Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Χρησιμες αναμνήσεις από το φοβερό 1848

 Απόσπασμα από το άρθρο του Jonathan Steinberg στο Foreign affairs

Τους πρώτους μήνες του 1848, τα αρτηριοσκληρωτικά και αντιδραστικά πολιτικά συστήματα που είχαν αναπτύξει οι ευρωπαϊκές μοναρχίες μετά την ήττα του Ναπολέοντα το 1815, κατέρρευσαν. Ο πρίγκιπας Κλέμενς Βένζελ Μέττερνιχ, ο οποίος ήταν καγκελάριος της Αυστριακής αυτοκρατορίας αλλά και σύμβολο της παλαιάς τάξης πραγμάτων που όλοι περιφρονούσαν, ξεγλίστρησε από τη Βιέννη στις 15 Μαρτίου καθώς ένας οργισμένος όχλος έμπαινε στην πόλη. Μαζί με τον Μέττερνιχ εξαφανίστηκε και η 23χρονη καταπιεστική δικτατορία της Αυστριακής αυτοκρατορίας. Στην Ιταλία, τη Γαλλία και τα γερμανικά κράτη η παλαιά τάξη κατέρρευσε επίσης. Το σκηνικό δεν διέφερε από την φυγή του τυνήσιου προέδρου Μπεν Αλί από την Τυνησία 163 χρόνια μετά και το συνακόλουθο επαναστατικό κύμα που σάρωσε τη Μέση Ανατολή. Και στις δύο περιπτώσεις, τα εξεγερμένα πλήθη ήταν πολύ χαρούμενα όταν έβλεπαν τους δικτάτορες να φεύγουν αλλά δεν είχαν ξεκάθαρη άποψη για τις πολιτικές και κοινωνικές εξουσίες που θα τους αντικαθιστούσαν.
Οι επαναστάτες του 1848 ακολουθούσαν ένα μοντέλο στο οποίο βάσιζαν τον αγώνα τους: Τη Γαλλική Επανάσταση. Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ανθρώπων και των Πολιτών, την οποία ενέκρινε η Γαλλική Εθνοσυνέλευση το 1789, έθεσε τις βάσεις για τις επόμενες εξεγέρσεις. Διακήρυττε ότι «Οι άνθρωποι γεννιούνται και παραμένουν ελεύθεροι, με ίσα δικαιώματα. Κοινωνικοί διαχωρισμοί μπορεί να καθιερωθούν μόνο για το γενικό καλό». Αυτό το δόγμα ήταν ένας κοινωνικός δυναμίτης. «Η σταδιακή ανάπτυξη της αρχής της ισότητας, είναι, συνεπώς, ένα θεόσταλτο δεδομένο και όλες οι σχετικές εξελίξεις επίσης καθώς όλοι οι άνθρωποι συνεισφέρουν στην πρόοδό της», έγραφε αργότερα ο πολιτικός φιλόσοφος Alexis de Tocqueville.
Ο Ναπολέων διέσπειρε τις ιδέες του διαφωτισμού και της επανάστασης σε ολόκληρη την Ευρώπη, συνηθέστερα με τη χρήση της ξιφολόγχης. Μεταξύ 1800 και 1815 ενοποίησε τον έλεγχό του στην συνεχώς επεκτεινόμενη αυτοκρατορία του, αντικαθιστώντας τους εθιμικούς, συχνά άγραφους νόμους, με ορθολογικούς, γραπτούς νόμους. Το ίδιο έκανε και με τις διοικητικές περιφέρειες όπου αντικατέστησε τις παλιές με νέες. Η απάντηση του Ναπολέοντα στο πάνδημο γαλλικό αίτημα για ισότητα απέναντι στις ευκαιρίες ήταν η ρήση «Οι σταδιοδρομίες είναι ανοιχτές σε όσους έχουν ταλέντα». Έτσι μετέτρεψε επαρχιώτες δικηγόρους σε πολιτικούς και τους στρατιώτες σε φύλακες της αυτοκρατορίας.
Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, οι βίαιες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις της εποχής του δεν ξεχάστηκαν. Όταν, τρεις δεκαετίες αργότερα, ξέσπασαν οι επαναστάσεις του 1848, πολλοί περίμεναν ότι θα ακολουθείτο το ίδιο πρότυπο – καθολικές ψηφοφορίες οι οποίες ακολουθούνται από επαναστατικές ανακατατάξεις οι οποίες, με τη σειρά τους ακολουθούνται από τρομοκρατία τύπου Ιακωβίνων. Και υπήρχε μια κάποια βάση για αυτή την πεποίθηση: Στη μέση των ανακατατάξεων, στην «Άνοιξη των Εθνών», όπως αποκαλέστηκε τότε, ένας άλλος Βοναπάρτης, ο ανιψιός του Ναπολέοντα, Λουδοβίκος Ναπολέων Βοναπάρτης, επέστρεψε από την εξορία. Με την δύναμη του ονόματός του εκλέχθηκε πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας το 1848 με συντριπτική πλειοψηφία. Κέρδισε με 5.434.226 ψήφους. Ο δεύτερος δημοφιλέστερος υποψήφιος, Ευγένιος Καβενιάκ (Eugène Cavaignac), ο άνθρωπος που τσάκισε την εξέγερση των εργατών τον Ιούνιο του 1848, έλαβε 1.448.107 ψήφους.
Όμως, ο Όττο φον Μπίσμαρκ, ο οποίος τότε ήταν νεοεκλεγείς βουλευτής της πρωσικής Βουλής, δεν περίμενε ότι θα επαναλαμβανόταν η τρομοκρατία και η Ναπολεόντια επεκτατικότητα. Σε μια επιστολή προς τον αδελφό του το Μάρτιο του 1848 γράφει: «Για όσο καιρό αυτή η κυβέρνηση στο Παρίσι αντέχει, δεν πιστεύω ότι θα γίνει πόλεμος, αμφιβάλλω αν υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο», και συνέχισε γράφοντας ότι «τα κίνητρα του 1792, η γκιλοτίνα και ο δημοκρατικός φανατισμός … δεν είναι πλέον παρόντες». Από το απόμακρο πόστο του στην Πρωσία, ο Μπίσμαρκ κατάλαβε ότι οι δυνάμεις της αλλαγής δεν ήταν πια εκείνες των αρχικών εξεγέρσεων του 1789. Οι ηγέτες του παρισιού το 1848 μιμούνταν αυτά που είχαν διαβάσει σε βιβλία. Σύμφωνα με μια αξέχαστη φράση του Tocqueville, «Η όλη κατάσταση μοιάζει σαν μια κακή τραγωδία που παίζεται από επαρχιώτες ηθοποιούς.».
Ακόμα κι όταν οι συντηρητικοί στην αυλή του αναποφάσιστου βασιλιά της Πρωσίας Φρειδερίκου Γουλιέλμου του 4ου συγκέντρωναν τις δυνάμεις τους για να σταματήσουν την εξέγερση και να αποτρέψουν μια καθολική ψηφοφορία, ο Μπίσμαρκ πίστευε ότι η ψήφος θα μπορούσε να είναι η σπουδαιότερη πηγή ισχύος για τον βασιλιά. Με το να ψηφίσουν τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα, πίστευε ο Μπίσμαρκ, ο λαός της Γαλλίας επέλεξε έναν υποψήφιο που υπερασπιζόταν την τάξη. Μια δεκαετία αργότερα εξέπληξε τον ευεργέτη του, στρατηγό Λέοπολντ φον Γκέρλαχ, με το να αποδεχθεί ξεκάθαρα τη δημοκρατία. Το 1848, σημείωνε, «Ο ΛουδοβίκοςΝαπολέων δεν δημιούργησε τις επαναστατικές συνθήκες… δεν εξεγέρθηκε κατά της παγιωμένης τάξης αλλά αντί γι’ αυτό την αλίευσε (σ.σ.: την επανάσταση) από την δίνη της αναρχίας ως σαν να μην ανήκει σε κανέναν. Εάν ήταν να το ξανακάνει τώρα, θα έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση την Ευρώπη η οποία με μεγαλύτερη ή μικρότερη ομοθυμία θα τον παρακαλούσε να αντιστρέψει την κατάσταση».
Αυτό που είχε στο μυαλό του, πάντως, ο Μπίσμαρκ δεν ήταν η αληθινή δημοκρατία αλλά κάτι ικανό να κατευνάσει τα πλήθη, κάποιες θεσμικές μορφές της δημοκρατίας οι οποίες θα ήταν μετριασμένες από ένα μοναρχικό Σύνταγμα και έναν στρατό πιστό στον βασιλιά. Το 1848, οι ευρωπαίοι αυτοκράτορες και βασιλείς μπορούσαν να βασίζονται στην πίστη των στρατιωτών τους. Οι στρατηγοί και οι αξιωματικοί ανήκαν όλοι στην υψηλή αριστοκρατία ή τους ευγενείς και χρωστούσαν τη θέση τους στη μοναρχία. Οι ένοπλες δυνάμεις και οι χρισμένοι διοικητές ήταν συνακόλουθα αμοιβαία εξαρτημένοι. Όπως ο πρώσος στρατηγός Λούντβικ Γιόρκ φον Βάρτενβουργκ είπε στον πρίγκιπα Γουλιέλμο, « Αν η Αυτού Βασιλική Υψηλότητά στερήσει από εμένα και τα παιδιά μου τα δικαιώματά μας, τότε ποια θα είναι η βάση σας;».
Στο μεταξύ, πολλοί από τους οπλίτες ήταν χωρικοί. Όπως και η αριστοκρατία, συμπαθούσαν ελάχιστα την ενθουσιώδη και φασαριόζικη μεσαία τάξη της οποίας την εξέγερση έπρεπε να καταστείλουν. Όταν προσπάθησαν να επαναφέρουν την τάξη στα σοκάκια στο κέντρο των πόλεων, από τα παράθυρα των σπιτιών τους έλουζαν με το περιεχόμενο από τα «δοχεία νυκτός» και με καυτό νερό. Οι περισσότερες πόλεις της Ευρώπης δεν διέθεταν κανονική τοπική αστυνομία και οι στρατοί των παλαιών καθεστώτων δεν είχαν εμπειρία μάχης σε αστικό περιβάλλον. Ψάχνοντας μια εναλλακτική, οι στρατηγοί απέσυραν τα στρατεύματά τους από τα κέντρα των πόλεων προκειμένου να δουν τι θα κάνουν στη συνέχεια.
Σε όλη την Ευρώπη, οι επαναστάτες συμπλήρωσαν το κενό της εξουσίας με ομιλίες και συνταγματικά προσχέδια. Αλλά οι αντιδραστικές δυνάμεις είχαν ήδη αρχίσει να συνενώνονται. Οι αναταραχές δεν έφτασαν τόσο μακριά όσο η ρωσική αυτοκρατορία και ο τσάρος Νικόλαος ο Α’ μετακίνησε τον τεράστιο στρατό του προς τα δυτικά. Ο αυτοκράτορας της Αυστρίας με την υποστήριξη του Νικολάου και του κροάτη στρατηγού Κόμη Γιόζιπ Γιέλασιτς, ξεκίνησαν την πάταξη της ουγγρικής επανάστασης. Στο μεταξύ ο αυστριακός στρατηγός Joseph Radetzky κινήθηκε για να καταβάλλει τους ιταλούς επαναστάτες και ο γάλλος στρατηγός Καβενιάκ κινητοποίησε τη μεσαία τάξη του Παρισιού για να καταπνίξει τα κοινωνικά κινήματα των παρισινών παραγκουπόλεων.
Στο Βερολίνο, ο όμορφος και χαρισματικός αρχιστράτηγος Φρίντριχ Γκραφ φον Ράνγκελ (Friedrich Graf von Wrangel) είχε μια διαφορετική στρατηγική. Στις 9 Οκτωβρίου 1848, ο στρατός παρέλασε από το Σαρλότενμπουργκ (Charlottenburg) ως την καρδιά του Βερολίνου και προσήλκυσε ένα τεράστιο πλήθος που πανηγύριζε. Το γεγονός αυτό έδειξε ότι οι επαναστάτες είχαν χάσει την υποστήριξη του κόσμου και ότι ο στρατός ξανακέρδισε το γόητρό του. Η «Άνοιξη των Εθνών» είχε τελειώσει αλλά οι αλλαγές που επέφερε δεν ήταν καθόλου ασήμαντες – έστω κι αν δεν ήταν αυτές που επεδίωκαν οι επαναστάτες. Οι συντηρητικοί, επιστρέφοντας στην εξουσία, ίδρυσαν εφημερίδες, ενίσχυσαν τις δυνάμεις της τοπικής αστυνομίας και συμφιλιώθηκαν με την ιδέα των εκλογών και των κοινοβουλίων. Επίσης, χρησιμοποίησαν τις κοινωνικές τους επαφές για να επηρεάσουν τους μονάρχες. Στην Πρωσία, μια ομάδα υπερσυντηρητικών ευαγγελικών χριστιανών ευγενών, συγκρότησαν την Καμαρίλα (Camarilla), ένα μυστικό συμβούλιο, προκειμένου να είναι σίγουροι ότι ο βασιλιάς θα αντισταθεί στους φιλελεύθερους.
Αυτές οι αντεπαναστατικές δυνάμεις δανείστηκαν επίσης πολλά από την επαναστατική φρασεολογία. Βοηθούμενοι από τις νέες τεχνολογίες και τον σιδηρόδρομο, ενίσχυσαν τους διοικητικούς θεσμούς και εκσυγχρόνισαν την γραφειοκρατία. Ο πάπας Πίος ο 9ος υποκίνησε το πάθος των μαζών μέσω της λατρείας της παναγίας, μέσω προσκυνημάτων αλλά και δημοφιλών φεστιβάλ, προκειμένου να δείξει που πραγματικά βασίζεται η πίστη του κόσμου. Η δεκαετία του 1840 συντέθηκε από χρονιές φτώχειας και αναταραχών αλλά από το 1850 φάνηκε το πρώτο σύγχρονο οικονομικό μπουμ και ακολούθησε ένα μεγάλο κύμα ευμάρειας. Ο Μπίσμαρκ, ένας κρατικός άρχοντας αλλά και μια πολιτική μεγαλοφυΐα, χρησιμοποίησε τη νέα ημι-δημοκρατική πολιτική δομή της Γερμανίας προκειμένου να αναρριχηθεί στην εξουσία. Μέσω της στενής του σχέσης με τον στρατηγό Λέοπολντ φον Γκέρλαχ, τον υπασπιστή του βασιλιά, πέρασε τις ιδέες του απευθείας μέσω της Καμαρίλας στον βασιλιά.

Σημείωση εδώ και τώρα: Εχει μεγάλο ενδιαφερον οτι το Φεβρουάριο του 1848 είχε γραφτεί το Κομμουνιστικό μανιφέστο. Ο ίδιος ο μεγάλος Κάρολος δεν είχε προβλέψει τη φοβερή συνέχεια της απίστευτης αυτής χρονιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου