισμός είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, σοβινιστικών και ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου»6. Τρανταχτή επιβεβαίωση αυτού του ορισμού για το χαρακτήρα του φασισμού είναι η γερμανική περίπτωση.
Στη Γερμανία το μονοπωλιακό κεφάλαιο πρωταγωνίστησε ώστε να έρθει ο Χίτλερ στην εξουσία. Αρχισε, μάλιστα, να τον ενισχύει από τη δεκαετία του 1920, ενώ πίσω από αυτή την ενίσχυση βρίσκονταν ουσιαστικά τα αγγλοαμερικανικά πολυεθνικά μονοπώλια, τα οποία ανορθώνοντας τη γερμανική αστική τάξη έφεραν στην ημερήσια διάταξη και τις ιμπεριαλιστικές ορέξεις της τελευταίας, γεγονός που αποτέλεσε και την προϋπόθεση της ανόδου του γερμανικού φασισμού.
Τον Απρίλη του 1927 ο Χίτλερ συναντήθηκε με τετρακόσιους επιχειρηματίες στη βίλα του Κρουπ στην Εσση. Με την πράξη τους αυτή, οι εν λόγω καπιταλιστές δήλωναν την υποστήριξή τους στο Ναζιστικό Κόμμα και άρχισαν να το χρηματοδοτούν. Τον Οκτώβρη του 1931 συγκροτήθηκε το «μέτωπο του Χάρτσμπούργκ», που ήταν ένας συνασπισμός των φασιστών με τα μονοπώλια, τους στρατηγούς και τους Γιούνκερς7 και στα μέσα Δεκέμβρη του ιδίου έτους η αριστοκρατία της Ανατολικής Πρωσίας ζήτησε από τον πρόεδρο της χώρας στρατάρχη Χίντεμπουργκ να διορίσει Καγκελάριο τον Χίτλερ. Παρόμοια πρόταση θα κάνουν το Νοέμβρη του 1932 17 μεγάλοι Γερμανοί βιομήχανοι και τραπεζίτες, με αποτέλεσμα, λίγο αργότερα, στις 4 Γενάρη του 1933 να ληφθεί η τελική απόφαση για παράδοση της εξουσίας στους ΝΑΖΙ, σε σύσκεψη που έγινε στο σπίτι του τραπεζίτη Σρέντερ στην Κολωνία. Στη σύσκεψη αυτή φιγουράρουν τα ονόματα των μονοπωλητών Σρέντερ, Φέγκλερ, Κίρντορφ, Τίσεν και των πολιτικών εκπροσώπων του κεφαλαίου Πάπεν και Χούγκεμπεργ. Η υλοποίηση της προαναφερόμενης απόφασης θα γίνει λίγες μέρες μετά, στις 30/1/1933, όταν ο Πρόεδρος της χώρας Χίντεμπουργκ θα χρίζει τον Χίτλερ καγκελάριο με αντικαγκελάριο τον Πάπεν.
Η πάλη του Γερμανικού ΚΚ ενάντια στο φασισμό και ο ρόλος της Σοσιαλδημοκρατίας
Ο Ερνεστ Τέλμαν
Η πολιτική εκείνη δύναμη που εναντιώθηκε με σταθερότητα και συνέπεια στην άνοδο του φασισμού στη Γερμανία ήταν το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο αντιφασιστικός αγώνας ήταν πρώτα απ' όλα ένας αγώνας ταξικός και οι Γερμανοί κομμουνιστές το ήξεραν καλά αυτό. Είχαν άλλωστε όλες τις ευκαιρίες για να το διαπιστώσουν. Ο αγώνας αυτός οξύνθηκε ιδιαίτερα, στις αρχές της 10ετίας του '30 και η οξύτητα αυτή πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις το 1932. Από τη μια μεριά οι κομμουνιστές παρουσίαζαν συνεχώς ανοδική πορεία και από την άλλη ο φασισμός γινόταν όλο και πιο απειλητικός.Το ΚΚ Γερμανίας στο «Πρόγραμμα για την κοινωνική και πολιτική απελευθέρωση του γερμανικού λαού», που ψηφίστηκε το καλοκαίρι του 1930, τόνιζε πως ο φασισμός σαν κόμμα της άκρας αντίδρασης αποτελεί σοβαρό κίνδυνο και ότι οι σκοποί του εκφράζουν τις επιδιώξεις των άκρως αντιδραστικών και επιθετικών ιμπεριαλιστικών κύκλων. Επίσης, στις αρχές του 1932 η ΚΕ του κόμματος σημείωνε πως ο φασισμός που είχε αισθητά δυναμώσει μπορούσε να συντρίψει τους εργάτες αν αυτοί δεν ένωναν γρήγορα τις δυνάμεις τους. Για το λόγο αυτό η ΚΕ καθόρισε, ως μοναδικό μέσο συγκράτησης του φασισμού και κύριο κρίκο της πολιτικής του κόμματος, την πολιτική του ενιαίου μετώπου των εργατών8.
Το καλοκαίρι του '32 το ΚΚ Γερμανίας διεξήγαγε μαζική εκστρατεία αντιφασιστικής δράσης και με πρωτοβουλία του δημιουργήθηκαν σε μια σειρά περιοχές και πόλεις της χώρας ομάδες αυτοάμυνας κατά της φασιστικής τρομοκρατίας. Επίσης το τελευταίο εξάμηνο πριν την άνοδο των φασιστών στην εξουσία το Γερμανικό ΚΚ έκανε 10, περίπου, προτάσεις στην ηγεσία των σοσιαλδημοκρατών για προετοιμασία γενικής απεργίας κατά του φασισμού. Σ' όλες αυτές τις προτάσεις η ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας απάντησε αρνητικά, χρησιμοποιώντας διάφορα προσχήματα. Αλλωστε, την περίοδο εκείνη οι σοσιαλδημοκράτες παρουσίαζαν το φασισμό σαν το κίνημα και τη δικτατορία της μικροαστικής τάξης, κρύβοντας έτσι τους δεσμούς του με το μεγάλο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Αλλά ακόμη κι όταν οι Ναζί πήραν την εξουσία, οι σοσιαλδημοκράτες αρνούνταν τη γενική απεργία κατά του φασισμού, με το πρόσχημα ότι ο Χίτλερ πήρε νόμιμα στα χέρια του τη διακυβέρνηση της χώρας. Συμβούλευαν μάλιστα ότι «το προλεταριάτο δεν πρέπει να σπαταλήσει πρόωρα το μπαρούτι της γενικής απεργίας»9. Οι σοσιαλδημοκράτες φρόντιζαν να κάνουν οικονομία στο μπαρούτι του προλεταριάτου, αδιαφορώντας εγκληματικά για το γεγονός ότι οι φασίστες ξόδευαν τεράστιες ποσότητες από το δικό τους μπαρούτι για την εξόντωση των εργατών, του λαού, κάθε αντιφασιστικής δύναμης. Ισως και να νόμιζαν πως στο τέλος θα τη γλιτώσουν, αφού το ναζιστικό καθεστώς έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση, στην αρχή, στις διώξεις κατά των κομμουνιστών.
Την εγκληματική αυτή πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας σε βάρος των συμφερόντων του γερμανικού λαού, που είχε ως αποτέλεσμα να διευκολύνει αντικειμενικά το ναζισμό στην εκπλήρωση των στόχων του, δεν μπορούν να την κρύψουν ούτε οι απολογητές της. Η Γερμανίδα πανεπιστημιακός Helga Grebing γράφει για τη στάση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και της ηγεσίας του εκείνη την εποχή10: «Η στάση των εργατών, που ήταν οργανωμένοι στο SPD, ήταν αρκετά αμφίρροπη: υπήρχε κάτι παραπάνω από απλή αμφιβολία για την πολιτική του SPD, που πολλοί τη θεωρούσαν πολύ λίγο ριζοσπαστική σε σύγκριση με την εθνικοσοσιαλιστική απειλή.
Πολλοί εργάτες αναρωτιόνταν, αν άξιζε ουσιαστικά να βοηθήσουν αυτή τη Δημοκρατία (σ.σ. τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης), που τη θεωρούσαν σαν κράτος ''των άλλων''... Μετά το 1930, ιδιαίτερα κάτω από την απειλή του εθνικοσοσιαλισμού, ξέσπασε ένα κύμα αγωνιστικών κινητοποιήσεων, που διατάραζε την καθημερινότητα του κόμματος και ξεχώρισε πολύ από την καταθλιπτική απραξία της ηγεσίας του. Η ετοιμότητα αυτή για αγώνα δε δοκιμάστηκε ποτέ, γιατί η ηγεσία δεν έδωσε ποτέ το σύνθημα για επίθεση. Στο να ενεργούν όμως αυθόρμητα, οι έτοιμοι για αγώνα οπαδοί εμποδίζονταν από την παραδοσιακά ασκημένη κομματική πειθαρχία. Ετσι, στο τέλος της Δημοκρατίας τη θέση της ετοιμότητας για αγώνα έπαιρνε συχνά ένα αίσθημα βαθιάς αδιαφορίας, η ελαττωμένη εμπιστοσύνη στην ηγεσία του κόμματος και, μετά τις 30 του Γενάρη 1933, κάτω από την αυξανόμενη πίεση της τρομοκρατίας, του φανατισμού, των απειλών και των υποσχέσεων, η μείωση της αντίθεσης ενάντια στο καθεστώς του Φίρερ. Η ηγεσία του κόμματος, μετά το χτύπημα του Πάπεν ενάντια στην Πρωσία στις 20 του Ιούλη 1932, συνέχισε την πορεία που είχε χαράξει: Παρέμεινε - παρ' όλο το θάρρος των ηγετών της σαν ατόμων - στην ''τακτική της σιγής''. Και μετά τις 30 του Γενάρη 1933 ήθελε να μείνει στο '' έδαφος του συντάγματος και της νομιμότητας'' να προσαρμόσει την πορεία, στο βαθμό που αυτό μπορούσε να συνδυαστεί με την προσωπική αξιοπρέπεια και τις παλιές βασικές αρχές του κόμματος, στις αλλαγμένες συνθήκες για να διατηρήσεις τη ζωή το κόμμα. Η μόνη δραστηριότητα που είχε αναγκαστικά η ηγεσία του κόμματος, ήταν ''δυναμικές ρητορικές αποπροσανατολιστικέ μανούβρες'' για να καλύψει την απραξία της και να εμποδίσει τους οπαδούς, που ακόμα περίμεναν το σύνθημα για επίθεση. Οι αποπροσανατολιστικές αυτές μανούβρες χαρακτηρίζονταν από μια '' απεγνωσμένη φυγή στην παράδοση'': αναφέρονταν στην αναπόφευκτη οικονομική εξέλιξη, που επρόκειτο να οδηγήσει οπωσδήποτε σε νίκη της εργατικής τάξης, επικαλούνταν την πολιτική που είχε εφαρμοστεί μ' επιτυχία στο παρελθόν ενάντια στον Μπίσμαρκ με το σύνθημα ''οι εχθροί μας θα καταποντιστούν από τη νομιμότητά μας'', και την οποία πολιτική θεωρούσαν εφαρμόσιμη ενάντια στο Χίτλερ. Οι αντιλήψεις νομιμότητας που κυριαρχούσαν στην ηγεσία του κόμματος, την παρέσυραν τελικά και σ' ένα είδος οπορτουνιστικής προσαρμογής στο εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς: έτσι, στις 30 του Μάρτη 1933 αποχώρησε το SPD από τη Σοσιαλιστική Διεθνή. Στις 17 Μάη του 1933, η εναπομείνασα κοινοβουλευτική ομάδα του SPD με αρχηγό τον Πάουλ Λέμπε, πρώην πρόεδρο της Βουλής - κάτω βέβαια από την απειλή του ναζί υπουργού Εσωτερικών Φρικ ότι θα τον εκτελέσει - συμφώνησε με τη διακήρυξη της εξωτερικής πολιτικής του καθεστώτος... Ολα όμως αυτά δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα: Στις 22 του Ιούνη 1933 το SPD απαγορεύτηκε, διαλύθηκαν οι οργανώσεις του, τα μέλη του κυνηγήθηκαν, συνελήφθηκαν και αναγκάστηκαν να εκπατριστούν».
Αυτό ήταν ο ρόλος της Σοσιαλδημοκρατίας που διαδραμάτισε η γερμανική σοσιαλδημοκρατία απέναντι στην ορμητική προς την εξουσία πορεία του φασισμού. Οι ιστορικές της ευθύνες δεν μπορούν από κανέναν πλέον να παραγνωρίζονται. Ας επανέλθουμε όμως στη σύλληψη Ε. Τέλμαν.
Ο Τέλμαν στα χέρια των ναζί
Ο Τέλμαν συνελήφθη δύο μέρες πριν την πραγματοποίηση των τελευταίων πολυκομματικών εκλογών για το Ράιχσταγ κι αυτό το γεγονός είναι ασφαλώς μέγιστη απόδειξη ότι η γερμανική αστική τάξη και οι φασίστες πολιτικοί εκφραστές της, ως κυριότερο εμπόδιο για την πραγματοποίηση των πολιτικών τους σχεδιασμών θεωρούσαν τους κομμουνιστές και το γερμανικό προλεταριάτο. Βέβαια, το ότι συνελήφθη ο Τέλμαν δεν εξηγείται μόνο από το γεγονός ότι ήταν ο ηγέτης του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά, επιπλέον, επειδή ήταν μια σημαντική προσωπικότητα του γερμανικού λαού με μεγάλη απήχηση κι επιρροή στις πλατιές λαϊκές μάζες. «Ο Τέλμαν - σημειώνει στ' απομνημονεύματά του ο Ε. Χόνεκερ11- καυτηρίαζε το φασισμό σαν θανάσιμο εχθρό του εργατικού κινήματος και της Σοβιετικής Ενωσης και προειδοποιούσε για τους κινδύνους που προέρχονταν απ' αυτόν - ως εκείνο το περίφημο σύνθημά του στον εκλογικό αγώνα στις αρχές του 1932 για τον Πρόεδρο του Ράιχ ότι: "Οποιος εκλέγει Χίντεμπουργκ, εκλέγει Χίτλερ, όποιος εκλέγει Χίτλερ, εκλέγει τον πόλεμο!". Η ιστορία επιβεβαίωσε την ορθότητα αυτής της προειδοποιητικής διαπίστωσης σε τραγικές διαστάσεις».
Η σύλληψή του Τέλμαν δεν ανακοινώθηκε αμέσως. «Ο φόβος που προξενούσε στους δήμιους ο μεγάλος δεσμώτης - γράφουν οι Σοβιετικοί ιστορικοί12-, ανάγκασε τη χιτλερική ασφάλεια να κρύβει από την κοινή γνώμη τον τόπο φυλάκισης του Τέλμαν. Τον κρατούσαν σ' ένα μοναχικό κελί της φυλακής Μοαμπίτ του Βερολίνου, σε αυστηρή απομόνωση, του 'διναν μια μερίδα πείνας και δεν άφηναν κανένα να πλησιάσει».
Η οικογένειά του και το κόμμα του υποψιάζονταν ότι κάτι του είχε συμβεί, αλλά δε γνώριζαν λεπτομέρειες. Η φημολογία οργίαζε κι η φασιστική τρομοκρατία σκέπαζε τα πάντα. «Στις 5 του Μάρτη του 1933 - γράφει η κόρη του Ιρμα13 - ήταν οι τελευταίες εκλογές που θα 'παιρναν μέρος και τα εργατικά κόμματα. Η μητέρα γύρισε αναστατωμένη από τις εκλογές. Οταν την είδαμε κατατρομάξαμε.
- Τι τρέχει Ρόζα; Τη ρώτησε ο παππούς Τέλμαν.
- Δεν ξέρω τι θα γίνει, είπε η μητέρα. Στο εκλογικό κέντρο είδα το σύντροφο Ι. που με συνόδεψε και ως παρακάτω. Στο δρόμο μου 'πε πως έγραφε μια εφημερίδα ότι συλλάβανε τον Ερνεστ Τέλμαν...
Τέλος Μαρτίου ήρθε κάποιος σύντροφος του Βερολίνου που μπόρεσε να συνδεθεί με τη μητέρα.
- Ελα μαζί μας στο Βερολίνο, της είπε. Ο Τέλμαν συνελήφθη κι εσύ πρέπει να γεφυρώσεις τη σύνδεση.
Ετσι έφυγε κι η μητέρα. Πέντε βδομάδες μείναμε μόνοι ο παππούς μου κι εγώ, κατά τις οποίες δεν είχαμε καμιά είδηση απ' τους γονείς μου. Ηταν οι χειρότερες μέρες των παιδικών μου χρόνων. Η αβεβαιότητα έπεφτε βαριά πάνω μου. Κι όπως εγώ έτσι ήταν και πολλά άλλα παιδιά εργατών. Γυρίζοντας απ' το σχολείο βρίσκονταν ξάφνου σ' άδεια δωμάτια, μόνα. Γονείς, αλλού και τ' αδέλφια, είχανε συλληφθεί απ' την Γκεστάπο. Πόνος κι αγωνία βασίλευε».
Μετά τη σύλληψή του, ο Ερνεστ Τέλμαν βίωσε την πιο τραγική περίοδο της ζωής του στα ναζιστικά μπουντρούμια και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι ναζί απέφευγαν συστηματικά να κοινοποιούν τον εκάστοτε τόπο κράτησή του ακόμη και στην ίδια του την οικογένεια. Η απομόνωση στην οποία τον υποχρέωσαν συνοδεύτηκε με βασανιστήρια και ταπεινώσεις που αποσκοπούσαν να του σπάσουν το ηθικό, να τον αναγκάσουν να προδώσει τους συντρόφους του και να ομολογήσει εγκλήματα που δε διέπραξε. «Ο Τέλμαν - διαβάζουμε σε μια μελέτη γι' αυτόν και άλλες μεγάλες μορφές του διεθνούς επαναστατικού κινήματος14- υποβλήθηκε σε άγριους ξυλοδαρμούς, σε υπνωτισμό, σε ηθικές ταπεινώσεις, σε εκβιασμούς και προκλήσεις... Αλλά ο Τέλμαν αρνήθηκε κατηγορηματικά να κάνει οποιαδήποτε κατάθεση στους γκεσταπίτες. Γι' αυτό το λόγο τον έδειραν με σιδερένιες βέργες και τον μετέφεραν αλυσοδεμένο χειροπόδαρα στο κελί των μελλοθανάτων, μέσα στο οποίο βρίσκονταν πάντα μαζί του δύο δεσμοφύλακες. Αλλά ούτε το κελί των μαρτυρίων, ούτε οι άγριοι ξυλοδαρμοί λύγισαν το θρυλικό ήρωα της επανάστασης».
Μια μικρή γεύση για το τι πραγματικά τράβηξε από τους βασανιστές του ο Τέλμαν μας δίνει η κόρη του, βασισμένη σε μαρτυρία της μητέρας της. «Γυρίζοντας - γράφει15 - μια φορά η μητέρα από ένα ταξίδι στον πατέρα είχε γεράσει απότομα. Είχε τέτοια χάλια που κατατρόμαξα. Οταν συνήλθε κάπως μου διηγήθηκε τα εξής: ''... Οταν πάτησα το πόδι μου στο άνδρο της Γκεστάπο κατάλαβα ότι ήδη ήξεραν όλοι ποια είμαι. Με παρέλαβαν τα Ες- Ες και μ' οδήγησαν σ' ένα δωμάτιο στα πάνω πατώματα. Δεν ήμουν καλά - καλά πέντε λεπτά εκεί όταν ξανάνοιξε η πόρτα και τα καθάρματα μου έφεραν το πατέρα σου. Δεν μπορούσε σχεδόν να περπατήσει. Στο πρόσωπο ήταν πρησμένος και του 'λειπαν δόντια. Ηταν αδύνατον να καθίσει. Εγώ ούρλιαξα απ' την τρομάρα μου.
- Τι χάλια έχεις Ερνεστ!...''
Στην επόμενη επίσκεψη της μητέρα μου... διηγήθηκε ο πατέρας τα έξης: ''Ο Γκέριν και μερικοί άλλοι των Ες- Ες με χτύπαγαν μ' ένα καμτσίκι από ιπποπόταμο τόσην ώρα ώσπου λιποθύμησα. Απάνω μου έπεφταν βροχή οι κλοτσιές. Ηθελαν να ξέρουν πού είναι οι συνεργάτες μου και τα στελέχη του κόμματος... Οταν με πήγαν πίσω στο κελί μου μ' απειλούσαν: Κρίμα που γλίτωσες. Ετσι κι αλλιώς θα σε φάμε οπωσδήποτε. Ζωντανός δε βγαίνεις από δω''».
Το τέλος του Τέλμαν
Η σύλληψη του Ερνεστ Τέλμαν και, πολύ περισσότερο, οι ειδήσεις για τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλαν οι ναζί διαδόθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Η παγκόσμια κοινή γνώμη αγανάκτησε και ξεσηκώθηκε για να υπερασπιστεί τον ηγέτη των Γερμανών κομμουνιστών. Εκατομμύρια ήσαν οι άνθρωποι, που απαίτησαν από τη γερμανική κυβέρνηση να τον απελευθερώσει. Χιλιάδες επιτροπές υπεράσπισης του Τέλμαν δημιουργήθηκαν. Τεράστιες διαδηλώσεις προλεταριακής αλληλεγγύης πλημμύρισαν τους δρόμους της Μόσχας, του Παρισιού, της Πράγας, του Λονδίνου, της Νέας Υόρκης και άλλων μεγαλουπόλεων του πλανήτη. Για την απελευθέρωση του Τέλμαν κινητοποιήθηκαν οι σπουδαιότεροι εκπρόσωποι της διανόησης σε Ευρώπη και Αμερική. Ο Γκ. Δημητρώφ κάλεσε προσωπικά τον Ρ. Ρολάν και τον Α. Μπαρμπίς να πρωτοστατήσουν στον αγώνα για τη σωτηρία του Τέλμαν κι εκείνοι ανταποκρίθηκαν χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. «Σκέπτομαι ιδιαίτερα τον Ερνεστ Τέλμαν - έγραφε στους Ρολάν και Μπαρμπίς ο Δημητρώφ16 - τον αρχηγό των Γερμανών κομμουνιστών, το πιο καλό και το πιο φωτεινό μυαλό του γερμανικού προλεταριάτου, του οποίου η τύχη μ' ανησυχούσε σ' όλο το διάστημα της φυλάκισής μου και της δίκης και δε θα μπορούσα να τον ξεχάσω σήμερα ούτε στιγμή. Κάματε τόσα για μας - τώρα χρειάζεται να κάνετε περισσότερα, πολύ περισσότερα γι' αυτόν, γιατί η απελευθέρωσή του θα 'ναι φυσικά ένα πολύ δύσκολο καθήκον... Με την ένταση όλων των δυνάμεων σ' ένα ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο, μπορούν να υπερπηδηθούν νικηφόρα όλες οι μεγάλες δυσκολίες».
«Η χιτλερική κυβέρνηση - τόνιζε ο Ρ. Ρολάν στην έκκλησή του για τη σωτηρία του Τέλμαν17 - φοβάται την παγκόσμια κοινή γνώμη... Η κυβέρνηση του Χίτλερ φοβάται το μάτι του κόσμου κι ετοιμάζεται να εξοντώσει στα κρυφά τον Τέλμαν, με μια μυστική καταδικαστική απόφαση, χωρίς έλεγχο, χωρίς εγγυήσεις, χωρίς υπερασπιστές και μάρτυρες. Αυτή είναι η δειλία του κρατικού εγκλήματος, που έγινε νομικό σύστημα... Ολόκληρος ο κόσμος, λοιπόν, έχει το δικαίωμα να δηλώσει ότι κάθε καταδικαστική απόφαση, που θα εκδοθεί κρυφά ενάντια στον Τέλμαν, σημαίνει την ηθική καταδίκη της χιτλερικής κυβέρνησης. Ο κόσμος θα την κατηγορήσει για δολοφόνο».
Ο Α. Μπαρμπίς, στη δική του έκκληση, υπογράμμιζε με μιαν εκπληκτική για την ευστοχία της προφητική διάθεση18: «Για να αποφύγουμε τα απειλούμενα εγκλήματα του φασισμού πρέπει να στραφούμε ενεργά ενάντια στα σημερινά του εγκλήματα, πρέπει να υψώσουμε τη φωνή μας ενάντια στα εγκλήματα που προετοιμάζει αλλού ενάντια σε ανθρώπους που είναι ταξικά μας αδέλφια. Ο Τέλμαν είναι ένας από αυτούς. Αυτός είναι κείνος που σήμερα μεταξύ όλων αντιπροσωπεύει την κοινή μας υπόθεση. Η ζωή του είναι κομμάτι της δικιάς μας ζωής, κι ο αρχηγός των Γερμανών επαναστατών είναι σύντροφος όλων μας... Σύντροφοι εργάτες, η μεγάλη μας φωνή μπορεί να ακουστεί ως το Βερολίνο. Σταματήστε τον απειλούμενο κίνδυνο, που απειλεί τον Τέλμαν, το παγκόσμιο προλεταριάτο, την επανάσταση. Ο Τέλμαν είναι η ενσωμάτωση όλων των θυμάτων του φασισμού. Σώνοντας αυτόν, σώνετε κι όλους. Αποσπάστε το θύμα αυτό απ' το καθεστώς των δολοφόνων, του οποίου θύματα θα γίνεται αύριο σεις, αν επιτρέψετε να γίνει αυτό!».
Τέλος, ο Μαξίμ Γκόρκι έγραφε19: «Θα έρθει η στιγμή, που όλες... οι καρδιές θα ανάψουν σαν μια φλόγα και θα κάψουν ως τη ρίζα το φασισμό, τη σαπισμένη πληγή του κόσμου... Ζήτω ο Τέλμαν και οι γενναίοι σύντροφοί του, που σκάβουν ανελέητα το μνήμα του φασισμού».
Η παγκόσμια κατακραυγή εμπόδισε τότε την άμεση, στα μυστικά και με συνοπτικές διαδικασίες, δολοφονία του Τέλμαν. Ομως, η γερμανική αστική τάξη ποτέ δεν ξέχασε τους λογαριασμούς που είχε μαζί του. Τον Αύγουστο του '44, όταν το φασιστικό καθεστώς έπνεε τα λοίσθια, ο Χίμλερ έδωσε διαταγή να μεταφέρουν τον Τέλμαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ. Εκεί, το πρωί της 18ης Αυγούστου, τον δολοφόνησαν και στη συνέχεια έκαψαν το πτώμα του στο φούρνο του κρεματορίου για να μην υπάρχει ίχνος που να τον θυμίζει.
Αμέσως μετά τη δολοφονία του Τέλμαν μέσα στο στρατόπεδο κυκλοφόρησε ένα ποίημα γραμμένο από πολιτικό κρατούμενο, όπου ανάμεσα σε άλλα έλεγε: «Ο δήμιος σκότωσε μόνο το σώμα σου, η ιδέα έμεινε μαζί μας».
Ο Ερνεστ Τέλμαν έπεσε στην πάλη κατά του φασισμού, στην πρώτη γραμμή του αγώνα του γερμανικού και του διεθνούς προλεταριάτου για την κοινωνική επανάσταση και το σοσιαλισμό. Το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να το παραβλέπει για πολύ η γερμανική αστική τάξη. Αμέσως μετά τη συντριβή του ναζισμού, ένας δρόμος στο Αμβούργο πήρε το όνομα του Ερνεστ Τέλμαν, ως ελάχιστη τιμή στη μνήμη του κι ως αναγνώριση του αγώνα του. Το 1956 η γερμανική αστική τάξη πήρε πίσω αυτήν την αναγνώριση, δίνοντας στο δρόμο του Τέλμαν άλλο όνομα. Ομως, δε σβήνει έτσι μια θυσία, δε διαγράφεται με τέτοια μέτρα η προσφορά ενός μεγάλου επαναστάτη στο λαό του. Οσο υπάρχει προλεταριάτο, μορφές σαν του Τέλμαν θα ταξιδεύουν στους αιώνες, θα διδάσκουν, θα διαπαιδαγωγούν, θα εξεγείρουν τις λαϊκές μάζες σ' όλο τον κόσμο.
1 Γκ. Δημητρώφ: «Κι όμως κινείται...», εκδόσεις «Μνήμη '76», σελ. 9.
2 «Καστανή Βίβλος», πρώτη έκδοση Λαϊκού Βιβλιοπωλείου 1933, φωτοαντιγραφική ανατύπωση εκδόσεις «Θουκυδίδης» 1980, σελ. 96.
3 Γκ. Δημητρώφ: «Κι όμως κινείται...», εκδόσεις «Μνήμη '76», σελ. 10.
4 «Καστανή Βίβλος», πρώτη έκδοση Λαϊκού Βιβλιοπωλείου 1933, φωτοαντιγραφική ανατύπωση εκδόσεις «Θουκυδίδης» 1980, σελ. 97 και 198-199
5 «Καστανή Βίβλος», στο ίδιο, σελ. 97-98 και 199
6 «Ο Φασισμός, ο κίνδυνος του πολέμου και τα καθήκοντα των Κομμουνιστικών Κομμάτων - Θέσεις που ψηφίστηκαν από την 13η Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς πάνω στην Εισήγηση του σ. Κούσινεν - Δεκέμβρης 1933», Παράρτημα «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης», Αθήνα, Γενάρης 1934, σελ. 3
7 «Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος 1939-1945», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 1ος, σελ. 15-16
8 Ινστιτούτο Μαρξισμού - Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ: «Κομμουνιστική Διεθνής - σύντομη ιστορική μελέτη», εκδόσεις «Ελεύθερη Ελλάδα», 1973, σελ. 338-339
9 Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», Εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος Θ1-Θ2, σελ. 275
10 Helga Grebing: «Η Ιστορία του Γερμανικού Εργατικού Κινήματος», εκδόσεις «Παπαζήση», σελ. 265-266
11 Εριχ Χόνεκερ: «Από τη ζωή μου», εκδόσεις «Ειρήνη», σελ. 71
12 Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Μια ζωή δοσμένη στον Αγώνα - οι αθάνατοι στρατιώτες της λευτεριάς», Α` έκδοση Π.Λ.Ε. 1966, β` έκδοση Γ. Παπακωνσταντίνου αχρονολόγητη, σελ. 146
13 Ιρμα Τέλμαν: «Αναμνήσεις για τον Τέλμαν», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 47
14 Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Μια ζωή δοσμένη στον Αγώνα - οι αθάνατοι στρατιώτες της λευτεριάς», Α` έκδοση Π.Λ.Ε. 1966, β` έκδοση Γ. Παπακωνσταντίνου αχρονολόγητη, σελ. 148
15 Ιρμα Τέλμαν: «Αναμνήσεις για τον Τέλμαν», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 66-67
16 Γκ. Δημητρώφ: «Γράμμα προς Ρομαίν Ρολλάν και Ανρύ Μπαρμπύς», «Ριζοσπάστης» 5/4/1934
17 «Ριζοσπάστης» 30/5/1934
18 «Ριζοσπάστης» 4/6/1934
19 Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Μια ζωή δοσμένη στον Αγώνα - οι αθάνατοι στρατιώτες της λευτεριάς», σελ. 149

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου